Μια Σύγχρονη Αμαζόνα 1 – 6/666

//Μια Σύγχρονη Αμαζόνα 1 – 6/666

Μια Σύγχρονη Αμαζόνα 1 – 6/666

Κωλάντερα γιρλάντες και στόμωμα εντοσθίων στο μπλέντερ, μα ο Νικολάι…

Ώπα, κάτσε, στάκα!

Κάτι ξέχασα…

Α ναι!

I’m back bitcheeezzzz!!!!

Ήταν Παρασκευή 9 Μαρτίου, η τελευταία φορά που τα είπαμε, και πώς τα είπαμε ε; Φουλ μονόπλευρη κουβέντα: εγώ να χώνω κατεβατά κι εσείς να σκανάρετε, να σκρολάρετε και ίσως ένα μικρό ποσοστό από εσάς, όντως να έδινε βάση και να διάβαζε. Ίσως. Ποιος ξέρει… Υπάρχουν και τέτοιοι!

Σας μίλαγα λοιπόν για τον ετρεπρενούρη ψυχοπλάνο μου, τον Γιάννη και τη φάση που είχε παιχτεί το ‘16 εις τα Αθήνας. Μετά το ξυλίκι με την Καρίσμα, τα γαλακτοζόμπι και το θάνατο του Τζόνι και της Μόρφω λοιπόν, σας άφησα με την περιέργεια για το τι βρήκα στη Ρωσία.

Πέρα λοιπόν από το παρελθόν της κοπέλας με τα ροζ μαλλιά, αυτό που βρήκα ήταν ο…

Ώπα, κάτσε να σας σπάσω λίγο ακόμα τα νεύρα…

Ώρα να παιχτεί μια ξήγα, μιας που είναι ακόμα σχετικά νωρίς και είναι όμορφο το νούμερο του ποστ. Επειδή είπα ότι είμαι patron saint της ψυχοπλάνης (ή μάλλον mpatron, εφόσον είμαι και matron saint όντας ερμαφρόδυτο, μα από την άλλη το μπάτρον δεν ακούγεται τόσο καλά, μου θυμίζει τον ΜΠΑΟΚ και δεν είναι εύηχο, τέσπα) επειδή είπα ότι είμαι αυτό που είμαι τέλος πάντων, δεν σημαίνει πως όλες οι ιστορίες εδώ θα έχουν να κάνουν με την ψυχοπλάνη. Έχω δει αρκετά στη ζωή μου και απλά θέλω να τα μοιραστώ…

Όλα κουλ; Γαμώ! Δεν είναι κουλ; Το Χ είναι πάνω δεξιά, άντε γεια!

Τώρα, ως αναφορά το ύφος, δεν θέλω να είναι κάτι που έχει υπάρξει, θέλω να είμαι ιμπρεσιονιστική, να δίνω μια εντύπωση. Σας δίνω την γενική εικόνα και με το μυαλό σας συμπληρώνεται τα κενά. Είστε τσακαλάκια ‘σεις, το ξέρω. Όπως ακριβώς δεν γίνεται να θυμάσαι κάτι που έζησες πριν καιρό με την κάθε μικροσκοπική λεπτομέρεια, έτσι δεν μπορείς να πεις στον Μονέ να ζωγραφίσει σα τον Βερμέερ! Έτσι δε μπορείς να πεις στην αρχοντιά μου να γράψω με κάποιο τρόπο…

Αχ, το έβγαλα κι αυτό από το υπέροχο στήθος μου! Αυτό ήθελα να πω, μ’ αρέσει να σκέφτομαι αυτά τα ποστ σα λογοτεχνία β’ διαλογής, το αγαπημένο μου κοπλιμέντο είναι το να ακούσω ότι ένα ποστ είναι χάλια και αν σας κάνω να γελάσετε ή να ξεράσετε, να ‘στε καλά, φχαριστώ! Αν όχι, φακ οφ και αγάπες και penis και μπλα…

Οπότε αν την δω Σεχραζάτ σε κάποια φάση και βάζω ιστορίες μέσα σε ιστορίες, θα ξέρετε ότι τουλάχιστον δε θα σας πρήξω με χίλια και ένα ποστ μα μόνο με 666 και ίσως ούτε καν τόσα

Χαχαχα, σας σώζω 335 ποστ, Σεχραζάτ ον ντισκάουντ να ουμ!

Τάδε έφη Μπαφομέτα.

Μα τώρα που είπα ιστορία μέσα σε ιστορία…

Καθόμουν στο σαλόνι και κωλάντερα γιρλάντες υπήρχαν κρεμασμένα στα γύψινα, λες και ήταν παιδικό πάρτι από την κόλαση. Στα πόδια μου είχα μία σακούλα μαρσμέλοουζ και έτρωγα με απορία. Το ένα χέρι μπούκωνε το στόμα μου με γλυκίσματα και το άλλο έξυνε το γενάκι μου…

«Πες μου τι παίζει εδώ μαν μου…» θέλησα να μάθω, όλο περιέργεια, ρωτώντας τον συνομιλητή μου, τον Νικολάι, δείχνοντάς του το άγαλμα που έστεκε πλάι μου.

«Μπαμπούσκα…» μου έκανε ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους ο Νικολάι. Ήμουν στη Ρωσία πάλι, είχα αποφύγει να πάω στα μέρη που είχε πεθάνει η Λιουντμίλα και περίπου δύο χρόνια είχαν περάσει από τον θάνατο του Γιάννη. Γενάρης του ’18, πριν ξεκινήσω τα ποστ για του λόγου το αληθές…

«Λίγα περισσότερα…» τον ενθάρρυνα και έφαγα μια χούφτα ακόμα από τα γλυκίσματα.

«Δε χώνευα την οικογένειά μου, καθόλου. Τους έκανα μπαμπούσκα.» είπε πάλι ο εικοσάρης και κοίταξα το τεράστιο σάρκινο γλυπτό πλάι μου.

«Οπότε τι έχουμε εδώ;»

«Απ’ έξω ο παππούς, μέσα η γιαγιά, μέσα ο μπαμπάς, μέσα η μαμά και στο βάθος ο Μίκα…» μου είπε.

«Ο Μίκα;» ρώτησα.

«Ενός έτους… αδελφός μου…»

Το στόμα μου κρέμασε από το σοκ.

«Ζωντανός;»

«Ναι, χώραγε.» είπε αδιάφορα και ανασήκωσε τους ώμους. «Άνοιξα τρύπα σε όλους τους αφαλούς και είναι ευθυγραμμισμένοι. Βλέπει…»

«Εμ…» ήταν λεπτό το θέμα, δεν ήξερα πώς να το θέσω. «Κι αυτόν δεν τον χωνεύεις ή να τον σώσουμε;»

Πάλι εκείνο το ανασήκωμα…

«Δε με νοιάζει, κλαίει πολύ…»

«Οκ τότε…» είπα και δεν μπόρεσα να μην ανασηκώσω τους ώμους. Κροτάλισα τα δάχτυλά μου και η σάρκινη μπαμπούσκα άρχισε να φλέγεται. Αντίο Μίκα και τα ρέστα, αν δεν ένοιαζε τον αδελφό του, εγώ χέστηκα. Πλησίασα και αρπάζοντας ένα σουβλί από το πάτωμα, πέρασα μέσα του κάμποσα μαρσμέλοζ και άρχισα να τους δίνω το χαρακτηριστικό χρυσαφί χρώμα που τα έκανε τόσο νόστιμα!

«Ωραία, τι θες από εμένα;» ρώτησα και κοίταξα τον Νικολάι.

«Δε θέλω να πάω φυλακή.» μου είπε απλά και… ναι… καταλάβατε… ανασήκωσε πάλι τους ώμ…

«Έκανες ολάκερη θυσία για να μου ζητήσεις να μη πας φυλακή;»

«Δεν ήταν θυσία, ήθελα να τους σκοτώσω. Μ’ ένα σμπάρο…»

Γέλασα, ήταν γελοίο!

Κοίταξα τα ματωμένα εργαλεία στο πάτωμα: ήταν σχολαστικός με το ξεκλήρισμα… Είδα ένα pez παιχνιδάκι με κεφάλι hello kitty. Το σήκωσα και άνοιξα να δω τι καραμέλες είχε στη δεσμίδα: είδα xanax…

Η αντίδραση του Νικολάι και στην εμφάνισή μου και σε όλα γύρω μας, εξηγήθηκε μεμιάς…

«Οκ, έγινε. Θα τους κάνω στάχτη. Λύθηκε το πρόβλημα. Αλλά μόλις καθαρίσουμε, θα σε στείλω σ’ ένα μέρος που ξέρω, να κρυφτείς για ένα διάστημα. Μπορεί να μην έχουν στοιχεία, μα η εξαφάνιση όλων τους θα κινήσει το ενδιαφέρον των γειτόνων. Αν χαθείς κι εσύ, όλα τέλεια. Τι λες;»

ΑΤΏ (Ανασήκωσε Τους Ώμους, θα το λέω έτσι από εδώ και πέρα)

«Ξέρω ένα μέρος…» είπα και αναπόλησα το χωριό του Γιάννη. Αυτό μου θύμισε τη Μόρφω και τα ζόμπι από την μικρή μας επιχείρηση στο κέντρο της Αθήνας, οπότε αποφάσισα να αλλάξω θέμα: «Γαμάς καθόλου μαν μου;»

«Τι;» απόρησε επιτέλους με ειλικρίνεια. Νωθρά όμως, χαπακωμένος ήταν ακόμα…

«Ίσως αν ξεφλόκιαζες να μη σκότωνες. Μπέσα: γαμάς;»

«Ε… όχι και τόσο.» παραδέχτηκε.

«Πολύ πορνό;» ρώτησα, μασουλώντας, για να τον δω να κουνά καταφατικά το κεφάλι του.

«Υπέροχα! Σου έχω τότε μια ιστορία για το τέλειο μουνί. Έχω ξανασυναντήσει κουλές οικογενειακές περιπέτειες. Θα ήθελες να ακούσεις μία;»

ΑΤΏ.

«Ερωτεύτηκες ποτέ Νικολάι;»

Κι εδώ με εξέπληξε: με κοίταξε ίσια μέσα στα μάτια, κούνησε το κεφάλι του αργά σε κατάφαση και δάκρυα έκαναν τα μάτια του να βουρκώσουν.

«Γυναίκα;» ρώτησα και πάλι είδα κατάφαση από μέρους του. «Ξέρεις, κάποιες γραφές λένε ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη οργή πάνω από την οργή της γυναίκας… Συνάντησα μια γυναίκα πριν κάμποσα χρόνια και αυτή κι αν ήταν γυναίκα φίλε μου… Την αγάπησα μπορώ να πω και νιώθω πως με αγάπησε κι εκείνη.» άναψα τσιγάρο και ρούφηξα μια γερή τζούρα. Έβγαλα τον καπνό και είπα:

«Αυτή είναι μια ιστορία που ονομάζω ‘’Μια Σύγχρονη Αμαζόνα’’»

***

Σάββατο 5 Αυγούστου 1995

Ώρα 09:52

Η Ζενεβίβ μόλις είχε τελειώσει με το γύρισμα.

Έκανε ένα ζεστό ντους στο καμαρίνι της. Υπερβολικά ζεστό, σε σημείο μάλιστα που το δέρμα της υπέφερε. Προσπαθούσε απεγνωσμένα να διώξει από πάνω της τη βρωμιά που ένιωθε, όμως όσο δυνατά και αν τριβόταν, όσο ζεστό και αν ήταν το νερό, όσο αφρόλουτρο και αν έβαζε στο σφουγγάρι της το ήξερε ότι αυτή δε θα έφευγε.

Σιχαινόταν τον εαυτό της. Από τη πρώτη στιγμή που άρχισε αυτή τη δουλειά τον σιχαινόταν περισσότερο από ποτέ. Τον τελευταίο μήνα όμως ένιωθε μπουχτισμένη με όλα αυτά. Μισούσε τα πάντα πια, μα πάνω απ’ όλα την πηγή των κακών της.

Για όλα έφταιγε ο πούστης ο πατέρας της. Την μάνα της δεν την είχε γνωρίσει ποτέ, αλλά την δικαιολογούσε που τους είχε αφήσει. Ποιος θα άντεχε να ζει με αυτό το τέρας, αυτό το ζώο που ήταν ο υπεύθυνος της συνεχούς εξαθλίωσης της; Αυτός ο άθλιος μέθυσος που περίμενε την ενηλικίωση της κόρης του έτσι ώστε να είναι νόμιμη αρκετά για να την πασάρει, να γίνει ο προαγωγός της, να της κλέψει όλα τα όνειρα και να την αναγκάσει από τότε να ζει στην ταπείνωση. Το μοναδικό δώρο που της είχε κάνει, εκτός από τους συνεχείς βιασμούς από τα δεκαπέντε της, τις βρισιές και τα χαστούκια που της χάριζε απλόχερα, ήταν η σιλικόνη στο στήθος της , στα δεκαοχτώ της χρόνια. Τα μόνα καλά λόγια που είχαν βγει από το στόμα του ήταν μετά την πρώτη της ταινία, αφού του είχε δώσει την αμοιβή της – μετά από κάμποσα μπάτσα – και ποια ήταν αυτά; ‘’Μπράβο η πουτανίτσα μου. Έκανες περήφανο τον μπαμπάκα. Το ήξερα ότι είναι αμαρτία να περνάω μόνο εγώ καλά μαζί σου. ’’.

Τον είχε παρατήσει χρόνια τώρα –με αυστηρά περιοριστικά μέτρα- αλλά το μίσος της παρέμενε αμείωτο γι’ αυτόν και για όλους τους άντρες. Τους σιχαινόταν πιο πολύ και από τον ίδιο τον εαυτό της – αν αυτό ήταν δυνατόν. Και αυτό ήταν αποτέλεσμα στο ότι ποτέ δεν σήκωσε κεφάλι (εκτός από τα κάτω των παρτενέρ της), ποτέ δεν ύψωσε την φωνή της (εκτός από τα βογγητά της ψεύτικης ηδονής) και γιατί μια ζωή υποτασσόταν σ’ αυτούς σαν σκλάβα (όσο τραβούσαν οι κάμερες).

Μπορούσε όμως να κάνει και αλλιώς; Όταν βρισκόταν μακριά τους τούς μισούσε και όταν ήταν κοντά τους τούς φοβόταν.

Γιατί να μην έχει αγαπηθεί ποτέ; Γιατί τα βλέμματα όλων να σταματούν στην σάρκα και να μην βλέπουν ποτέ πέρα από αυτήν; Γιατί όλοι να την βλέπουν μόνο σαν ένα δοχείο με τρύπες για την ικανοποίησή τους;

Την ήξερε την απάντηση: Επειδή έτσι την πλάσαρε η Βιομηχανία.

Έκλεισε την βρύση και βγήκε έξω .

Δεν είχε κλάψει αυτή τη φορά και δεν θα ξανάκλαιγε ποτέ πια – έτσι έλεγε πάντα, προσπαθώντας όμως μάταια να το πιστέψει και η ίδια. Αρκετά δάκρυα είχαν κυλήσει από αυτά τα καστανά μάτια ξοδεύοντάς τα σε όνειρα για το τι θα μπορούσε να είχε γίνει, για την χαμένη αθωότητα της, για την άθλια ζωή της.

Σκουπίστηκε, στέγνωσε τα μακριά, μαύρα μαλλιά της και ντύθηκε, φορώντας ένα χαμηλοκάβαλο τζιν και ένα λευκό φανελάκι. Βγαίνοντας από το καμαρίνι της, προσπέρασε τους γυμνούς -ως επί το πλείστον- συναδέλφους της που γελούσαν και αστειεύονταν μεταξύ τους και κατευθύνθηκε προς το ασημί, κάμπριο αμάξι της. Πήγαινε γραμμή για τον ατζέντη της και για τη γνωστή ενημέρωση που ακολουθούσε μετά από κάθε γύρισμα.

Εκείνος ήταν το ζωντανό παράδειγμα του ευτυχισμένου ανθρώπου με την δουλειά του. Ω, ναι, οι άντρες το καταχαίρονταν να δουλεύουν στην Βιομηχανία του Έρωτα. Ειδικά εκείνοι. Το απολάμβαναν επειδή είχαν πάντα το πάνω χέρι.

Η Βιομηχανία είχε πάντα κέρδος και ποτέ δεν ξέμενε από φαντασία. Η γκάμα των ταινιών ήταν απεριόριστη και κάλυπτε όλα τα γούστα. Από ελαφριά πράγματα που θα βοηθούσαν τους νέους ν’ ανακαλύψουν την σεξουαλικότητά τους όλο χαρά, ως και πιο εξεζητημένα και ανώμαλα. Οτιδήποτε ήθελε κανείς. Ταινίες από λεσβιακά, αυνανισμούς, κανονική σεξουαλική επαφή ή και τρίο, μέχρι κτηνοβασίες, σαδομαζοχιστικά όργια, κοπρολάγνους και ουρολάγνους, ηλικιωμένους ή παχύσαρκους, νάνους και ένα διεστραμμένο κομμάτι της –το σκοτεινό παρακλάδι της- περιελάμβανε σναφ και παιδική πορνογραφία. Όλα παράνομα φυσικά, μα και πάντα νόμιμα μετά από κάμποσο λάδωμα.

Η ίδια δεν είχε γνωρίσει ποτέ της το φλερτ, τον έρωτα ή την αγάπη κάποιου και ήταν σίγουρη πως η Βιομηχανία έκανε πολλούς να πέσουν στην παγίδα της και να ζήσουν όπως κι εκείνη. Πόσοι άνθρωποι πίστευαν ότι δεν χρειάζονται την αγάπη κάποιου συντρόφου ή κάποια σχέση; Πόσοι προτιμούσαν την αυτοϊκανοποίηση από το κυνήγι του άλλου τους μισού; Πόσοι νόμιζαν ότι έτσι είναι ολοκληρωμένοι ενώ στην πραγματικότητα κλείνονταν στον εαυτό τους και αυτοκαταστρέφονταν; Πόσοι έχαναν καθημερινά την ευκαιρία να κάνουν αυτό που εκείνη ποτέ δεν μπόρεσε; Πόσοι έχαναν την ευκαιρία να ερωτευτούν;

Η Βιομηχανία όμως ήταν αδίστακτη και απρόσωπη μπροστά στον βωμό του χρήματος. Ακόμη και τα ‘’αστέρια’’ της τα χρησιμοποιούσε όσο εκείνα ήταν ενεργά και μετά τα πέταγε στους πέντε δρόμους.

Φτάνοντας επιτέλους στην πύλη της έπαυλης του Πήτερ, χάρισε ένα ψεύτικο χαμόγελο στην κάμερα της ασφάλειας και αμέσως οι σιδερένιες πόρτες άνοιξαν διάπλατα εμπρός της ως δια μαγείας. Αν και έμενε αρκετά κοντά στα στούντιο αυτός ο άχρηστος καλοπερασάκιας ποτέ δεν σήκωνε τον χοντρό του κώλο από κάποιο καναπέ – ή ξαπλώστρα το καλοκαίρι , όπως τώρα – για να πάει μέχρι αυτά. Σταμάτησε την μηχανή και βγαίνοντας από το όχημα κατευθύνθηκε προς την πισίνα, σίγουρη πως θα τον έβρισκε εκεί.

Δεν άργησε να φανεί μια από τις φιλενάδες του. Μία ξανθιά, χαζοχαρούμενη, που ζήτημα ήταν αν θα είχε κλείσει τα είκοσί της χρόνια.

«Γεια σου κούκλα.» της είπε χαρούμενα η φιλόδοξη νέα που πιστεύοντας στα λόγια του Πήτερ νόμιζε ότι μια μέρα θα φτάσει ψηλά. Φορούσε ένα ροζ μπικίνι που επιδείκνυε τις ψεύτικες καμπύλες της. Τα μαλλιά και το σώμα της ήταν βρεγμένα, σίγουρα ερχόταν από την πισίνα.

«Γεια σου κι εσένα.» της είπε κουρασμένα και της χαμογέλασε παρόμοια. Άλλο ένα φτιαχτό χαμόγελο προστέθηκε στον γενικό απολογισμό της μέρας. Μέρος της δουλειάς κι αυτό, η πλαστή ευγένεια. Πότε είχε γελάσει με την καρδιά της τελευταία φορά; Δεν μπορούσε να θυμηθεί. «Μήπως είναι εδώ ο Πήτερ;» ρώτησε συνεχίζοντας να παριστάνει την ευδιάθετη μα κουρασμένη σταρ.

«Φυσικά γλυκιά μου, ακολούθα με.» είπε όλο νάζι η κοκόνα και όλο κουνήματα την οδήγησε στην πίσω αυλή.

Εκεί, πάνω σε μια ξαπλώστρα, είχε απλώσει την αρίδα του ένας αγύμναστος, τριχωτός πενηντάρης που είχε πλουτίσει επειδή κάποτε το εργαλείο του ήταν μεγαλύτερο απ’ τον μέσο όρο και δούλευε καλά – μια εποχή προτού το μέγεθος του πέους αρχίσει να αυξομειώνει με ‘’επιστημονικούς’’ τρόπους. Γύρω του είχε ένα μικρό χαρέμι που απαρτιζόταν από τρεις κοπελιές των ίδιων πνευματικών αρετών με την ‘’Δεσποινίς Ροζ Μπικίνι’’.

« Γεια.» του είπε άκεφα χαρίζοντας άλλο ένα απελπισμένο χαμόγελο.

«Ω, το χρυσό μουνάκι μου, η Ντροπαλή Αγαπούλα.» την καλωσόρισε όλο χαρά χρησιμοποιώντας πρώτα το ψευδώνυμο που της είχε βγάλει ο ίδιος και έπειτα το ‘’καλλιτεχνικό’’ της όνομα. Το χαρέμι άρχισε να χαζογελά. Όποτε χρησιμοποιούσε το παρατσούκλι που της είχε χαρίσει, το πρόσωπό του φώτιζε όλο περηφάνια λες και ήταν κάποια σπουδαία ανακάλυψη. Εκείνη αρκέστηκε στο να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι της διατηρώντας το χαμόγελο στα χείλη της.

«Μ’ ενημέρωσαν πώς στο γύρισμα ήσουν τέλεια, όχι ότι ανησυχούσα δηλαδή, μια ζωή με βγάζεις ασπροπρόσωπο. Όπως δηλαδή βγαίνεις κι εσύ.» είπε και τονίζοντας το υπονοούμενο στην τελευταία του πρόταση, τα άμυαλα κοριτσόπουλα ξεκαρδίστηκαν με το αστείο του. Αυτός συνέχισε χαμογελαστός με μια σύντομη ενημέρωση: « Τα λεφτά είναι στον λογαριασμό σου και το επόμενο γύρισμα είναι την άλλη Πέμπτη, στις έξι το απόγεμα.». Η Ζενεβίβ απλά κατένευσε .

«Αχ, αυτό το υφάκι…» άρχισε να λέει ο ατζέντης της τα χιλιοειπωμένα του λόγια. Ήδη μέσα της γνώριζε την συνέχεια: « Πάντα μελαγχολική και απόμακρη. Αυτό σε κάνει και τόσο καυλιάρα, το ξέρεις;».

Αυτή έγνεψε καταφατικά σα να δέχτηκε κομπλιμέντο και μέσα της ξαφνιάστηκε με την μικρή παραλλαγή. Μελαγχολική και απόμακρη, πόση ώρα να το σκεφτόταν αυτό πριν το πει; Από κάπου θα το είχε ακούσει, σίγουρα, δεν του έκοβε τόσο, το λεξιλόγιό του ήταν πολύ περιορισμένο.

«Είμαι κουρασμένη, Πήτερ. Πάω σπίτι.» του είπε και εκείνος απάντησε με άλλη μια από τις έξυπνες ατάκες του: «Δικαιολογημένα, ειδικά για τις κοπέλες η δουλειά αυτή είναι σκέτο… ξεπάτωμα.».

Αυτή γύρισε και έφυγε χωρίς να του απαντήσει, με τα γελάκια των νεαρών κοπελιών να την ξεπροβοδίζουν.

Η δυστυχισμένη πρωταγωνίστρια γύρισε σπίτι της μετά από λίγα λεπτά, πάρκαρε το όχημά που οδηγούσε δίπλα στο άλλο της αυτοκίνητο και μπήκε μέσα. Ήταν μια πολυτελής, ευρύχωρη μονοκατοικία, σχετικά απομονωμένη από την πολύ φασαρία και κινητικότητα της πόλης. Πέταξε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας τα κλειδιά της και ξεντύθηκε. Φόρεσε ένα ελαφρύ, κοντό νυχτικό και έπεσε για ύπνο. Δεν είχε καν μεσημεριάσει ακόμη.

Ήταν απόγεμα και η πόλη ήταν άδεια.

Η Ζενεβίβ ήταν γυμνή και περιπλανιόταν στους ήσυχους δρόμους ξυπόλητη. Κοιτούσε ολόγυρα αλλά το τοπίο που αντίκριζε ήταν εγκαταλελειμμένο. Αν και απορούσε με την ερημωμένη πόλη και με το γεγονός ότι δεν φορούσε τίποτα, συνέχιζε την περιπλάνησή της.

Ξαφνικά η γη άρχισε να τραντάζεται βίαια σαν να γινόταν σεισμός.

Η κοπέλα προσπάθησε να κρατήσει την ισορροπία της μα τελικά δεν τα κατάφερε και προσγειώθηκε ατσούμπαλα στην άσφαλτο γδέρνοντας τα γόνατα και τους αγκώνες της.

Ο ουρανός σκοτείνιασε και υψώνοντας το βλέμμα της, με φρίκη αντίκρισε έναν γίγαντα! Ήταν ένας πελώριος άντρας, γυμνός, με τεράστια γεννητικά όργανα. Την έδειξε με τον δείκτη του και τότε από πίσω του εμφανίστηκαν κάμποσοι γίγαντες, εξίσου γυμνοί και πανύψηλοι.

Η γυναίκα σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει τρομοκρατημένη.

Το έδαφος τρανταζόταν και τα κτίρια κουνιόντουσαν πέρα δώθε σαν ψεύτικα.

Έτρεχε, έτρεχε και τότε μπροστά της πετάχτηκε ένας καινούριος γίγαντας. Έκανε ν’ αλλάξει κατεύθυνση μα εκεί βρέθηκε ένας άλλος που της έκλεισε τον δρόμο. Έστριψε αλλού αλλά όπου και να πήγαινε την προλάβαιναν οι τεράστιοι αυτοί άντρες.

Ήταν περικυκλωμένη.

Οι γίγαντες σιγά σιγά έσκυβαν από πάνω της με τα χέρια απλωμένα απειλητικά και τα πέη τους σε τιτάνια στύση να τη σημαδεύουν.

Η Ζενεβίβ άρχισε να ουρλιάζει.

Ξύπνησε έντρομη με την καρδιά της να χτυπά σαν τρελή.

Αυτό το όνειρο το είχε βαρεθεί πια. Τόσα χρόνια το ίδιο και το ίδιο, με αυτήν πάντα να πετάγεται μπροστά σα να το έβλεπε για πρώτη φορά.

Σκούπισε με την παλάμη της το κούτελό της και έκανε να καταπιεί. Ο λαιμός της όμως είχε στεγνώσει. Είχε ιδρώσει από την κορυφή ως τα νύχια. Ήταν Αύγουστος μήνας και είχε άπνοια αλλά σίγουρα έφταιγε και ο εφιάλτης γι αυτό. Διώχνοντας από πάνω της τα στρωσίδια, σηκώθηκε όρθια και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα.

Από τα παράθυρα περνούσε λιγοστό φως από το φεγγάρι, που μια στο τόσο γινόταν περισσότερο φωτεινό για λίγες στιγμές από κάποιο περαστικό αυτοκίνητο.

Πήγε στο νεροχύτη και έβαλε κρύο νερό από τη βρύση σε ένα ψηλό ποτήρι.

Μόλις το κατέβασε, ήπιε άλλο ένα και φέρνοντας μπροστά της μια από τις καρέκλες του τραπεζιού, σωριάστηκε πάνω της. Άφησε στην άκρη το ποτήρι και βρίσκοντας δίπλα στα παρατημένα κλειδιά της ένα λαστιχάκι, μάζεψε κάπως τα μαλλιά της, σ’ ένα πρόχειρο κότσο. Ζεσταινόταν και το ύφασμα του νυχτικού της κολλούσε πάνω στο δέρμα της.

Στο μυαλό της επέστρεψαν επανειλημμένες σκηνές εξευτελισμού. Φάπες στο πρόσωπο και στον κώλο σα να ήταν ζώο, εντολές του σκηνοθέτη να φωνάζει προσποιούμενη ότι ερχόταν σε οργασμό, συνεργείο και συμπρωταγωνιστής να γελούν καθώς εκείνη πνίγεται με το εργαλείο του που μπαίνει βαθιά μέσα στο στόμα της, εξαναγκασμός να καταπιεί ή να πασαλείψει πάνω της το σπέρμα του παρτενέρ της… τόσες εικόνες, τόσος πόνος και θλίψη.

Δάκρυα άρχισαν να κυλούν καυτά από τα μάτια της και να μπλέκονται με τον ιδρώτα του προσώπου της.

Γιατί δεν τα παρατούσε;

Φαινομενικά τα είχε όλα: λεφτά, ομορφιά, ανεξαρτησία, ό,τι μπορούσε κανείς να ζητήσει. Μέσα της όμως; Εκεί επικρατούσε ένα χάος. Τι να τα έκανε όλα τα πλούτη του κόσμου εάν δεν τα είχε καλά με τον εαυτό της; Πέρα από την ψυχική της υγεία και την λίγη γαλήνη που αναζητούσε, όλα τα άλλα ήταν ανούσια.

Γιατί απλά δεν έφευγε αφήνοντας τα πάντα πίσω της; Είχε λεφτά, γιατί δεν πήγαινε κάπου μακριά να ξεκινήσει μια νέα ζωή;

Αχ, πόσο τους μισούσε όλους! Δεν ήθελε να τους ξαναδεί στα μάτια της και επιτέλους, εδώ και καιρό είχε ξεμπερδέψει εντελώς με τον πατέρα της. Τον είχε σπιτώσει και του έστελνε μια στο τόσο λεφτά έχοντας διώξει τις όποιες τύψεις είχε για κάποιον άγνωστο λόγο. Όσο για όλους τους άλλους, αδιαφορούσε αν ζούσαν ή πέθαιναν.

Δεν ήταν όμως τόσο γενναία έτσι ώστε να παρατήσει την άθλια ζωή της με την οποία είχε πια συμβιβαστεί. Τι να έκανε;

Στο μυαλό της ξεπήδησε ένα ερώτημα: Αυτοκτονία ή εκδίκηση;

Σηκώθηκε όρθια, έβαλε την καρέκλα στην θέση της και ξαναγέμισε το ποτήρι της. Πάτησε τον διακόπτη για ν’ ανάψει το φως – δεν άντεχε άλλο το σκοτάδι, την ψυχοπλάκωνε – αλλά τίποτα. Ανοιγόκλεισε τον διακόπτη μα και πάλι τζίφος. Διακοπή ρεύματος;

‘’Θα έπεσε η ασφάλεια.’’ Σκέφτηκε και πίνοντας άλλη μια γουλιά νερό, έκανε να πάει προς τον πίνακα για να ελέγξει το κεντρικό. Τότε, τυχαία, το βλέμμα της έπεσε στην γωνία του σαλονιού της. Αυτό που είδε εκεί την έκανε ν’ ανατριχιάσει.

Μια απροσδιόριστη, κουλουριασμένη μορφή της πάγωσε από τρόμο όλο το κορμί. Η καρδιά της, πίσω από το στήθος της, κάλπαζε ξέφρενη και το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς προστάζοντας την να τρέξει μα το σώμα δεν υπάκουγε στην εντολή. Η φιγούρα σάλεψε και το ποτήρι έπεσε από το χέρι της έντρομης κοπέλας. Μόλις έφτασε στο πάτωμα, έσπασε και βρέχοντάς την, την συνέφερε αμέσως.

«Ποιος είσαι; Τι θες από μένα;» ρώτησε φοβισμένη και ο επισκέπτης της σηκώθηκε όρθιος. Η Ζενεβίβ ήθελε να τρέξει και να φύγει από το δωμάτιο αλλά δεν τα κατάφερε. Είχε κοκαλώσει στη θέση της.

Η μορφή άρχισε να πλησιάζει, αφήνοντας πίσω της τις σκιές. Σε κάθε βήμα της το έδαφος τρανταζόταν. Η γυναίκα κατουρήθηκε πάνω της από τον φόβο! Η φιγούρα άρχισε να εκπέμπει ένα αμυδρό λευκό φως και επιτέλους η Ζενεβίβ κατάφερε να προσδιορίσει το πράγμα με το οποίο ήταν αντιμέτωπη. Αυτό που αντίκρισε την παραξένεψε.

Ήταν η ίδια!

Ήταν λες και κάποια στιγμή το είδωλό της είχε αποχωριστεί τον καθρέφτη για να πάρει δική του ζωή. Μία πανομοιότυπη Ζενεβίβ, με τα ίδια μαύρα μαλλιά, στο ίδιο ύψος και με ακριβώς τις ίδιες, τέλειες αναλογίες και τα ίδια μεγάλα, καστανά μάτια. Ένα πράγμα όμως άλλαζε: η εποχή. Η σωσίας της φορούσε δερμάτινα, κολλητά εσώρουχα και μπότες από το ίδιο υλικό. Στο δεξί της χέρι είχε ένα κυρτό σπαθί ενώ στο αριστερό κρατούσε ένα τόξο. Φορούσε μια ζώνη με μικρά μαχαιράκια και στην πλάτη της είχε μια φαρέτρα γεμάτη με βέλη. Το πιο περίεργο όμως απ’ όλα πάνω της ήταν το γεγονός ότι το δεξί της στήθος δεν υπήρχε! Ήταν σαν κομμένο, επίπεδο σε αυτή τη μεριά, αντίθετα με την αριστερή που το στήθος υπήρχε και μάλιστα στο μέγεθος του στήθους της πορνοστάρ.

Δίχως να ξέρει γιατί η γυναίκα δεν φοβόταν πια. Μάλλον έφταιγε το ότι δεν πολυκαταλάβαινε και τι συνέβαινε κιόλας. Η παράξενη κλώνος της δεν την τρόμαζε, το αντίθετο μάλιστα. Η αύρα της ήταν θετική αν και μυστηριώδης. Μπορεί η μορφή της να ήταν άγρια αλλά το βλέμμα της ήταν γαλήνιο.

«Πόσο ακόμα;» ρώτησε το πλάσμα με ήρεμη φωνή. Είχε την φωνή της ίδιας της κοπέλας!

«Πόσο ακόμα, τι;» ρώτησε η γυναίκα αν και είχε καταλάβει τι εννοούσε το ον.

«Πόσο ακόμα θα μένεις άπραγη και θα δέχεσαι τα πάντα αμέτοχη; Πόσο ακόμα θα περιμένεις για να πάρεις την ζωή σου στα χέρια σου;» .

«Δεν ξέρω.» της απάντησε ειλικρινά και έσκυψε το κεφάλι της χαμηλά ντροπιασμένη. «Θέλω να τα σταματήσω όλα, μα δεν ξέρω πώς.» της εκμυστηρεύτηκε απελπισμένη.

«Πώς;» επανέλαβε το ον έκπληκτο. «Πώς θα το κάνεις; Θα σταθείς στο ύψος σου, θα σηκώσεις κεφάλι. Θα σταθείς υπερήφανη για μια φορά στη ζωή σου.».

«Δείξε μου τον τρόπο.» της ζήτησε η γυναίκα όλο εμπιστοσύνη και το άλλο της μισό χαμογέλασε μ’ έναν μυστήριο τρόπο που υποσχόταν πολλά.

«Το ξέρω πως μισείς τους άνδρες, κι εγώ τους μισώ, γι αυτό υπάρχει μόνο μία λύση: εκδίκηση. Θα πάρεις εκδίκηση για όλα όσα σου έχουν κάνει.» είπε το είδωλό της κάνοντας χώρο στο σαλόνι, παραμερίζοντας τα έπιπλα. «Είναι ύπουλοι και νομίζουν πως είναι ανώτεροί μας. Γελιούνται όμως.» συμπλήρωσε και χαρίζοντάς της άλλο ένα χαμόγελο άφησε στην άκρη το τόξο και την φαρέτρα της και της έδωσε το ξίφος της.

«Τι να το κάνω αυτό; Δεν ξέρω να το χρησιμοποιώ.» της εξομολογήθηκε και η ρέπλικα της είπε όλο σιγουριά: «Θα μάθεις.».

Η Ζενεβίβ έβγαλε το νυχτικό της, σκούπισε με αυτό τα σκέλια της και ρίχνοντάς το πάνω στην μικρή λιμνούλα από νερό και ούρα – θα τα μάζευε αργότερα- προχώρησε προς το κέντρο του δωματίου, μετά από ένα νεύμα της νέας της φίλης.

«Οι αμαζόνες δεν φοβούνται να πεθάνουν αλλά δεν είναι και χαζές να χαρίζονται στον θάνατο. Όταν μάχονται είναι απόλυτα αφοσιωμένες σε αυτό που κάνουν και δεν είναι απερίσκεπτες ή επιπόλαιες. Θα περάσεις τρεις δοκιμασίες που όλες μας τις έχουμε περάσει. Αυτές είναι της εξυπνάδας, του θάρρους και της απώλειας. Κατανοητά;». Η γυναίκα κατένευσε.

«Ωραία. Όρμα μου.».

«Ν’ ανάψω κανένα φως πρώτα;» ρώτησε μισό-αστεία μισό-σοβαρά.

«Όχι, αν μάθεις στο σκοτάδι να μάχεσαι, στο φως της μέρας θα είσαι ανίκητη. Τώρα δεν μπορείς να εμπιστευτείς μόνο την όραση σου αλλά πρέπει να χρησιμοποιήσεις όλες τις αισθήσεις σου. Όρμα.» επανέλαβε πιο αυστηρά και η γυναίκα έσφιξε την λαβή μέσα στο χέρι της και όρμησε με το ξίφος να τείνει μπροστά. Η δασκάλα της, σαν αιλουροειδές, πήδηξε στο πλάι, απέκρουσε την λεπίδα με ένα από τα μαχαίρια της και έσκισε το μπράτσο της Ζενεβίβ με ένα απλό χάδι του όπλου της.

Η γυναίκα έπιασε την ανοιχτή πληγή και κοίταξε το αίμα όλο απορία.

«Δεν παίζουμε εδώ. Αν θες να πάρεις εκδίκηση πρέπει να είσαι προετοιμασμένη.».

«Είναι ανούσιο, γιατί απλά να μην πάρω ένα περίστροφο;» ρώτησε εκνευρισμένη η γυναίκα.

«Τι θα κάνεις άμα σε αφοπλίσουν; Θ’ αρχίσεις να κλαις και να ζητάς συγγνώμη παρακαλώντας να σου χαρίσουν τη ζωή σου;».

«Και αν έχουν εκείνοι όπλο; Τι θα κάνει ένα σπαθάκι μπροστά σε κάμποσες σφαίρες;» ξαναρώτησε μαζεύοντας το ξίφος της που είχε πέσει παρά πέρα.

«Ανόητη, εσύ έχεις τα σημαντικότερα όπλα.».

«Και ποια είναι αυτά;».

«Εξυπνάδα, προετοιμασία, γοητεία, αποπλάνηση.» της απάντησε χαμογελώντας και η Ζενεβίβ μετά από πολύ καιρό έκανε το ίδιο μα αυτή την φορά το χαμόγελό της ήταν ειλικρινές, αληθινό.

«Ξανά.» έκανε σοβαρά η αμαζόνα.

Η γυναίκα όρμησε και αυτή την φορά χρησιμοποίησε όλη της την ευλυγισία. Άλλοτε δεχόταν χτυπήματα και άλλοτε απέκρουε. Κάθε φορά η διαδικασία αυτή διαρκούσε περισσότερο και αυτό συνεχίστηκε ως τα ξημερώματα. Μόλις αποχωρίστηκε την φίλη της – η οποία χάθηκε μέσα σε μία στροβιλιζόμενη ομίχλη – ήταν εξουθενωμένη. Έπεσε στο κρεβάτι και ο ύπνος ήρθε αμέσως.

***

Αν είχατε διαβάσει τα προηγούμενα ποστ, θα πήρατε γραμμή ποια ήταν η κλώνος. Μα η υποφαινόμενη φυσικά, η γράφουσα, το ανυπέρβλητο κι απέθαντο καυλάκι που πληκτρολογεί αυτές τις λέξεις!

Όπως και να έχει…

«Αμερικανίζει και είναι παιδιάστικο.» μου είπε ο Νικολάι, κόβοντάς με στο σημείο που σταμάτησα άνωθεν.

«Πρώτον:» ξεκίνησα ολοσόβαρη, σηκώνοντας τον δείκτη του ελεύθερου χεριού μου: «κάθε ιστορία έχει το ύφος της κι αυτή είναι τοποθετημένη στην Αμερική. Δεύτερον:» σήκωσα τον παράμεσο, συνεχίζοντας την αρίθμηση: «η Ζενεβίβ είχε ψυχή παιδιού, τα έβλεπε όλα δραματικά και υπέφερε από κατάθλιψη, ποιος είσαι εσύ να κρίνεις; Και τρίτον: είσαι Ρώσος! Μετά τον Ψυχρό Πόλεμο είστε αρνητικά προδιαθετημένοι, οπότε…» κατέβασα δείκτη και παράμεσο και σήκωσα μόνο τον μέσο. Γύρισα το χέρι μου για να το δει καλύτερα.

Γέλασε…

«Τράβα φέρε το μπλέντερ τώρα.» του είπα. «Πρέπει να εξαφανίσουμε όσα περισσότερα υπολείμματα μπορούμε… Θα συνεχίσω να σου μιλάω εγώ, μα αυτό το κομμάτι της δουλειάς είναι δικό σου, buckle up Ivan!»

Η Ζενεβίβ λοιπόν…

Μπα… Τα λέμε την άλλη φορά παίδες…

Σμουτς! ΧΟΧΟΧ

(16/10/2018)

By | 2018-11-25T10:20:49+00:00 Νοέμβριος 25th, 2018|