Μια Σύγχρονη Αμαζόνα 4 – 9/666

//Μια Σύγχρονη Αμαζόνα 4 – 9/666

Μια Σύγχρονη Αμαζόνα 4 – 9/666

Πάμε με τη μία για το τέλος της ιστορίας.

Την αγαπώ πολύ την Ζενεβίβ για να σας πω τώρα για τον Νικολάι…

***

Πέμπτη 10 Αυγούστου

Ώρα 07:36

Η Ζενεβίβ ξύπνησε από το ωραιότερο όνειρο της ζωής της.

Θυμήθηκε αμέσως όλα όσα είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ και κοιτώντας στο κομοδίνο δίπλα της βρήκε το σημείωμα που της είχε αφήσει η Κασσάνδρα καθώς και ένα μπουκαλάκι με κάποια αλοιφή ίσως. Το γράμμα ήταν γραμμένο πάνω σε πάπυρο με γράμματα τραχιά και όλο γωνίες σα να ήταν γραμμένο κάποια άλλη εποχή με λέξεις όμως του παρόντος.

Η κοπέλα άρχισε να το διαβάζει:

‘’ Αγαπητή Ζενεβίβ,

όταν διαβάζεις αυτές τις γραμμές θα ξέρεις ότι σήμερα είναι η μέρα να πάρεις την εκδίκησή σου. Είσαι γυναίκα, παίξε μαζί τους, απόλαυσέ το πριν τους τελειώσεις. Η αποπλάνηση και η γοητεία σου είναι τα δυνατότερα όπλα σου. Το γεγονός ότι δε θα σε ξαναδώ ποτέ με λυπεί αλλά να ξέρεις ότι όποτε με σκέφτεσαι θα κάνω κι εγώ το ίδιο, έτσι θα είμαι πάντα δίπλα σου. Καλή τύχη με την αποστολή σου και σου εύχομαι ολόψυχα να βρεις την γαλήνη που τόσο λαχταράς.

Η φίλη σου,

Κασσάνδρα.’’

Βλέποντας αυτά τα λόγια η γυναίκα άρχισε να κλαίει με λυγμούς.

Της έλειπε ήδη, την αγαπούσε. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι δεν θα την ξανάβλεπε, δεν μπορούσε να το χωνέψει ότι θα έπεφτε η νύχτα και αυτή δεν θα εμφανιζόταν. Μέσα σε μια βδομάδα είχε γνωρίσει μια μάνα που ποτέ δεν είχε, μια φίλη, μια αδελφή ή μήπως καλύτερα έπρεπε να πει τον έρωτα της ζωής της; Τα λίγα λόγια που αντάλλασσαν πέρα από την αποστολή, στις διαδρομές προς το δάσος της είχαν δείξει ότι πέρα από την εμφάνιση που ήταν σαν δυο σταγόνες νερό, ήταν ίδιες και μέσα τους. Τις είχαν αδικήσει και τις δύο οι άντρες και τους είχαν φερθεί εξευτελιστικά. Η Κασσάνδρα είχε πάρει την εκδίκησή της και τώρα είχε έρθει η σειρά της Ζενεβίβ να κάνει το ίδιο. Γιατί όμως έπρεπε να φύγει κι αυτή από την ζωή της; Γιατί την είχε αφήσει μόνη; Γιατί;

Η γυναίκα σκούπισε τα δάκρυά της και σηκώθηκε από το κρεβάτι.

Πηγαίνοντας στο μπάνιο αναρωτήθηκε: είχε υπάρξει όντως η αμαζόνα ή ήταν όλα στο μυαλό της; Όχι, τι σκεφτόταν βλακείες, υπήρχε. Ήταν εκεί όταν μονομαχούσαν μαζί, όταν μιλούσε, όταν την έσπρωχνε προς το στόχο της, όταν αγκαλιάζονταν. Ήταν εκεί.

Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και έβγαλε τους επιδέσμους. Είδε το στέρνο της. Η αριστερή πλευρά ήταν τέλεια όπως πάντα η δεξιά όμως άδεια. Το δέρμα είχε κάνει μία τεράστια πληγή και ήταν καφέ, καλυμμένο από ένα σκληρό στρώμα από κακάδι που την έτρωγε διαολεμένα. Έκανε να το ξύσει, ήθελε να το βγάλει όλο αλλά και μόνο στην ιδέα ανατρίχιαζε.

Έκανε ένα γρήγορο, κρύο ντους και μόλις βγήκε σκουπίστηκε και χωρίς να ντυθεί, ετοίμασε ένα γρήγορο πρωινό. Έφαγε δίχως να έχει και πολύ όρεξη και παίρνοντας μόνο μια μακριά καμπαρτίνα, κλειδιά και λεφτά πήγε στο γκαράζ. Εκεί βρήκε τα πράγματα που της είχε αφήσει η Κασσάνδρα, δίπλα στα άδεια πιάτα που κάποτε είχαν μέσα τους τα κομμάτια των ζώων, την τροφή της αμαζόνας. Με το δέρμα του ελαφιού της είχε φτιάξει μπότες ενώ με αυτό του τσακαλιού ρούχα. Τα φόρεσε και κοιτάχτηκε στην αντανάκλαση του καθαρού οχήματός της.

Αυτό που είδε την κατέπληξε. Έβλεπε το είδωλό της γυμνό ενώ όταν κοίταζε το σώμα της το έβρισκε και το ένιωθε ντυμένο! Δεν απόρησε όμως και πολύ γιατί ήξερε ότι η μαγεία έπαιζε τον ρόλο της και εδώ.

Πήρε τα όπλα της και τα φιαλίδια με τις αλοιφές και μπήκε στο καθαρό όχημα της, ένα κόκκινο σπορ αμάξι. Το άλλο ήταν ακόμη βρώμικο με το αίμα του μπάτσου.

Μπήκε μέσα και έβαλε μπροστά στη μηχανή. Θα έριχνε μαύρη πέτρα πίσω της. Μόλις ξεμπέρδευε με την εκδίκησή της –και εφόσον ήταν ζωντανή ακόμη- θα έφευγε για να ψάξει την Κασσάνδρα της, τον έρωτα της ζωής της. Θα ξέγραφε το παρελθόν της και θα ατένιζε σε ένα μέλλον πιο αισιόδοξο, δίχως πόνο, στεναχώρια, μίσος και απέχθεια για τον εαυτό της.

Άρχισε να κατεβαίνει τον δρόμο αφήνοντας το σπίτι πίσω της. Δεν γύρισε να το κοιτάξει, μόνο άσχημα πράγματα είχε να θυμάται από αυτό το μέρος. Από δω και πέρα θα κοίταζε περήφανα, μόνο μπροστά. Από εδώ και μπρος θα ζούσε την ζωή της.

Κάθε πράγμα στην σειρά του όμως.

Πρώτα απ’ όλα ήταν η εκδίκηση.

Κοίταξε το ρολόι στο καντράν του αμαξιού της. Είχε πάει δώδεκα και μισή, τρεις ώρες ταξίδι μα επιτέλους είχε φτάσει στο προορισμό της. Στο σπίτι του Τζόναθαν Σάι, στο σπίτι του πατέρα της.

Αυτή η μονοκατοικία μπροστά της ήταν η πηγή του κακού, η εστία των βασάνων της. Σκηνές εξευτελισμού με βιασμούς, βρισιές και χαστούκια της επιτέθηκαν με μανία. Τόσες μνήμες, όλες όμως κακές. Τα φαντάσματα του παρελθόντος ήταν εδώ για να την στοιχειώσουν .

‘’Έχεις μουνί και αυτό σε κάνει κατώτερή μου, μην τολμάς να μου βγάζεις γλώσσα νεαρά κυρία.’’, ‘’Θα κάνεις αυτό που σου λέω εγώ και όταν λέω ότι θέλω πίπα εσύ θα το κάνεις. Κατάλαβες;’’, ‘’Πουτάνα σαν τη μάνα σου κι εσύ. Αν σε ξαναδώ με αυτόν θα φας τόσο ξύλο που θα ξεχάσεις πως σε λένε.’’.

Τα λόγια του, μόνο που τα θυμόταν, την γέμιζαν οργή.

Πήρε μια βαθιά αναπνοή και βγήκε έξω από το αυτοκίνητο. Φόρεσε την καμπαρτίνα της και πήρε το ξίφος της. Έκρυψε το όπλο κάτω από το μακρύ ρούχο –πολύ ζεστό για καλοκαίρι αλλά τουλάχιστον κάλυπτε την επιφανειακή γύμνια της- και κλείδωσε το όχημα.

Πλησίασε την πόρτα και άπλωσε το χέρι για να χτυπήσει. Η γροθιά της έμεινε μετέωρη λίγα εκατοστά μακριά από το ξύλο. Σκεπτόμενη όσα είχε περάσει χάρη αυτού του ξιπασμένου γέρο-τράγου, χτύπησε αποφασιστικά δύο φορές με την γροθιά της.

«Ποιος;» ακούστηκε μια βραχνή φωνή από μέσα. Η γυναίκα δε μίλησε, το μίσος της είχε ράψει το στόμα. Θα τον σάπιζε στο ξύλο και μετά θα τον σκότωνε.

«Ποιος;» ρώτησε πάλι η φωνή, φανερά ενοχλημένη. Εκείνη δεν απάντησε πάλι. Χίλιες σκέψεις της γέμισαν το νου, πως θα του προκαλούσε πόνο αντίστοιχο με αυτόν που είχε νιώσει η ίδια. Ξαφνικά όμως δίστασε. Σκέφτηκε να φύγει και δεν ήξερε γιατί. Ότι τον μισούσε ήταν το μόνο σίγουρο αλλά από την άλλη ήταν ο πατέρας της. Να τον συγχωρούσε;

Βαριά βήματα και μουρμουρητά με βρισιές πλησίαζαν πίσω από την πόρτα και η Ζενεβίβ επανήλθε στην πραγματικότητα και προσηλώθηκε στο παρόν. Κάθε ενδοιασμός εξανεμίστηκε. Τον μισούσε και περίμενε καιρό αυτή τη στιγμή. Επιτέλους θα έπαιρνε την εκδίκησή της.

Η πόρτα άνοιξε και η οργή στο πρόσωπο του γέρου έδωσε τη θέση της στην έκπληξη μόλις αντίκρισε το βλοσυρό βλέμμα της κόρης του. Σίγουρα αυτά τα δέκα χρόνια που είχαν περάσει από την τελευταία τους συνάντηση, είχαν κακή επίδραση πάνω του. Ο Σάι τώρα πια είχε μακριά μούσια και μαλλιά, κοκκινισμένο πρόσωπο και μάτια ενώ βρωμοκοπούσε κρασί. Τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα και τα δάχτυλά του κιτρινισμένα από το τσιγάρο. Όμοια με τον ιδιοκτήτη του, έτσι και το σπίτι πίσω του, ήταν ένα αχούρι και έζεχνε κλεισούρα.

«Βιβίκα μου;» ψέλλισε και τα υπόλοιπα λόγια του χάθηκαν μέσα σε λυγμούς και σε δάκρυα που τον κυρίευσαν. Έπεσε στα γόνατα και άρχισε να της φυλά τα πόδια σαν πιστός που μεταλάμβανε φιλώντας το άγαλμα κάποιου αγίου. Τα δάκρυά του κυλούσαν και έπεφταν καυτά πάνω στο δέρμα της, πνιγόταν μέσα σε αναφιλητά. Οι μόνες λέξεις που ξεχώριζε η γυναίκα ήταν: ‘’κοριτσάκι μου’’ και ‘’συγχώρα με’’.

Η Ζενεβίβ σάστισε καθώς τα μπερδεμένα συναισθήματά της έδιναν μια ξέφρενη μάχη μέσα της. Μίσος, οίκτος, οργή, ίσως ακόμη και κάποιου είδους αλλόκοτη αγάπη την εμπόδιζαν στο να κάνει το οτιδήποτε. Είχε όντως μετανιώσει για όλα όσα της είχε κάνει; Είχε καταλάβει την αθλιότητα και την αισχρότητα των πράξεων του ή όλα ήταν φτηνοί θεατρινισμοί για να την έχει πάλι κοντά του και να συνεχίσει τα ίδια; Δεν είχε φανταστεί την επανασύνδεσή τους έτσι. Καμία σχέση. Στο μυαλό της υπήρχε ένας υπερήφανος φαλλοκράτης που καταδυνάστευε την ίδια και πριν από αυτή την μάνα της και μπροστά της τώρα είχε ένα ερείπιο, μια παρωδία του άντρα που ήξερε. Τα πράγματα είχαν γίνει πολύ πιο περίπλοκα απ’ ότι θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί.

Όχι. Έπρεπε να κάνει αυτό που είχε ετοιμαστεί να κάνει.

Ο άντρας σηκώθηκε για να την αγκαλιάσει και αυτή αηδιασμένη τον έσπρωξε μακριά της, διώχνοντάς τον λες και ήταν κάποιος ενοχλητικός ζητιάνος. Δεν θα μπορούσε να αντέξει την κίνηση αυτή. Ή θα έσπαγε και θα έβαζε τα κλάματα ή θα τον σκότωνε επιτόπου. Τι να έκανε;

Ο γέρος Τζόναθαν την κοίταξε, πεσμένος στο πάτωμα, όλο απορία. Πίσω από ένα βλέμμα θολό από τα δάκρυα, πήγε να ψελλίσει ‘’γιατί;’’ αλλά σταμάτησε και συγκατένευσε. Καταλάβαινε επιτέλους το πραγματικό νόημα της επίσκεψης. Η κόρη του δεν είχε έρθει για να συμφιλιωθούν -αυτό τολμούσε μόνο να το ονειρεύεται πια, είχε έρθει για να τον σκοτώσει. Σκούπισε τα δάκρυά του, σηκώθηκε όρθιος παίρνοντας την αξέχαστη, ψωρο-υπερήφανη στάση του και είπε με τρεμάμενη από το κλάμα φωνή: «Κάνε ότι νομίζεις, εγώ σε αγαπάω.».

Αυτά τα λόγια την τρέλαναν.

Έσφιξε τα δόντια και μουγκρίζοντας σαν άγριο θηρίο, τον κλώτσησε με δύναμη στην κοιλιά. Ο γέρος σωριάστηκε πάνω σε έναν καναπέ και κουλουριάστηκε στα δύο από τον πόνο. Η Ζενεβίβ μπήκε μέσα κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

Για κάθε φορά που άκουγε μέσα στο κεφάλι της το ‘’εγώ σε αγαπάω’’ τον γρονθοκοπούσε με μανία. Αυτός δεν πρόβαλε καμία αντίσταση. Δεχόταν τα χτυπήματα και έκλαιγε. Η γυναίκα τον κλωτσούσε και τον έσπρωχνε, του έριχνε μπουνιές και τον έβριζε μα η οργή της δεν ηρεμούσε. Το μίσος της δεν έσβηνε.

Πώς είχε τολμήσει να της τα κάνει όλα αυτά; Δεν είχε ψυχή; Γιατί δεν την είχε αγαπήσει όπως ο κάθε πατέρας πρέπει να αγαπά την κόρη του;

Τότε ξαφνικά σταμάτησε.

Τον έσπρωξε μακριά της και του γύρισε την πλάτη. Δίχως να μπορεί να καταλάβει το γιατί, τα μάτια της γέμισαν με δάκρυα. Τι ένιωθε πέρα από το μίσος της; Πόνο, παράπονο, αγάπη, τι; Άρχισε να κλαίει νιώθοντας πιο μπερδεμένη από ποτέ. Τόσα χρόνια ήθελε να τον σκοτώσει και τώρα τελευταία στιγμή δίσταζε. Γιατί;

Τον ένιωσε να την πλησιάζει από πίσω της. Ο βηματισμός του ήταν αργός, διστακτικός. Άπλωνε το χέρι του για να την πιάσει από τον ώμο.

«Μην τολμήσεις.» του είπε φτύνοντας τις λέξεις με μίσος.

«Βιβίκα μου, συγχώρεσέ με. Δεν ήξερα τι έκανα. Έπινα τότε, ήμουν ένας ηλίθιος μέθυσος. Σε παρακαλώ, συγχώρα με παιδί μου.» άρχισε να της λέει και η φωνή του έδειχνε ότι εννοούσε ότι έλεγε. Ήταν όμως δυνατόν να τον συγχωρήσει ποτέ;

«Απ’ ότι βλέπω δεν έχεις αλλάξει και πολύ τις συνήθειές σου.» του είπε σε μια μομφή για την αγάπη του στο πιοτό.

«Ήμουν ηλίθιος. Σε αγαπούσα τόσο πολύ, σε ζήλευα. Ήσουν τόσο όμορφη, σα την μητέρα σου, σε ήθελα μόνο για μένα. Όταν σε έβλεπα με άλλους… τρελαινόμουνα. Σε ήθελα δική μου, ήθελα να νιώθω ότι μου ανήκεις.» προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο Σάι.

«Και τότε αν με αγαπούσες τόσο πολύ όσο λες γιατί μου έκανες αυτά τα αρρωστημένα πράγματα; Γιατί περίμενες να ηλικιωθώ για να μου κάνεις την ηλίθια πλαστική και να με δώσεις στη Βιομηχανία;» είπε γυρνώντας να τον κοιτάξει. Πίσω από τα δάκρυα οι φλόγες του μίσους καθρεφτίζονταν στα μάτια της. «Αγάπη το λες εσύ αυτό;» του φώναξε και αυτός μέσα σε λυγμούς άρχισε να αναμασά για άλλη μια φορά τα λόγια του: «Το έκανα για να σε τιμωρήσω, νόμιζα ότι γνωρίζοντας έτσι τους άντρες θα τους μισήσεις και θα θες μόνο εμένα. Για όνομα του Θεού, δεν ήξερα τι έκανα, έχω μετανιώσει ειλικρινά. Συγχώρα με αγάπη μου. Ξέχνα τα όλα και έλα να ζήσουμε μαζί όπως τότε. Έλα να είμαστε πάλι καλά.».

«Είσαι τρελός;» του φώναξε έξαλλη με αυτά που άκουγε. «Να τα ξεχάσω όλα; Να σε συγχωρήσω μετά από όλα όσα μου έκανες; Μου φέρθηκες χειρότερα κι από ζώο και θες να τα ξεχάσω όλα και να γυρίσω πίσω σε αυτό τον εφιάλτη; Να είμαστε πάλι καλά; Μόνο εσύ περνούσες καλά, ω, ναι, εσύ το διασκέδαζες. Έτσι δεν είναι; Στοίχημα πως αν επιστρέψω θα κάνεις ότι μου έκανες και τότε. Θα με τιμωρείς όποτε νομίζεις ότι είμαι άτακτη σωστά; Με αηδιάζεις.».

«Κοριτσάκι μου, σε παρακαλώ, εγώ σε αγαπάω. Συγχώρα με, συγχώρα με.» συνέχιζε ο γέρος. «Έχω μετανιώσει, αλήθεια σου λέω. Πες μου πως μ’ αγαπάς και θα επιστρέψεις στον μπαμπάκα. Σε παρακαλώ, πες μου πόσο με αγαπάς;».

«Θα έπρεπε να σε σκοτώσω τώρα. Νομίζεις ότι είμαι το ίδιο κοριτσάκι που ήμουν και μπορείς να με ελέγξεις; Σε μισώ. Πάντα σε μισούσα και δεν θα σταματήσω ποτέ να σε μισώ. Να τα θυμάσαι αυτά τα λόγια, να σε στοιχειώνουν όσο ζεις.» του είπε και έκανε να φύγει.

Δεν θα τον σκότωνε. Προτιμούσε να τον αφήσει να ζει μια ζωή μέσα στις τύψεις, αυτό του άξιζε. Κανένας θάνατος δεν θα ήταν αρκετός γι αυτόν τον άνθρωπο. Ο θάνατος μόνο θα τον λύτρωνε, μια ζωή όμως μέσα στις τύψεις… μόνο γι αυτό το μαρτύριο ήταν άξιος.

Η γυναίκα άρχισε να κινείται προς την πόρτα και ο γέρος άντρας είχε πέσει πάλι στα γόνατα, κυνηγώντας και παρακαλώντας την: «Όχι, μη φεύγεις, μη με αφήνεις πάλι μόνο. Σε παρακαλώ, γύρνα πίσω, σε παρακαλώ. Βιβίκα μου συγχώρα τον μπαμπάκα, σε παρακαλώ. Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος έχω αλλάξει. Μη φεύγεις, μη… σε παρακαλώ.».

Η Ζενεβίβ δίχως να τον ξανακοιτάξει, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Ο Τζόναθαν της γράπωσε το χέρι και άρχισε να την τραβά προς το μέρος του. Εκείνη το τράβηξε πίσω με βία και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της.

Τα παρακάλια του γέρου συνέχιζαν ακόμη και όταν η κοπέλα μπήκε μέσα στο όχημα και έβαλε μπροστά την μηχανή. Οι λυγμοί και οι δικαιολογίες του άρχισαν να χάνονται όσο το όχημα απομακρυνόταν από αυτόν, αφήνοντάς τον πεσμένο στα γόνατα, στην μέση του δρόμου, να ζητά από την κόρη του να επιστρέψει σπίτι.

Η Ζενεβίβ είχε τρελαθεί με τα όσα είχε ακούσει.

Τα λόγια του πατέρα της επέστρεφαν ξανά και ξανά και ξανά στο μυαλό της και την έκαναν έξαλλη. Ένιωθε σα να καίγεται από πυρετό, όλο της το δέρμα έβραζε. Έβγαλε την καμπαρτίνα της και την πέταξε στο δίπλα κάθισμα, όπου νωρίτερα είχε αφήσει το ξίφος της.

Τι θράσος! Να θέλει να ξεχάσει όλα όσα είχε περάσει και την είχαν καταστρέψει; Τα έκανε όλα επειδή την αγαπούσε; Ήταν τρελός; Έπρεπε να τον είχε σκοτώσει. Ήθελε τόσο να κάνει αναστροφή και να πάει να τον σφάξει. Ήθελε να τον ξεσκίσει με τα δόντια της, να του γδάρει τη σάρκα με τα νύχια της και να τον κατακρεουργήσει σε τέτοιο σημείο που να μην μείνει τίποτε παραπάνω από μία απροσδιόριστη μάζα από αίμα και δέρμα.

Τον μισούσε τόσο πολύ. Ευχόταν από μέσα της να πέθαινε τώρα, να αυτοκτονούσε μέσα στην απόγνωση και στην λύπη του. Το ήξερε όμως πως αυτός ο δειλός δεν θα μπορούσε ποτέ να αυτοκτονήσει. Θα έπνιγε τη στεναχώρια του στο ποτό μέχρι να τον πάρει ο ύπνος και την επόμενη μέρα θα επέστρεφε στην μίζερη ζωή του σα να μην τον είχε επισκεφτεί ποτέ. Ω, αυτό ήταν που την εξόργιζε. Το ήξερε πως ότι και να έκανε ο Τζόναθαν Σάι δεν θα άλλαζε ποτέ.

Η εκδίκηση επέστρεψε στο μυαλό της και ανεβάζοντας ταχύτητα, κίνησε για ένα γνωστό προορισμό.

Σταμάτησε έξω από την έπαυλη του Πήτερ στις πέντε ακριβώς.

Κοίταξε σοβαρή την κάμερα ασφάλειας –ήταν πολύ τσατισμένη για να χαρίζει ψεύτικα χαμόγελα- και οι πύλες άνοιξαν καλώς ορίζοντάς την.

Πάρκαρε το αμάξι της και αδιαφορώντας για την εξωτερική της εμφάνιση, πήρε το ξίφος της και πήγε με αποφασιστικό βήμα προς την πισίνα.

Οι φίλες του μάνατζέρ της βλέποντάς την άρχισαν να ουρλιάζουν και έφυγαν τρέχοντας για το εσωτερικό του σπιτιού. Ο ίδιος άνοιξε το νυσταλέο βλέμμα του και κοιτάζοντάς την ξαφνιάστηκε τόσο που έπεσε κάτω από την ξαπλώστρα του.

«Τζεν, τι κάνεις, τρελάθηκες; Εγώ είμαι, ο Πήτερ, ο Πήτερ σου. Μην κάνεις καμιά τρέλα, πέτα το μακριά αυτό το πράγμα.» άρχισε να την παρακαλά έντρομος.

«Θα πληρώσεις, θα πληρώσετε όλοι σας για ότι μου κάνατε.» είπε βλοσυρά και μπροστά της δεν έβλεπε πια τον Πήτερ να παρακαλά για την ζωή του αλλά τον πατέρα της.

«Τι εννοείς; Τι σου κάναμε;» άρχισε να απορεί και τότε σάστισε παρατηρώντας την τεράστια πληγή της: «Παναγία μου τι έπαθε το στήθος σου;».

Αυτό το ψεύτικο ενδιαφέρον του την θόλωσε. Κατεβάζοντας με ταχύτητα το σπαθί της πάνω στο γόνατό του, του κομμάτιασε το πόδι. Στη θέα του αίματος ο δειλός άντρας άρχισε να ουρλιάζει από τον πόνο και να παρακαλά για έλεος: «Γιατί; Δεν σου φέρθηκα μια χαρά, δεν σε περιποιήθηκα; Τις καλύτερες δουλειές σου έβρισκα, τα λεφτά σου είναι περισσότερα από οποιασδήποτε άλλης. Ποιο είναι το παράπονό σου;».

«Ποιο είναι το παράπονό μου; Το παράπονό μου Πήτερ είναι πως όταν με έφερε ο πατέρας μου σε εσένα δέχτηκες να με βάλεις στη Βιομηχανία αρκεί να με δοκίμαζες πρώτα. Δεν ζήτησα ποτέ να με προστατέψεις ούτε να μου δώσεις δόξα και χρήμα. Το μόνο που ήθελα ήταν λίγος σεβασμός.» του εξηγήθηκε και έχωσε την λεπίδα της στην ανοιχτή του πληγή.

Ο άντρας δακρύζοντας, ούρλιαξε από τον πόνο και είπε: «Αχάριστη πουτάνα. Σου φέρθηκα σα βασίλισσα και έτσι μου το ξεπληρώνεις; Αυτό είναι το ευχαριστώ σου;».

Η Ζενεβίβ ακούγοντας αυτά πέταξε στην άκρη το ξίφος της και του όρμησε με λύσσα. Ο πεσμένος μάνατζερ προσπάθησε να υπερασπίσει τον εαυτό του αλλά η γυναίκα ήταν πυρ και μανία. Έμπηξε τα δάχτυλά της μέσα στα μάτια του τυφλώνοντάς τον και στην συνέχεια γράπωσε μέσα στην χούφτα της τα γεννητικά του όργανα. Τα χαστούκια και οι μπουνιές που έριχνε στα τυφλά ο άντρας μόνο την εξαγρίωναν, δεν ένιωθε πόνο μέσα στη οργή της. Έσφιξε την λαβή της και άρχισε να τραβά προς το μέρος της τον εξοπλισμό του άντρα. Ο Πήτερ ούρλιαζε και κουνούσε τα χέρια του με μανία αλλά η κοπέλα δεν υποχωρούσε. Τελικά η σάρκα άρχισε να σκίζεται μέχρι που το περιεχόμενο της χούφτας της αποκόπηκε από το σώμα του μάνατζερ.

Του πέταξε τα ξεριζωμένα κομμάτια του στο πρόσωπο και τον κλώτσησε μέσα στην πισίνα του. Θα πέθαινε ή από πνιγμό ή από αιμορραγία, δική του η επιλογή.

Μάζεψε το όπλο της και είδε τον σωματοφύλακα του Πήτερ να πλησιάζει λίγο καθυστερημένα. Είχε στο χέρι του το όπλο του. Η γυναίκα έτρεξε και κρύφτηκε μέσα σε κάτι τροπικά φυτά που είχε φυτέψει στην αυλή του ο μάνατζερ της. Ο σωματοφύλακας την πυροβόλησε και όλως τυχαίως την πέτυχε στο χέρι. Την ακολούθησε μέσα στα φυτά αλλά τώρα είχε αυτή το πλεονέκτημα.

Μαζεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε και μέσα στον πυρετό που ένιωθε από το μίσος της, το τραύμα της ούτε που την απασχολούσε. Ο άντρας την προσπέρασε χωρίς να το καταλάβει και αυτή στο πρόσωπό του είδε πάλι τον πατέρα της και όχι έναν αρρενωπό τριαντάρη. Ουρλιάζοντας του επιτέθηκε χώνοντας το σπαθί της βαθιά μέσα στον ώμο του. Ο άντρας ούρλιαξε μα αυτή έσφιξε τα δόντια της και άρχιζε να κατεβάζει το σπαθί της προς την κοιλιά. Συνέχιζε να κατεβαίνει ακόμη και όταν το θύμα της ξεψύχησε. Το αίμα του της έβρεχε τα πόδια και εκείνη δεν σταμάτησε μέχρι να κόψει το σώμα του στα δύο.

Μόλις το σπαθί της ελευθερώθηκε από τη κορμί του σωματοφύλακα, εκείνη γύρισε στο αμάξι της. Έβαλε στην πληγή της την αλοιφή της Κασσάνδρας και το τραύμα γιατρεύτηκε, ξεβράζοντας στην επιφάνεια το βλήμα που την είχε διαπεράσει. Κοίταξε το ρολόι στο καντράν της: έξι παρά είκοσι.

Χαμογέλασε χαιρέκακα. Μέσα στην τόση διασκέδαση παραλίγο να ξεχάσει ότι είχε γύρισμα.

Σταμάτησε το αυτοκίνητό της στο πάρκιν του στούντιο και βγαίνοντας από το όχημα, φρόντισε να έχει πάνω της όλο τον εξοπλισμό της. Το σπαθί ήταν στην πλάτη της και στο χέρι της τώρα είχε το τόξο της.

Προχώρησε προς την πόρτα και ο φρουρός χαμογέλασε με τα όπλα της.

«Τσόντα με αμαζόνες; Που τα σκέφτονται οι πούστηδες;» είπε και άρχισε να γελά μόνος του. Η Ζενεβίβ έβλεπε τον Τζόναθαν Σάι να γελάει ντυμένος με στολή φρουρού.

Ο άντρας είχε πραγματικά ξεκαρδιστεί με την βλακεία που είχε πει και τα κλειστά του μάτια δεν είδαν το βέλος που πλησίαζε. Το βλήμα χώθηκε στο στόμα του βγάζοντας το γέλιο του ξινό και καρφώνοντας το κεφάλι του στην πόρτα.

«Όντως που τα σκέφτονται;» ρώτησε η κοπέλα σοβαρά προσπερνώντας το πτώμα.

Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα εκτοξεύοντας βέλη προς κάθε άντρα που έβλεπε να την κοιτά με την μορφή του γέρου της. Ακολούθησε πανζουρλισμός: γυναίκες άρχισαν να ουρλιάζουν και να τρέχουν προς την έξοδο, ηθοποιοί και φροντιστές παρατούσαν τις θέσεις τους και μέσα σε λίγα λεπτά δεν υπήρχε άνθρωπος γύρω από την αμαζόνα που να μην τρέχει για την ζωή του.

Τα βέλη αφού ξεμπέρδεψαν με όσους ήταν οπλισμένοι, συνέχισαν τρυπώντας λαιμούς, στήθη, κεφάλια, πόδια και χέρια που όλα άνηκαν σε αρσενικά, δεν πρόκειται να πείραζε τις ομόφυλές της. Κάποια στιγμή όμως η φαρέτρα της άδειαζε και η γυναίκα άδραξε το ξίφος της.

Τους κυνηγούσε σα να ήταν ζώα. Άρχισε να τρυπά και να κόβει τα πόδια όσων βρίσκονταν κοντά της, αναγκάζοντάς τους να κυλιούνται και να σέρνονται προς την έξοδο σα σκουλήκια. Το πλατό άρχισε να βρομά από το αίμα που είχε χυθεί και η γυναίκα έκλεισε την πόρτα παρατηρώντας το επίτευγμά της. Γύρω της, σωριασμένοι κοντά στους είκοσι άντρες –σκηνοθέτες, ηθοποιοί, ασφάλεια, κάμεραμεν και άλλοι τεχνικοί- βρίσκονταν ακρωτηριασμένοι, κλαίγοντας και αιμορραγώντας.

«Πώς νιώθετε τώρα; Είναι ωραία να έχει κάποιος άλλος το πάνω χέρι; Ε, είναι ωραία;» τους φώναξε και άρχισε να τους πλησιάζει. Τότε θυμήθηκε το φιαλίδιο που της είχε αφήσει η Κασσάνδρα. Το έβγαλε από την ζώνη της και το άνοιξε. Ήταν ένα κίτρινο υγρό που μάλλον ήταν κάποιου είδους φίλτρο. Το ήπιε με μια γουλιά και η αντίδρασή του δεν άργησε να ακολουθήσει.

Η γυναίκα άρχισε να λάμπει μέσα σε ένα χρυσό φως!

Τότε οι άντρες που ήταν στα πόδια της άρχισαν να γδύνονται και αυνανίζονται στην θέα της. Η Ζενεβίβ γέλασε. Την λάτρευαν σαν θεά, δεν ντρέπονταν να εξευτελιστούν μπροστά της για να την ευχαριστήσουν με την προσφορά τους. ‘’Αχ, Κασσάνδρα, τι τέλειο δώρο.’’ σκέφτηκε η κοπέλα γελώντας. Τους έβλεπε να την κοιτούν όλο λαχτάρα και λαγνεία, αγάπη και δέος. Το βλέμμα τους έδειχνε πως αισθάνονταν την αθλιότητά τους και είχαν επίγνωση του τι έκαναν μα η θέα της ήταν σα να τους μάγευε, σα να τους έκανε ανίκανους να αντισταθούν στον πειρασμό της αυτοϊκανοποίησης τους. Η πράξη τους ήταν όσο το δυνατόν πιο κοντά μπορούσαν να έρθουν κοντά της αφού η οποιαδήποτε επαφή μαζί της φάνταζε γι αυτούς σαν κάτι το απαγορευμένο, σαν ένα μακρινό όνειρο.

Μόλις το θέαμα έπαψε να την διασκεδάζει, τους γύρισε την πλάτη και έκανε να φύγει. Οι φωνές και τα παρακάλια τους για να επιστρέψει σε αυτούς δεν την άγγιζαν, τους άφησε να την ποθούν και να σιχαίνονται τον εαυτό τους.

Είχε πάρει την εκδίκησή της και με το παραπάνω. Είχε χυθεί αίμα και τους είχε εξευτελίσει. Πέταξε στην άκρη τα όπλα της και έβγαλε τα αόρατα ρούχα της. Επιτέλους ήταν έτοιμη για μια καινούρια αρχή πια.

Πλησίασε την πόρτα και εκείνη την στιγμή την στιγμή βρέθηκε προ εκπλήξεως. Απ’ έξω ακούστηκαν σειρήνες και η φωνή ενός άντρα που μίλαγε σε ένα μεγάφωνο: «Ζενεβίβ Σάι, έλα έξω χωρίς όπλα και με τα χέρια ψηλά. Είναι ανώφελο να προσπαθήσεις να ξεφύγεις, είσαι περικυκλωμένη. Είσαι ένοχη για τον φόνο του Νικ Σάφετι, του Πήτερ Ντίκερ και πολλών άλλων. Επαναλαμβάνω: έλα έξω αλλιώς θα έρθουμε εμείς μέσα.».

Νικ Σάφετι; Ο μπάτσος! Θα το είχαν μάθει πια.

«’’Ντροπαλή Αγαπούλα, φαντάζομαι πως δε με έπεισες και πολύ ως Νίνα. Έτσι δεν είναι;» άκουσε μια γυναικεία φωνή από το μεγάφωνο. Ήταν αυτή πουτάνα, η ενοχλητική-Τάρα, η μόνη γυναίκα που θα σκότωνε ευχαρίστως.

Καινούρια αρχή και κυνήγι για τον έρωτα της ζωής της… Η Ζενεβίβ χαμογέλασε με τα σαχλά της όνειρα. Το ήξερε πως δε θα τα κατάφερνε να ξεγράψει το παρελθόν έτσι απλά και όλα τα σχέδια που είχε για το μέλλον ποτέ δεν θα πραγματοποιούνταν.

Έσκυψε και μάζεψε το σπαθί της.

Ποιον κορόιδευε; Ποτέ δεν θα τα κατάφερνε εκεί έξω. Γιατί; Γιατί απλά δεν άνηκε σε αυτή την εποχή και σε αυτό τον τόπο. Ήταν μια αμαζόνα, πάντα ήταν και πάντα θα ήταν. Δεν θα άλλαζε τώρα αυτό. Το τέλος της θα ήταν ένδοξο, θα έπεφτε υπερήφανη.

Η πόρτα έσπασε και οπλισμένοι αστυνομικοί μπούκαραν μέσα στο στούντιο φωνάζοντας της να παραδοθεί.

«Κασσάνδρα, αγάπη μου… Έρχομαι.» είπε η αμαζόνα και όρμησε για τελευταία φορά στα πυρά της μάχης.

***

Αχ Ζενεβίβ….  

Την επόμενη ο επίλογος και της Ζενεβίβ και του Νικολάι…

Be there or be toasted.

(16/11/2018)

By | 2018-11-25T10:27:38+00:00 Νοέμβριος 25th, 2018|