ΙΔΡΟΣ 2 – 22/666

/, Featured/ΙΔΡΟΣ 2 – 22/666

ΙΔΡΟΣ 2 – 22/666

«Ξωμερίτης είστε; Α, είναι ωραία στην πόλη. Πήγα κι εγώ και σπούδασα στην Αθήνα. Εμ, τι; Δεν είμαι αμόρφωτος μόνο και μόνο επειδή είμαι από χωριό. Όχι, δεν χρειάζεται να δικαιολογήστε, ξέρω τι σκέφτεστε ‘σεις οι πρωτευουσιάνοι. Ξέρω ότι αυτή ήταν η πρώτη σας σκέψη. Και γυρνώ κι από το κτήμα κιόλα’. Ωραία τα γράμματα, μα οι ελιές μου δίνουνε πιο πολλά λεφτά. Δεν είχα την υπομονή να βγάζω το ψωμί μου σαν τεχνικός υπολογιστών. Και είναι και στενάχωρα στην πόλη. Εδώ έχει απλωσιές, ταξιδεύει το μάτι, δεν πέφτει συνεχώς σε τοίχους.»

«Στο θέμα μας, παρακαλώ» του είπα, εκνευρισμένη διπλά: από την μία, γιατί δεν τους πολυπάω τους χωριάτες. Σε όλο τον κόσμο ίδιοι είναι. Τι Ελλάδα, τι Αμερική, τι Καζακστάν: θεωρούν ότι επειδή απαρνήθηκαν τον πολιτισμό είναι ανώτεροι από τους πρωτευουσιάνους. Όσοι ζουν στις πόλεις είναι χαζοί, ενώ οι ίδιοι –με την κουτοπονηριά τους- είναι οι εκλεκτοί του Παππού μου… Ναι, καλά… Γάμα τους!

Και ξέρετε για ποιον άλλο λόγο ήμουν εκνευρισμένη;

Τι φάση με τ’ αρχίδια, ρε σεις; Δεν μπορείς να τρέξεις, δεν μπορείς να κάτσεις σταυροπόδι με άνεση, μια κλωτσιά εκεί σε έβγαλε νοκ-άουτ! Το πέος δεν με ενοχλεί, αλλά αυτά τα πράγματα είναι απλά σπαστικά –από εκεί βγαίνει το ‘’μου σπας τα αρχίδια’’ άραγε; Το πέος είναι εκνευριστικό μόνο όταν σιγοντάρει τα άλλα δύο τα γαμημένα: όταν εκείνα (επιτέλους) μαζεύονται, αυτό αποφασίζει να σκληρύνει και να σημαδέψει μπροστά! Καθόλου αεροδυναμικό… Και τι άλλο άκυρο είναι αυτό: δεν είσαι κοντά σε τουαλέτα και θες να κατουρήσεις; Ορίστε, τσίμπα μία στύση, δώρο από το κατάστημα, να σε περνάνε όλοι για ανώμαλο. Όλα εν σοφία εποίησε; Δεν νομίζω…

Ναι, είχα μεταμορφωθεί σε άντρα και πάντα ξεχνάω πόσο άβολο είναι! Μα ήθελα να είμαι και ανατομικά ακριβής –τρομάρα μου- οπότε τώρα τα λουζόμουν: είχα πάει απλά για μία αναγνωριστική επίσκεψη και είχα νεύρα. Αλήθεια, στον σταυρό που δεν σας κάνω, τα καλαμπαλίκια μου με…

Οκ, με κόβω. Ας επαναλάβω στον εαυτό μου ότι είπα στον χωριάτη, για να ξαναμπώ στη ροή:

 

«Στο θέμα μας, παρακαλώ.»

«Όμορφα. Μου είπατε ότι…»

«Ενικό…»

«Α, ενικό; Όμορφα. Τον προτιμώ. Μου είπες ότι θα ερχόσουν για να σου πω για τις κατάρες του χωριού. Κανείς άλλος δεν ήθελε να σου μιλήσει και είναι λογικό. Σε χωριό είμαστε. Αν ήξεραν όλοι το γνωμικό τα εν οίκω μη εν δήμω, θα το είχαν καραμέλα, μα δεν είναι μόνο αυτό. Είναι φόβος. Γρουσουζιά το θεωρούν.»

«Δεισιδαίμονες;»

«Ναι, χα χα, τρομερά δεισιδαίμονες. Μα δεν είναι, κιόλας, ότι με τις κατάρες ο κόσμος το έχει τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι. Δεν το έχουμε καθόλου καμάρι, είναι σα στίγμα. Δε θα σε κουράσω με κατάρες του παρελθόντος όμως. Έχουμε μία που είναι ακόμα ενεργή!»

«Το λες σα να είναι σήμα wifi…» του έκανα και πάλεψα διακριτικά να ξύσω (μέσα από την τσέπη του τζιν μου) το δεξί μου αρχίδι. Δεν τα κατάφερα. Και αυτό πραγματικά με τσάτισε. Αν ο χωριάτης πέταγε άλλο ένα γνωμικό, απλά θα τον έχωνα στο παντελόνι μου, να ξύσει τα αρχίδια μου με τα δόντια του!

«Εμ τι; Τσάμπα τα σπούδασα τα γράμματα. Δεν είμαι ξύλο απελέκητο…»

-συγκρατήσουουουου!!!-

«Νά! το βλέπεις εκείνο το μαγαζί στην άκρια του δρόμου; Ναι, αυτό που λέει ότι πωλούνται φτυάρια. Τον βλέπεις τον γεράκο δίπλα από την πόρτα; Τι σου κάνει εντύπωση; Τα χέρια του ε; Ναι, είναι πολύ μυώδη για την ηλικία του, ζυγώνει τα ενενήντα ο αλητήριος -υγεία να έχει. Μάλιστα, μάλιστα, ενενήντα. Μην θαυμάζεις, έχει γερό γονίδιο! Τι άλλο σου κάνει εντύπωση; Έτσι όπως τον κόβεις; Α, μπράβο! Το χρώμα του είναι κάπως γκρίζο και τα γένια του είναι όντως καφέ. Χα χα, δεν τα βάφει και το ξέρω ότι δεν συμβαδίζει με την ηλικία του. Ε, αυτός ο κυρ-Λιάκος. Χαιρέτα τον, μας χαιρετάει… Καλημέρα κυρ-Λιάκο. Όλα καλά; Τον είδες που γνέφει; Τι; μια χαρά μιλάει! Μα αν έχει λιγομίλητους το χωριό μας, αυτός είναι ο πιο λιγομίλητος των λιγομίλητων. Ο κυρ-Λιάκος που λες, έχει φάει κατάρα, η θεια μου μού το είπε, που της το είπε ο πατέρας της…»

* * *

Ώπα!

Τι συνέβη μόλις;

Μπέρδεψα τα όσα μου είπε ο χωρικός μ’ όσα έγραψα στο προηγούμενο ποστ; Αναμίχτηκαν οι φωνές μας;

Μισό λεπτό…

Πάω να κάνω ένα μπάνιο και επιστρέφω!

 

Επέστρεψα.

Νταξ, δεν το σβήνω το πάνω, έχει μία-δυο πληροφορίες που εγώ δεν είχα πει. Δεν σας τον είχα περιγράψει εμφανισιακά στο 2020.

Ας επιστρέψουμε όμως στο ’50 και στο ραντεβού. Ας ξεχάσουμε τον χωριάτη –όμοια με τον τρόπο που τον ξέχασα κι εγώ σε ένα χαντάκι, λίγο πριν φύγω από τα Παραδείσια.  

* * *

Είχαμε πάει για καφέ και γλυκό.

Τότε ήταν ό,τι πιο κουλ έπαιζε (το αντίθετο από την σκηνή με το προφιτερόλ και τον Κωνσταντίνου από την φίνος, ένα πράγμα). Αν κάποια γκόμενα την κέρναγες και γλυκό με λικέρ, ήσουν ακόμα περισσότερο ‘’παίχτης’’ (πάλι καλά, αυτό το κρατάνε μόνο στα μνημόσυνα πια -δεν ήταν καθόλου κουλ, πιστέψτε με). Μα μου έδειχνε ότι συγκρατούταν, ο κυρ-Λιάκος μας, και δεν μου είχε ‘’χιμήξει’’.

Εγώ είχα ντυθεί στα κόκκινα -ήξερα ότι πήγαιναν με τα μαλλιά της μορφής που είχα πάρει- γιατί γνώριζα καλά ότι οι άντρες μπορεί να θέλουν να κάνουν έρωτα με ξανθιές και σχέση με μελαχρινές, μα τις κοκκινομάλλες όλοι τις ποθούν παράφορα!

Ήμουν λιγομίλητη και πάλευα να δείχνω κάποιο ενδιαφέρον για τα λεγόμενά του. Μα έλα μου που και να ήθελα να μιλήσω, εκείνος δεν έβαζε γλώσσα μέσα του. Και να πεις ότι μιλούσαμε για εμάς… Όσο κι αν μίλαγε, για τον ίδιο δεν είχα μάθει τίποτα!

‘’Να, βλέπεις εκείνον;’’ έλεγε και τα έσουρνε στον ένα, ‘’να βλέπεις τον άλλον;’’ και δώσ’ του τον χαβά του. Τους ήξερε κι όλους ο κερατάς! Δεν υπήρχε βρώμα που δεν είχε βάλει την μύτη του ή κλειδαρότρυπα που δεν είχε κοιτάξει. Στην αντικατασκοπία έπρεπε να τον πάρουν, όχι στην ιατρική! Και η πρώτη κουτσομπόλα, ρε σεις!

Μετά από λίγο, εκείνος ξεκίνησε τα λικεράκια (σε αυτό δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο) μα εγώ πήρα άλλον έναν καφέ και…

Ας αλλάξουμε οπτική…

 

* * *

 

Πέρασαν οι ώρες, νύχτωσε και η κοπέλα είπε ότι έπρεπε να πάει σπίτι της. Εκείνος προσφέρθηκε να την συνοδεύσει. Τα λικεράκια όμως τον είχαν κάνει λίγο πιο ελεύθερο κι ήθελε να της κλέψει ένα φιλί. Έκανε μία απόπειρα στο ένα στενό –‘’σμούτς’’ στο μαγουλάκι εκείνος, ‘’έλα, βρε ανόητε’’ εκείνη- μα γλυκάθηκε από αυτό το λίγο και θέλησε να πιάσει κάτι απ’ εδώ στο επόμενο δίστρατο, και να φουχτώσει και κατιτίς απ’ εκεί στο παρεπόμενο σοκάκι.

Η κοπέλα όμως δεν ήθελε.

Ή ένιωθε άβολα ή δεν τον είχε συμπαθήσει.

Αυτό τον τσάτισε κάπως: κοπέλα και να του αρνιέται; Το θεώρησε προσβολή μεγάλη! Οπότε την τράβηξε σε ένα αλσάκι και στα σκοτεινά, πάλεψε να την γδύσει. Σκίζει την μπλούζα της και τι να δει; Κι άλλη μπλούζα από μέσα! Βγάζει κι εκείνη την μπλούζα, μα πάλι το ίδιο. Και δίνει έναν αγώνα, να της τραβά τα ρούχα, μα όλο κι άλλα υφάσματα να βγαίνουν από το πουθενά, λες και δεν είχε σάρκα, η χριστιανή, μα μόνον πανιά! Και ενώ κόκκινα ρούχα φόραγε, όταν είχανε πάει για καφέ, τα ρούχα όλο και σκούραιναν –σαν αίμα στο σκοτάδι- κι από κόκκινα γινήκανε σαν χώμα, και στο τέλος, μαυροντυμένη σα χήρα ήτανε η νια.

Απορημένος κι εκνευρισμένος –πράματα που μόνον κρύβανε τον τρόμο του στην επιφάνεια, όσο κι αν δεν ήθελε να το παραδεχτεί- της τραβάει ένα σκαμπίλι, και βλέπει με το χαστούκι όλη της την ομορφιά να πέφτει στο χώμα πλάι της και η πανώρια σάρκα να απλώνεται σα λάσπη στη γη. Γυρνά να αντικρίσει το λατρεμένο πρόσωπο, με τη δροσάτη σάρκα, μα βλέπει μια γριά να βγαίνει από μέσα από τα μαύρα τα υφάσματα, ίδια με χτικιό!

Η γραία τον σηκώνει στον αγέρα και του λέγει:

 

«Στη ζέστη θα μετανιώνεις την κακολογιά, όσο πιο μεγάλη τόσο πιο τρανός ο πόνος. Ο Ίδρος λάκκο θα σ’ ανοίγει συνεχώς, δεν αργεί η μέρα που θα ‘σαι μόνος. Μα θα σιωπήσεις μια φορά, θα τρέμεις να μιλάς ακόμα κι όταν σου πέφτει λόγος.»

 

* * *

 

Τον πέταξα στη γη κι έπεσε και γκρεμίστηκε ο Λιάκος μας, σαν τελεία και παύλα για τα λόγια μου. Ένα με το έδαφος, σαν υπογράμμιση για την κατάρα. Έχασε τις αισθήσεις του, ενώ εγώ προσγειώθηκα και χάθηκα.

Η μορφή της μάγισσας ήτανε κάπως κλισέ, όπως και η ομοιοκαταληξία με την κατάρα (δεν χρειάζεται, να ξέρετε), μα είδατε τι έκανα εκεί: ζέστη και κακολογιά αντί για κακοκαιριά, τον έριξα μετά από το ‘’πέφτει λόγος’’ (για να μην σχολιάσουμε ότι με χαρακτήρισα ‘’χριστιανή’’ –πόσο οξύμωρο- ή για το γεγονός ότι αντί να γράψω ‘’μουνοπανιά’’ έγραψα ‘’μόνον πανιά’’, χι χι χι).

Πανέμορφο, κινηματογραφικό!

Η συνέχεια στο επόμ…

Όχι, εντάξει, λίγο ακόμα γιατί σας ‘’πάω, νέοι μου’’…

 

* * *

 

Την επόμενη ξύπνησε στο αλσάκι.

Ω, τι την περίμενε την σκύλα! Και σε ποιον δεν ήθελε να μιλήσει για την τρελή που την ήθελε για αγαπητηκιά του και δεν του έκατσε. Θα το έκανε βούκινο. Δε θα μπορούσε να ξαναπατήσει στην σχολή η ψωνισμένη. Μα ποια πίστευε ότι ήταν!

Βάζει μπρος για την σχολή λοιπόν, και βγαίνοντας από το αλσάκι, ντάλα ο ήλιος, μία ζέστη απίστευτη αρχίζει να τον τυραννά. Καλοκαίρι στην πόλη, έβραζε ο τόπος (ακόμα κι αν τότε δεν είχε τόσο τσιμέντο όσο τις επόμενες δεκαετίες), ε, τι να κάνει: άρχισε να σκάει ο ίδρος.

Μα ξεκινώντας να ιδρώνει, ένας πόνος οξύς τον κεντάει στο κεφάλι. ‘’Ηλίαση θα ναι’’, σκέφτεται και πάει με την παλάμη του να σκουπίσει τον ιδρώτα. Μα έλα μου που νιώθει κάτι σκληρό να βγαίνει από την μέση του κούτελού του! Δεν ήτανε καρούμπαλο, ήτανε σα να του είχανε καρφώσει ένα μαχαίρι!

Από το εσωτερικό προς τα έξω!

Ξεχνάει την σχολή και τρέχει σπίτι. Μα όσο έτρεχε κι όσο τρόμαζε, ο ιδρώτας τον έλουζε, ο πόνος τον κέντριζε και το πράγμα στο κεφάλι του, έβγαινε εμπρός όλο και περισσότερο! Η μεταλλική γωνίτσα, που είχε ξεπεταχτεί πριν ώρα, συνεχώς εκτεινόταν προς τα μπρος και τώρα ήταν σαν μεταλλικό καπέλο!

Μπαίνει στο σπίτι, πάει στον καθρέφτη, κοιτάει… και τι να δει;

Ένα φτυάρι ξεπρόβαλε από το κούτελό του!

By | 2020-01-27T20:44:03+00:00 Ιανουάριος 27th, 2020|