ΙΔΡΟΣ 1 – 21/666

/, Featured/ΙΔΡΟΣ 1 – 21/666

ΙΔΡΟΣ 1 – 21/666

 

I’m back bitcheeeeez!!!

Και πριν μου αρχίσετε τα ‘’πού χάθηκες μωρή διαόλου κάλτσα;’’ θα σας πω ότι πρώτον: δεν είμαι η κάλτσα του μπαμπά μου -αλλά το παιδί που ποτέ δεν θέλησε και ποτέ δεν αγάπησε- και δεύτερον: δεν ήμουν και τόσο καλά την τελευταία φορά. Οι λίγοι κι εκλεκτοί θα το θυμάστε. Ναι, το ξέρω ότι είχαμε αφήσει μία ιστορία στην μέση –τότενες– μα κι εσείς με ξέρετε… δεν έχω πρόγραμμα! Μου ήρθε να χαθώ και χάθηκα. Τι; Θα σας δώσω και λογαριασμό δηλαδής; Τσολιά στην μουνάρα μου σας έβαλα; Αυτά πάνε κι έρχονται, τι να κάνουμε; Τη μία μέρα μιζέριες, την άλλη ενέργεια. Την μία εδώ, την άλλη… αλλού, χαχα!

Έχω κρατήσει τα αρχεία από το ‘’παζάρι’’ και κάποια στιγμή θα τα ποστάρω, μα μιας που έλειπα τόσο καιρό, ας δούμε κάτι φρέσκο (τι έκανα, γιατί χάθηκα κλπ…).

Αποφάσισα να λύσω μια παλιά κατάρα!

Αστείο δεν είναι; Εγώ, να κάνω το αντίθετο απ’ αυτό που θα ήταν αναμενόμενο; Να περιμένετε ζιγκ και να σας κάνω ζαγκ; Συνήθως ρίχνω κατάρες ή τις μασκαρεύω σαν ευχές ή χαρίσματα, μα είπα: ‘’δε γαμιέται; Ας σπάσω το στερεότυπο και την ρουτίνα’’.

Ναι, δεν είμαι απόλυτα κακούλα, απλά βαριέμαι.

Πολύυυυυ!

[γι αυτό κάποια κείμενά μου είναι σαν εξισώσεις –με παρενθέσεις και παύλες μερικές φορές στο άκυρο- ενώ θα έπρεπε να είναι σα φτηνό παλπ (δηλαδή με μικροπερίοδο λόγο και τελείες σε συχνότητα τηλεγραφήματος για να καταπίνεται εύκολα από τους αδαείς) μα η βαρεμάρα μπορεί να φέρει έμπνευση και όλα αυτά τα ποστ το επιδεικνύουν περίτρανα <ότι αν αντί να σβήσεις και να καθαρογράψεις κάτι, απλά ακολουθήσεις την ροή του, ίσως να βγάλει κάτι ίσως και όχι>. Το έχετε πιάσει όμως το νόημα και…]

Αυτά τα έχουμε ξαναπεί…

2020 λοιπόν, νέο έτος και νέα ιστορία. Πάμε για ποστ κάθε 7, 17 και 27 κάθε μήνα; Μόνο ο παππούς μου το ξέρει αυτό. Ας ελπίζουμε όμως ότι θα τα πάω καλύτερα απ’ ό,τι στο παρελθόν (ως αναφορά την επιείκεια της τήρησης μιας συχνότητας και όχι ως αναφορά την ποιότητα των κειμένων)!

Επαναλαμβάνω: 2020 λοιπόν! Κάποιοι κινδυνολογούν για τρίτο παγκόσμιο –είθε να συμβεί αν και ξέρω ότι είναι δυσκολάκι- κάποιοι παρακολουθούν ακόμα talent shows και κάποιοι… οδεύουν σταδιακά προς την τρέλα –η γράφουσα για του λόγου το αληθές. Μα η τρέλα του ενός ίσως να είναι η λύτρωση του άλλου, οπότε ιδού πώς ‘’έθαψα’’ μια ζωή και πώς αποφάσισα να την ‘’ξεθάψω’’ (η απάντηση είναι ‘’φτυάρι’’ και κάποιου είδους άτεχνη προοικονομία παίζει εδώ, μα move along, nothing to see inside the parenthesis ).

Αυτή την ιστορία την ονομάζω: ‘’ίδρος!’’

 

Ass-ass (ας σας) πάρω από το… χέρι (προστυχόμυαλοι) και ας πετάξουμε μέσα στην νύχτα σαν αερικά, για να πάμε σε ένα χωριό που ακούει στο όνομα Παραδείσια. Είναι λίγο πιο πέρα από την Μεγαλόπολη, στην Πελοπόννησο, και από κόσμο πλέον δεν τα πάει τόσο καλά. Όσοι δεν ψόφησαν ακόμα, συχνάζουν στο μοναδικό μαγαζί του χωριού, αυτό το μικρό καφενείο δίπλα από την πλατεία –ξέρετε, παντού το ίδιο είναι- το οποίο ονομάζουν ‘’αγορά’’. Δεν είναι το όνομα του μαγαζιού φυσικά και δεν γνωρίζω αν έχουν γνώσεις αρχαίας ελληνικής ιστορίας, μα κάποια πράγματα μένουνε από χούι ακόμα κι αν περάσει καιρός (σαν τα κονδυλώματα -ένα πράμα).

Είναι συμπαθητικό χωριό και μου κάνει εντύπωση που κατέληξε εκεί ο πρωταγωνιστής μας, αν σκεφτείτε ότι του έκανα τη ζωή κόλαση. Κάπως οξύμωρο, αν έχουμε κατά νου το όνομα.

Any και way, φτάνουμε στο χωριό με το που σκάει ο ήλιος. Καλή η πτήση μας, μα έχει μπεκάτσες, αεροπλάνα, κουλουπού κι έπρεπε να το μανουβράρουμε κάμποσο. Τι να κάνεις; It iz what it iz Κάποιοι πάνε στα αμπέλια τους και κάποιοι στα χωράφια, μα ας πάμε στην άκρη του χωριού, στα σύνορα.

Όχι, δεν φεύγουμε, μα βλέπετε εκείνο το μαγαζάκι;

«ΝΑΙΑΙΑΙΑ

Μπράβο τα καλά μου! Τι πουλάει;

«ΦΤΥΑΡΙΑΑΑΑ

Μπράβο τα πουλάκια μου (είδατε τι έκανα εκεί;)! Μα τι καλά παιδιά έχω  η άτιμη; Ναι, είδατε σωστά: πουλάει φτυάρια. Κάθε μεγέθους και για κάθε χρήση. Και αν τα συνδυάσουμε και με το θανατικό του έρημου χωριού, αχρείαστα δεν είναι.

Βλέπετε εκείνον τον ηλικιωμένο που στέκει έξω από το μαγαζί; Κατσούφης, μαγκούφης και με το βλέμμα στο κενό; (Αχ, ειδικά το τελευταίο με τσαντίζει απίστευτα! Σήκωσε ένα βιβλίο ρε γαμώ τα κέρατά μου! Τι κοιτάς την φύση, τόσα χρόνια, τόσες ώρες; Αν δεν πέσει κεραυνός να κάψει το μισό δάσος, δεν αλλάζει σχεδόν τίποτε! Άνοιξε κανένα ρημάδι τάμπλετ! Κάνε κάτι, μη στέκεις έτσι σαν κορμοράνος!)

Ε, αυτός –καλά μου παιδιά- είναι ο κυρ-Λιάκος!

Σας ‘’έφερα’’ μία μέρα πριν από το σπάσιμο της κατάρας για να δείτε πώς μοιάζει ένας καταραμένος [δεν χρονοταξιδεύω (απλά η αφήγηση με κάνει να μιλήσω έτσι –περαιτέρω μεταφορικά μετά από την ‘’μεταφορά’’ μας εδώ- όλα αυτά γίνανε) μα το ξέρετε]. Φάση δεν έχει ο ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΣ; Σαν emo δίχως φράντζα! Κενός, νεκρός μέσα του, καμία χαρά στην ζωή του, ολομόναχος, σχεδόν έξω από το χωριό, όλοι τον προσπερνάνε και αν κάποιος τον χρειαστεί, κάνει γρήγορα δουλειές μαζί του. Έχει κι ένα μικρό κηπάκο και κάπως επιβιώνει, μα ποτέ το στομάχι του δεν είναι γεμάτο, ποτέ δεν νιώθει απόλυτα ξεκούραστος, πάντα υπάρχει λίγη ακόμα δίψα στο λαιμό του –ακόμα κι αν πιει νταμιτζάνες νερό- και ναι… Αυτή η σιχαμερή, κακομοιριασμένη (διόλου τυχαία επιλογή λέξης) γκριμάτσα! Τα χείλη σφιγμένα προς τα κάτω –σαν τον Ντε Νίρο μα δίχως την δόξα και το χρήμα- και μάτια σα να είναι στο τσακ να τα μπήξει μα…

‘’Όχι! Έχουμε και μια περηφάνια! Είμαστε άντρες!’’

*βρόντημα τσάπας στο χώμα –σόρι, φτυαριού- για έμφαση*

ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ

Μιζέρια, φόβος και απαισιοδοξία έχουν ποτίσει την ψυχή του και έχουν πλακώσει και συμπιέσει την μορφή του, σαν ασήκωτο βάρος στο στήθος του.

Είναι κάπως αστείο, το ομολογώ!

Λοιπόν, όταν είχα γνωρίσει τον κυρ-Λιάκο, δεν ήταν έτσι.

(Προσοχή: ακολουθεί υπερβολή και λεξιπενία για έμφαση)

Για του λόγου το αληθές, ήταν αληθινός γόης, μα την αλήθεια!

 

Ήτανε δεκαετία του πενήντα και ο Ηλίας ήταν δεκαοχτώ ετών. Ψηλός, λυγερόκορμος, καλοξυρισμένος και καλοκουρεμένος, με λαμπερά καστανά μάτια, ένα μειδίαμα πάντα στα αρρενωπά χείλη του και μία στάση σαν να του ανήκει ο κόσμος.

Ήταν πρωτευουσιάνος και το είχε καμάρι. Δεν χώνευε τους χωριάτες και δε θα γινότανε ποτέ ένας τέτοιος (πίστευε!). Με το που θα τέλειωνε τις σπουδές του, θα πήγαινε στην Αμερική και… τρέμε κόσμε! Ναι, μόλις είχε εισαχθεί, μα αυτό δεν τον τρόμαζε, ούτε τον άγχωνε. Ο ΒΠΠ είχε παρέλθει και κρίση δεν έπαιζε χαχα.

Μεγαλοδικηγόρος ο μπαμπάς, κόρη βιομήχανου η μαμά, ιατρική ο ίδιος… είχανε όλα τα μέσα, όλα τα κονέ και όλες τις επαφές, για να αρπάξει ο Ηλίας τον κόσμο μέσα στην παλάμη του, να τον στύψει, να τον ξεζουμίσει και να συνεχίσει ο ίδιος την αυτοκρατορία των προπατόρων του. Αν όλα πήγαιναν καλά, το δίκτυο το ίδιου –σε λίγα χρόνια- θα ξεπερνούσε όσα ήλπιζε ο παππούς του –από τη μεριά της μαμάς- και τα χρήματα θα έρρεαν με την σέσουλα (όχι ότι ποτέ είχανε θέμα δηλαδή).

Είχε φιλοδοξίες, ήταν γεμάτος αυτοπεποίθηση και –το σημαντικότερο;- ήταν ΚΑΙ χαρούμενος ΚΑΙ ευτυχισμένος.

Ο Ηλίας όμως είχε ένα μεγάλο αρνητικό…

Είχε μεγάλη γλώσσα!

Όχι ότι θα ήταν αρνητικό αν ακολουθούσε τον νομικό δρόμο του πατέρα του, μα είχε επιλέξει τον δρόμο της ίασης και το θεματάκι του αυτό ήταν… πραγματική αρρώστια. [μπαντάμ-τσς] Ναι, κουτσομπόλευε πολύ. Μη φανταστείτε τρομερά πράγματα -στην αρχή- μα σαν παιδάκι ακόμα, ό,τι άκουγε δεν κρατιόταν να το πει και αλλού. Μικρές κακίες πίσω από την πλάτη του ενός, χοντράδες πίσω από την πλάτη του αλλουνού. Ήταν κάτι σαν εμμονή. Σαν έντονη φαγούρα: αν δεν ‘’έξυνε’’ με τα λόγια του και άλλα αυτιά, θα πάθαινε αυτανάφλεξη! Δεν μπορούσε με τίποτα να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Τι τιμωρίες, τι ξυλιές, τι φοβέρες… Άνιωθος ο μαν! Αυτό το χούι λοιπόν, κράτησε μέχρι το πανεπιστήμιο. Εκεί πια είχε απογίνει το κακό. Χάλασε πολλές φιλίες η γλώσσα του, μα δεν τον πολυένοιαζε γιατί ποτέ δεν ήταν μόνος.

Μία γλώσσα που τρέχει και κουτσομπολεύει, πάντα βρίσκει αυτιά να έρθουν κοντά της. (τι έγραψα η πουτάνα, με λατρεύω!)

Κάπου εκεί τον εντόπισα κι εγώ και αποφάσισα να του δώσω ένα μάθημα.

Να δούμε την εμφάνισή μου στην σκηνή από την οπτική του; Ναι, είμαι ψώνιο και ντιβάρα, αλλά τι να κάνουμε, έσκασα σαν την Μπόναμ Κάρτερ στο Φάιτ Κλαμπ να πούμε. Ήθελα να κάνω χαμό!

* * *

«Τι είναι αυτό το πλάσμα, ρε Νικολάκη!» -ο κυρ-Λιάκος μας.

«Ναι, ναι…» -Πειθήνιος και Άβουλος Πρόσκαιρος Φίλος νούμερο 57.

«Τα μαλλιά της είναι σαν το αίμα που κυλάει στις φλέβες μου, τα μάτια της σαν τον ξάστερο καλοκαιρινό ουρανό, το δέρμα της μόνο που δεν χρυσαφίζει… Έχω δαγκώσει την λαμαρίνα άσκημα…»

«Ναι, ναι…»

«Με έκανε και ποιητική φύση… Μα κοίτα σώμα: σαν στάρλετ του κινηματόγραφου είναι. Τι στο καλό κάνει και σπουδάζει ιατρική; Μοντέλο έπρεπε να είναι!»

«Ναι, ναι…»

«Όπως και να έχει, τώρα που είπα μοντέλο: μάντεψε ποια θέλει να γίνει μοντέλα…» είπε για να πιάσει το κλασικό του χούι.

«Για πες, για πες!» συμπλήρωσε ο ΠΑΠΦ57, μοντέλο που κυκλοφορεί -δυστυχώς- μέχρι τις μέρες μας.

* * *

Όπως καταλάβατε, ‘’σουλουπώθηκα’’ λιγάκι. Όχι ότι προτιμώ να κρύβω την αληθινή μου μορφή με κάποια ξένη, μα –όπως και να το κάνουμε- ακόμα δεν είναι έτοιμος ο κόσμος για τις υπέροχες οπλές μου –όσο μανό και να βάλω- ούτε για τα πανέμορφα κέρατά μου –όσο κι αν τα γυαλίζω με βερνίκι μία φορά το μήνα. Κι αν τώρα δεν είναι έτοιμος –που ξέρετε πώς είναι η φάση με την διαφορετικότητα- φανταστείτε την δεκαετία του πενήντα!

Το πώς πήγε εκείνο το ραντεβού και γιατί αποφάσισα να τον καταραστώ –you guessed it- στο επόμενο!

By | 2020-01-17T20:09:54+00:00 Ιανουάριος 17th, 2020|