Intermission: Γατιά και κουκουβάουνες! – 20/666

/, Featured/Intermission: Γατιά και κουκουβάουνες! – 20/666

Intermission: Γατιά και κουκουβάουνες! – 20/666

Έβρεχε γατιά. Κυριολεκτικά. Μικρά γατιά όμως, από αυτά που αν φάνε λιγάκι καταλήγουν με τουρλωτή κοιλίτσα, από αυτά που όταν γουργουρίζουν τρέμουν ολόκληρα, από αυτά που οι Αμερικάνοι τα λένε και μουνάκια ή μουνογατάκια. Ξέρετε…

Ήταν νύχτα. Όποτε ο ουρανός γινόταν γαλάζιος για δευτερόλεπτα, από τον στατικό ηλεκτρισμό, αντί για βροντή, άκουγες ένα ηχηρό ΜΑΟΥ στο στερέωμα. Μα δεν έπεφτε σταγόνα νερό.

Μόνο γατιά.

Πολλά γατιά, μαν μου!

Και δεν ήταν καν βρεγμένα!!!

Ξεκίνησε μία μουρμούρα. Δεν ακούγονταν άλλα νιαουρίσματα ή άλλες ομιλίες από ανθρώπους, μόνο κεραυνονιαουρίσματα μια στο τόσο και μία μουρμούρα. Πλησίασα την σύναξη των περισσότερων που βρισκόταν πλησιέστερά μου.

Και τότε κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, όταν ήμουν αρκετά κοντά και τα άκουσα να βρίζουν.

Ένα με κοίταξε, με τα υπέροχα αθώα ματάκια του και με είπε: «Καριόλη!»

«Εξκιουζέ μουά;» του έκανα και συνέχισε να με βρίζει.

 

Πέρασαν κάμποσα δευτερόλεπτα και όσο ασυνήθιστο κι αν ήταν το θέαμα… βαρέθηκα. Δε πάω συχνά στην εκκλησία, μα άκουσα τόσα καντήλια που ήμουν οκέι για κανά αιώνα ακόμα. Σήκωσα το βλέμμα μου στις λάμπες του δρόμου και είδα να με κοιτάει μία κουκουβάγια.

«’Sup;» μου έκανε.

«’Sup;» της έκανα και μπήκα σε ένα υπόστεγο, γιατί το ΜΑΟΥ ακούστηκε και πάλι και ένα νέο κύμα από γατάκια-λιμενεργάτες, άρχισαν να πέφτουν. Φυσικά και προσγειώνονταν όλα στα πόδια τους, μα ήταν περίεργο να τα βλέπεις να στριφογυρνούν μέχρι να φτάσουν στην άσφαλτο.

Λογικό να είναι εκνευρισμένα, δεν είχαν καν κάποιο μικρό αλεξίπτωτο ή έστω κάποια σακούλα για να τους περιορίσει την ορμή της πτώσης –τα ξερνούσε ο ουρανός κι εκείνα απλά έπεφταν κι έπεφταν…

Ένιωσα βάρος στο δεξί μου κέρατο και έστρεψα προς τα εκεί τους βολβούς μου, δίχως να κουνήσω τον λαιμό μου, έτοιμη να ακούσω καντήλια, μα αντί για γατί… είδα την κουκουβάγια.

«’Sup;» μου έκανε.

«’Sup;» της έκανα και πάλι και κούνησα το κεφάλι μου να πέσει. Είναι εκνευριστικό το έξτρα βάρος πάνω στα κέρατα. Σταυρολαιμιάζω εύκολα που να πάρει. Έκατσα οκλαδόν δίπλα από την κουκουβάγια, και με τα βρισίδια των γατιών να μπαίνουν στο φόντο προσωρινά, εστίασα την ακοή μου στην γλωσσολαλιά της.

 

«Τι ακριβώς παίζει εδώ;» τη ρώτησα και αν μου έλεγε και πάλι ‘sup θα την έκαιγα! Πραγματική φλόγα, δε με βλέπετε συχνά να το κάνω, μα τσατίζομαι όταν δεν ξέρω τι παίζει.

«Σώτος…» μου απάντησε.

«Α, οκέι» αποκρίθηκα και κατένευσα.

 

Θυμάστε κάμποσα ποστ πιο πίσω, στο 11ο αν δεν απατώμαι, που σας ανέφερα έναν μανιοκαταθλιπτικό που του είχα δώσει το χάρισμα της ψυχοπλάνης και ό,τι εφιάλτη έβλεπε, τραβούσε άτομα εντός του;

Εκείνη ήταν η πρώτη φορά που είχε χρησιμοποιήσει το χάρισμα.

Είχαμε μιλήσει, είχε φρικάρει, και όταν λιποθύμησε…

 

Έβρεχε γατιά. Κυριολεκτικά. Μικρά γατιά όμως, από αυτά που αν φάνε λιγάκι καταλήγουν με τουρλωτή κοιλίτσα, από αυτά που όταν γουργουρίζουν τρέμουν ολόκληρα, από αυτά που οι Αμερικάνοι τα λένε και μουνάκια ή μουνογατάκια. Ξέρετε…

…όπως στην αρχή του κειμένου.

 

Γιατί όμως δεν σας λέω για το πώς μακέλεψα την μοντέλα και κάνω ένα διάλλειμα για να σας πω για τα γατιά; Τα γατιά δεν είναι το θέμα, το θέμα είναι η Κούκου.

Ναι, έτσι την ονόμασα, αν και της σπάει τα νεύρα.

Το κανονικό της όνομα είναι Κουμπλαρέζιμπουχουρουκξλακου και είναι ένας από τους πολύυυυυ κατώτερους δαίμονες (όσο πιο χαμηλός δαίμονας, τόσο πιο άθλιο στο άκουσμα το όνομά σου/ βλ. Μπαφομέτ, υπέροχο δεν είναι; εύηχο ε;/ ε, η Κούκου ήταν στο άλλο άκρο) που για κάποιο λόγο είχε καταλήξει μέσα στο κεφάλι του Σώτου.

Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα, όταν ξεκίνησα να μακελεύω την τύπισσα, ήταν η δεύτερη…

 

Μα προτού επιστρέψουμε στο παρόν, να σας πω λίγα για την Κούκου!

 

Όταν το Κουμπλαρέζιμπουχουρουκξλακου βαρέθηκε τον αγώνα για την ανέλιξη επιπέδου στην Κόλαση, άρχισε να βαριέται. Πήρε το τσαντάκι της, προσπάθησε να σουλουπώσει τα πλοκάμια της και τον τρομερό αριθμό οδόντων της και βάλθηκε να ανέβει στην επιφάνεια. Την πρώτη φορά δεν τα κατάφερε, την δεύτερη το ίδιο, την χιλιοστή όμως, ε, thousand is the charm… ανέβηκε στην επιφάνεια!

Φυσικά, δεν μπορούσε να έχει μορφή ανθρώπου, μα είχε μορφή τσιουάουα. Ούρλιαξε από εδώ, μαλλιοτραβήχτηκε από εκεί, για να καταλήξει να έχει μορφή ποιμενικού. Ένας στρατιώτης την υιοθέτησε και τα υπόλοιπα είναι ιστορία…

Κυριολεκτικά!

Ο στρατιώτης που την πήρε για κατοικίδιο, είχε μία κλίση προς την ζωγραφική, μα η Κούκου σκέφτηκε ‘’fuck that shit!’’ και όσο κοιμόταν, κατουρούσε δίπλα από το κρεβάτι του. Το κάτουρο μπορεί να το πατούσε κάθε πρωί, μα πέρα από την δυσοσμία, το θειάφι της δαιμονικής μπόχας επηρέαζε κάπως και το κεφάλι του…

Οπότε όσο μάζευε τα κάτουρα, ο στρατιώτης μας, άρχισε να γίνεται όλο και πιο νάρκισσος. Παράτησε την ζωγραφική και ασχολήθηκε με την πολιτική. Άρχισε να ανεβαίνει κλιμάκια και…

 

«Καλά, ναι, σίγουρα…» την είχα κόψει. «Κάνε όνειρα».

Την είδα να ανασηκώνει τους ώμους της.

«Ξέρω ότι ο Χίτλερ ήταν πιόνι του μπαμπά, δε μου έχει πει τίποτε για ποιμενικό».

Ανασήκωσε τους ώμους της.

«Ίσως να ψεύδομαι», μου είπε απλά.

«Σ’ ωραία!» της είπα και άπλωσα την γροθιά μου για fist-bump, ενώ εκείνη μου έδειξε απλά τη φτερούγα της, σε ύφος: ‘’σοβαρά τώρα;’’

Την επικρότησα γιατί είχε καταφέρει να με κρατήσει με το ψέμα της και είχα ξεχάσει πώς μπορούν να πουν ψέματα οι δαίμονες -όσο ηλίθια κι αν είναι, ανεξάρτητα από το επίπεδό τους, μερικοί το έχουν!

«Τ’ ονοματάκι σου;»

«Κουμπλαρέζιμπουχουρουκξλακου» μου έκανε κι εγώ έπιασα μόνο τα πρώτα και τα τελευταία τρία γράμματα, καθώς –πραγματικά- μαγεύτηκα από την ταχύτητα που ανεβοκατέβαινε το ράμφος της και κινούταν η γλώσσα της, όσο μου συστηνόταν.

Κατένευσα.

«Θα σε λέω Κούκου», της είπα και μου άπλωσε την φτερούγα.

Της την κούνησα πάνω κάτω μία φορά.

Στρέψαμε το βλέμμα μας προς την άδεια πόλη. Συνεχίσαμε να παρατηρούμε την γατόπτωση για ώρες, σιωπηλές, με μόνη υπόκρουση τα πατουσάκια στην άσφαλτο, το ΜΑΟΥ των βροντών και τα ‘’καριόλη’’ των γατιών.

 

Έτσι γνώρισα την Κούκου.

By | 2019-03-14T18:28:09+00:00 Μάρτιος 14th, 2019|