Μυτιλήνη 2017/ Tεστ νο.3

/Μυτιλήνη 2017/ Tεστ νο.3
1 Μαΐου 2018, by George Belaouris

Λόλα

Μυτιλήνη 2017/ Tεστ νο.3

Το να είσαι καλλιτέχνης στην εποχή μας είναι σαν να περιμένεις για το μετρό. Δεν ξέρω αν το τρένο αυτό αντιπροσωπεύει την δόξα, το χρήμα, την αναγνώριση ή την προσωπική επιτυχία -με οποιαδήποτε άλλη μορφή της- μα νιώθω σα να είμαι στην αποβάθρα. Αισθάνομαι σα να έφτασα πολύ νωρίς, βλέπω δυο-τρεις άλλους –κάποιοι πιο ανήσυχοι από εμένα και κάποιοι ίσως πιο νωθροί- μα δεν είμαστε πολλοί.
Οπότε κοιτάω την δουλειά μου και περιμένω.
Η αναμονή στο σταθμό αυτό δεν διαφέρει πολύ από την πραγματική αναμονή στο μετρό. Στην αρχή είσαι οκ, χαλαρός, δεν σε πειράζει να αργήσει λίγο το τρένο. Περνάει η ώρα, γίνεσαι λίγο ανυπόμονος, αλλά την παλεύεις ακόμα. Μετά κοιτάς το ρολόι σου, κοιτάς τον πίνακα με τα δρομολόγια, απορείς. Έπειτα αρχίζεις να βηματίζεις πάνω κάτω στην αποβάθρα, δίνεις στον εαυτό σου μια αίσθηση κίνησης, ανυπομονώντας την ουσιαστική μετα-κίνηση που θα νιώσεις μέσα στο κουβούκλιο. Ε, κάποια στιγμή νευριάζεις, αρχίζεις να βρίζεις μέσα σου, αναρωτιέσαι αν έχουν απεργία, θες να ουρλιάξεις.
Τότε βλέπεις το όχημα να περνάει και να μην σταματάει, να είναι εκτός λειτουργίας και νιώθεις να τρέμεις από την οργή. Το ποτήρι είναι έτοιμο να ξεχειλίσει, κάποιος παίζει με εσένα. Οπότε αν απελπιστείς πολύ, πιάνεις την κουβέντα.
Πλησιάζω τον γηραιότερο, στην αποβάθρα αυτή του νου μου, για να πάρω σίγουρα κάποια ευγενική απόκριση –η οποία ίσως να απουσίαζε από κάποιο νεότερο- ευχόμενος όμως να μην μου πιάσει την κουβέντα…
«Περιμένετε πολύ;»
«Χρόνια…»
«Χρόνια! Και πώς αντέχετε;»
«Όπως βλέπω κι εσείς, σαν κι εμένα, δεν επιλέξατε την εύκολη λύση. Διαλέξατε το μετρό…»
«Ποια είναι η εύκολη λύση;»
«Μα φυσικά ο συρμός της επιφάνειας!»
Το σκέφτομαι, κοιτάω το ρολόι μου, τον ευχαριστώ και οδεύω προς τις κυλιόμενες. Σταματάω στις βάσεις τους, αναλογίζομαι την βαβούρα και το πλήθος που θα βρω εκεί, όπως και την ζέστη της μέρας. Καταλήγω στο ότι δεν αξίζει!
Επιστρέφω στην αποβάθρα και αποφασίζω να περιμένω…
***
Όλα ξεκίνησαν με μία κόκκινη κούπα.
Δεν είχα ποτέ κόκκινη κούπα στη κατοχή μου, θυμάμαι ένα διάστημα που ήθελα με όλο μου το είναι να αποκτήσω μία, μα μετά μου έφυγε η καύλα και είπα γάμα το, είναι απλά μια κούπα.
Μια ακόμα ανεκπλήρωτη επιθυμία…
Ήμουν φοιτητής στη Μυτιλήνη, έβδομο έτος και έμπαινα στο όγδοο, δεν είχα ξενοικιάσει ποτέ και έλεγα στον εαυτό μου ότι παρέμενα για να πάρω το γαμίδι το πτυχίο. Οι γονείς με είχαν αποκληρώσει, είχα βρει δουλειά και στην αρχή ευχόμουν να πεθάνουν. Ποιος αποκληρώνει κόσμο τον 21ο αιώνα που να πάρει; Όταν η οργή ηρέμησε και κατάλαβα ότι είχαν κάποιο δίκιο, όταν είδα όλους τους φίλους και συμφοιτητές να φεύγουν και αποφάσισα να διαβάσω, τότε ευχόμουν να πεθάνω εγώ.
Ένιωθα να έχω μείνει πίσω στη ζωή, ο τελευταίος των μοϊκανών και τα ρέστα. Την σιχαινόμουν την σχολή, ήξερα ότι το πτυχίο δεν θα μου χρειαστεί πουθενά, αλλά πραγματικά καθυστερούσα πολύ να το πάρω και να προχωρήσω στα μεγαλείο που ήταν –στο νου μου- γραπτό από την μοίρα να βιώσω. Ήμουν Αθηναίος και με την επιστροφή μου στην πρωτεύουσα θα ερχόταν και η δόξα. Ήμουν σίγουρος!
Εκείνη την μέρα όμως, απλά ήθελα να κοιμηθώ.
Επιστρέφοντας λοιπόν σπίτι και βλέποντας εκείνη την κούπα πάνω στο πάγκο μου απόρησα. Ήταν πολύ πρωί και το είχα πάρει σερί μετά την δουλειά -είχα πει να παρτάρω μετά από καιρό, μιας που ερχόταν το ρεπό μου. Οπότε μου πήρε δυο-τρεις στιγμές το θέμα με την κούπα. Φιλοξενώ κανέναν με couch-surfing; Όχι. Έχω καμιά γκομενίτσα που νιώθει ότι το πάμε σοβαρά και έφερε πράγματά της; Όχι. Συγκατοικώ; Όχι.
Ξεθόλωσα από το αλκοόλ και πήγα να την πετάξω, μα με την στιγμιαία νηφαλιότητα με χτύπησε και η νύστα, οπότε ξεράθηκα στο καναπέ.
Άνοιξα τα μάτια μου το απόγεμα, το πρώτο πράγμα που είδα, ήταν η κόκκινη κούπα!
Ήταν στο τραπεζάκι δίπλα από το καναπέ και άχνιζε.
Πλησίασα επιφυλακτικά, κοίταξα το περιεχόμενο και είδα ότι είχε τσάι…
Δεν πίνω τσάι!
Την πήρα, άδειασα το τσάι στο νεροχύτη και την έριξα στα σκουπίδια. Έκλεισα την σακούλα και κατέβηκα να την πετάξω στον κάδο, με τις παντόφλες μου κι ένα μπουφάν.
Ηλίθιες σκέψεις ήρθαν στο νου μου, μα η λογική τις διέγραψε. Ήταν στοιχειωμένο το σπίτι; Όχι, ήμουν ο μόνος νοικάρης του διαμερίσματος από τη μέρα που χτίστηκε και ήταν σχετικά καινούριο κτήριο. Αδίκησα καμιά σχέση μου και η αυτόχειρας μουνίτσα τώρα με στοιχειώνει αυτή; Όχι, ήμουν πάντα σωστός και σιγά μην αυτοκτονούσε καμία για την πάρτη μου. Υπνοβατώ και φτιάχνω τσάι; Χλωμό, δεν έχω καμία συσκευασία με φακελάκια σπίτι μου˙ επίσης, θα έπρεπε να βγω, να πάω να πάρω τσάι και να έρθω να το φτιάξω, οπότε θα έβλεπα βρώμικα παπούτσια και ρούχα πεταμένα κάπου, εκτός κι αν ο υπνοβάτης-εγώ ήταν και μανιώδης με τη καθαριότητα.
Πολύυυ χλωμό…
Πέταξα την σακούλα στο κάδο, μα πριν φύγω, κοντοστάθηκα.
Η κόκκινη κούπα είχε κυλίσει λίγο και ήταν σα να μου χαμογελάει το χερούλι της!
«Πάει! Σάλεψα!» μονολόγησα και επέστρεψα σπίτι μου, να χαρώ το ρεπό μου.
Στα ρεπό μου συνήθως γράφω μουσική. Θέλω να γίνω ροκάς, μα όχι ξεπουλημένος και mainstream, είμαι σίγουρος ότι η δόξα θα έρθει από την ποιότητα και την διαφορετικότητά μου. Δεν είμαι φαντασμένος, μα όλοι θα μάθουνε τον Βασίλη από τα Λιόσια. Εμένα δηλαδή…
Κάποια στιγμή…
Φεύγοντας από αυτό το κωλόνησο…
Σίγουρα πράγματα!
Εκείνο το βράδυ δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ όμως. Η κούπα με στοίχειωνε, οπότε έβαλα κάποια τυχαία σειρά στο νετ και κάηκα, σαβούριασα μια φτυαριά παραγγελτό φαΐ, μέχρι που κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος.
***
Κοιτώντας πίσω, πρέπει να κάνω μια παρένθεση εδώ.
Ο τρόμος, πιστεύω, ποτέ δεν έρχεται να σε συνταράξει στην πραγματική ζωή, όπως στα θρίλερ. Δεν έχει τα ΚΑΡΑΜΠΑΜΠΟΥΜ των ξαφνιασμάτων, δεν φωνάζεις ‘’Ωχ Παναγία μου’’ και δεν υπάρχει ο κίνδυνος να σπάσει η καρδιά σου από τον πανικό, όπως των ηρώων σε αντίστοιχες ταινίες.
Ο πραγματικός τρόμος είναι απλά η αίσθηση πλήρους αποπροσανατολισμού. Η σταδιακή ρωγμή στην πραγματικότητα που ολοένα μεγαλώνει και εσύ απλά ψιθυρίζεις ‘’what the fuck;’’ στην αρχή, μα βρίσκεις τον εαυτό σου να σκέφτεται συνεχώς τι σκατά βίωσε. Μετά όμως.
Σκέφτεσαι μετά…
Την στιγμή που όλα συμβαίνουν είσαι κενός από σκέψεις, δεν απορείς καν ταυτόχρονα με το συμβάν, απλά στέκεις και πολιορκημένος από το ερέθισμα το δέχεσαι σε όλη του την δυναμική. Αν όχι δυναμική τότε… στρεβλότητα! Τα πράγματα δεν τα θυμόσουν έτσι, είναι λίιιιγο αλλιώς, μα αυτό σου την σπάει και σε ταράζει από την ασφάλειά σου.
Για παράδειγμα η κόκκινη κούπα…
Η κούπα όμως ήταν μόνο η αρχή, όταν αυτό κλιμακώνεται τι κάνεις;
Θα σας πω τι έκανα εγώ…
***
Ξύπνησα νωρίς την επόμενη και έβρισα, βλέποντας ότι βρέχει. Δουλεύω στην ACS, οπότε έχω αλωνίσει όλη την Μυτιλήνη και ξέρω κάθε της στενό. Όποτε βρέχει σε αυτό το κωλόνησο, σιχτιρίζω την ζωή μου. Κι αυτό γιατί ξεχνάει να σταματήσει!
Έβαλα το αδιάβροχο πάνω από τα ρούχα μου, βγήκα από το σπίτι, ανέβηκα στο μηχανάκι μου και άρχισα την μέρα μου με την χειρότερη πιθανή διάθεση.
Δέματα από εδώ, δέματα από εκεί, να τρέχω σα το Βέγγο, να συμπληρώνω δελτία αποστολής και παράδοσης, να ξαναφεύγω, να επιστρέφω. Να σου ένα διάλλειμα για τσιγάρο κάπου να σφηνώνεται, καφές που ήπια τρεις γουλιές και πέταξα, για να προλάβω να πάω κυρίως σε γαμημένους φοιτητές –όπως υποτίθεται ότι ήμουν κι εγώ- τα ηλίθια τάπερ τους ή ότι άλλο ζήτησαν από την μαμά ή τα public ή την Πολιτεία (ώ! του θαύματος, υπάρχουν και άτομα που διαβάζουν ακόμα) δίχως εκείνοι να κουνηθούν από την ζέστη του διαμερίσματός τους, την μαστούρα τους ή την βολή τους. Και φυσικά, κάποιοι λείπουν από το σπίτι τους, οπότε πάρε κινητό για να μάθεις ότι τσάμπα πήγες και ότι θα περάσουν εκείνοι από το κατάστημα. Αραχτοί όλοι στη πέτσα τους, ενώ εγώ να έχω μουλιάσει μέχρι το κόκαλο από την βροχή. Κόλαση από μία έννοια, μα έχω συνηθίσει…
Τότε όμως συνέβη της κόκκινης κούπας το κάγκελο!
Πηγαίνω προς την ACS από τον πεζόδρομο της Ερμού, περνάω τα Hondos και στο επόμενο στενό, ΜΠΟΥΜ! βλέπω μια πολυκατοικία να ορθώνεται γωνιακά της Ερμού και Αλκαίου!!! Δεν ξέρω αν έχετε πάει ποτέ Μυτιλήνη, μα εκεί έπρεπε να υπάρχει ένα παλιό βιβλιοπωλείο και από πάνω τίποτε! Τώρα βλέπω όλο αυτό το μεγαθήριο!
Σταματάω το μηχανάκι και δέχομαι την πολιορκία!
Είναι απλά μια παλιά και φθαρμένη πολυκατοικία, ίσως κάμποσους ορόφους παραπάνω από το σύνηθες του νησιού, μα δεν έχει τίποτε το τρομαχτικό, απλά σαν την κούπα… ΔΕΝ ΟΦΕΙΛΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ ΓΑΜΩΤΟ!
Βλέπω ένα γηραιό κύριο να πλησιάζει.
«Συγγνώμη, να ρωτήσω κάτι;» του κάνω αμέσως και τον βλέπω να γνέφει.
«Αυτή τη πολυκατοικία, τη βλέπετε;»
«Αν την βλέπω;»
«Ναι, υπάρχει μια πολυκατοικία εκεί, σωστά;»
«Φυσικά μωρέλι μ’, μια ζωή εκεί ήταν.» μου απαντά απορημένος.
«Και το βιβλιοπωλείο;»
«Δεν το βλέπεις;» μου κάνει και πριν τον ρωτήσω κάτι ακόμα, συνεχίζει το διάβα του κάπως ενοχλημένος.
Και ναι! Τώρα το βλέπω! Είναι το ίδιο όπως πάντα, μα αυτό που υπάρχει από πάνω του, δεν ήταν εκεί που να πάρει. Και που να προσέξω το μαγαζάκι όταν από πάνω του έχει τόσους νέους (μα παλιούς εμφανισιακά) ορόφους…
Παρκάρω το μηχανάκι και καλώ στην ACS, λέω ότι είμαι στο νοσοκομείο και ότι δεν νιώθω πολύ καλά, θα επιστρέψω σε λίγη ώρα. Με ρωτάνε ανήσυχα τι έπαθα και τους λέω ότι απλά δεν νιώθω καλά. Κλείνω το κινητό και πάω στο βιβλιοπωλείο, παρακαλώντας να μην πάει κανείς στο Βοστάνειο να με ψάξει.
Στη μέση της διαδρομής, συνειδητοποιώ ότι πάω με τσαμπουκά, σα να θέλω να ζητήσω και τα ρέστα από τον βιβλιοπώλη, οπότε ηρεμώ και μπαίνω μέσα στο μαγαζί, παίζοντάς το χαλαρός.
«Μια ματιά θα ρίξω…» λέω στον μαγαζάτορα κι εκείνος χαμογελά ήρεμα, μα τον βλέπω να ανησυχεί μην του λερώσω την πραμάτεια με τα βρεγμένα μου ρούχα. Βγάζω το αδιάβροχο και το αφήνω στην άκρη. Χαμογελά πλατύτερα και επιστρέφει στο παλιό υπολογιστή του και στις ηλεκτρονικές πασιέντζες του.
Προχωράω στο βάθος του μικρού μαγαζιού, το οποίο γνωρίζω σα την παλάμη του χεριού μου και εκεί, ξαφνικά, βλέπω μια σκάλα που θα έκοβα τα αρχίδια μου και θα ορκιζόμουν σε θεούς και δαίμονες ότι ΠΟΤΕ. ΠΡΙΝ. ΔΕΝ. ΥΠΗΡΧΕ. ΕΚΕΙ!!!
Δίχως να μιλήσω, αρχίζω να ανεβαίνω!
‘’Δε θα με τρελάνουν εμένα, θα βρω τη λύση.’’ σκέφτομαι και ανεβαίνω τις σκάλες τρέχοντας…
***
Ξυπνάω στο σαλόνι μου και βλέπω την κόκκινη κούπα να αχνίζει.
Τσάι!
Πετάγομαι όρθιος, κλωτσάω το τραπεζάκι και αρπάζω το κινητό μου! Η ημερομηνία είναι η χτεσινή, η μέρα του ρεπό μου!
«ΓΑΜΩ ΤΟ ΣΠΙ…»
Δέκα λεπτά μετά, η οργή μου έχει σβήσει και βλέπω να σουρουπώνει. Έχω ένα απόγεμα και ένα βράδυ στη διάθεσή μου. Ντύνομαι και πάω προς το βιβλιοπωλείο-πολυκατοικία.
Ω, ναι! Στέκει ακόμα εκεί! Σα κονδύλωμα στο σώμα της πραγματικότητάς μου, όπου κανείς δεν το βλέπει γιατί είναι μέσα στο βρακί μου, μα όλοι αντιδρούν φυσιολογικά σα να ήταν πάντα εκεί, εγώ όμως δεν ξέρω ΠΟΙΟΣ ΜΕ ΓΑΜΗΣΕ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΛΛΗΣΑ!!!
Μπαίνω στο μαγαζί, έξω μπουμπουνίζει, μα δεν βρέχει απόψε.
«Μια ματιά θα ρίξω…» λέω στον μαγαζάτορα και το ντεζαβού με ζαλίζει και παραπατώ.
«Είσαι καλά μωρέλι μ;» με ρωτάει ανήσυχος, γνέφω και επιστρέφει στις πασιέντζες του. Πάω αργά στο βάθος του μαγαζιού και βλέπω την σκάλα.
Αρχίζω να ανεβαίνω…
***
Έχει περάσει ένας χρόνος περίπου από τότε. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι υπήρχε σε κάθε όροφο, μα θυμάμαι ότι συνέχισα να ανεβαίνω για ένα διάστημα που μου φαινόταν ώρες. Δεν φώναξε ποτέ ο μαγαζάτορας, ούτε με αναζήτησε κανείς και αυτό με προβλημάτισε. Ήθελα να πιστεύω ότι ίσως να μην άκουγα τις φωνές από τους ορόφους που είχα ανέβει, μα είμαι σίγουρος ότι η ερημιά κάθε ορόφου θα έκανε αντηχείο και κάποια φωνή θα έφτανε στα αυτιά μου!
Αν με αναζητούσαν…
Ανέβαινα και κάθε όροφος πλέον είναι το ίδιο θολός στο νου μου, μα θυμάμαι καθαρά τι βρήκα στην ταράτσα.
Ήμουν πια πάνω από την πόλη, η θέα ήταν απίστευτη και ο σκοτεινός ουρανός μπουμπούνιζε, ήξερα ότι θα έβρεχε την επόμενη, μα πέρα από αυτή την αμφίβολη γνώση, δεν καταλάβαινα τίποτε άλλο. Στο κέντρο της ταράτσας υπήρχε μια τεράστια κεραία και φοβήθηκα μην γίνει το τέλειο αλεξικέραυνο και μας ψήσει σε περίπτωση μπόρας.
Μας ψήσει…
Δεν ήμουν μόνος!
Είδα μία κοπέλα. Όμορφη; Πανέμορφη! Φορούσε ένα μαύρο κολλητό παντελόνι και μαύρα άρβυλα, ένα μαύρο φανελάκι και μαύρο σκουφί. Το δέρμα της ήταν ολόλευκο και είχε πίρσιγνκ στα μάγουλά της και στο κόκκαλο της μύτης της (σέπτουμ δε το λένε αυτό;). Ήταν ξανθιά και κάτω από το σκουφί τα μαλλιά της έφταναν μέχρι το στήθος της. Της πήγαινε το σκουφί, αυτό σκεφτόμουν, μέσα στην όλη παράνοια της φάσης. Είχε κάποια τατού στο πάνω μέρος της παλάμης της και στους πήχεις της, ασπρόμαυρα σχέδια μάνταλα, μα τα μπράτσα της ήταν λευκά. Το μόνο χρώμα, πέρα από το μαύρο ήταν το λευκό, σα να βίωνα κάτι μέσα σε καρέ από φιλμ νουάρ. Τα μάτια της ήταν μαύρα επίσης και με έντονο άι λάινερ και μάσκαρα, καθώς και ένα μαύρο κραγιόν.
«Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς αγορίνα.» μου είπε η κοπέλα.
«Τι εννοείς; Τι συμβαίνει;» ρώτησα δίχως να καταλαβαίνω ΤΙ-ΠΟ-ΤΑ!
«Μην σε απασχολεί, είναι απλά ένα τεστ. Πάρ’ το σα τη τυχερή σου μέρα. Τι θες από τη ζωή;»
«Να καταλάβω τι σκατά συμβαίνει!!!» φώναξα.
«Άραξε, πάρε το χρόνο σου, ηρέμησε και πες μου τι θες.» μου έκανε μειδιώντας με την οργή μου. Δεν τρόμαζε εύκολα…
Θα μπορούσα να ουρλιάξω, να της ορμήσω, μα αποφάσισα να ακολουθήσω την αίσθηση ονείρου-εφιάλτη και να παίξω. Αν πήγαινα με τα νερά της, ΙΣΩΣ, να μην πάθαινα κακό. Έγραψα πριν ότι θα σας πω τι έκανα και αυτό που έκανα ήταν απλά να ρολάρω με την παράνοια. YOLO που λένε και οι νεολαίοι, τι άλλο να έκανα γαμώ το;
«Θέλω να γίνω ροκ σταρ.» είπα κουρασμένα, δίχως να το πιστεύω ότι μόλις σκέφτηκα το yolo και είπα δυνατά το όνειρό μου.
«Δώσε μου λίγο χρόνο.» μου είπε και την είδα να βγάζει το κινητό της. Με τράβηξε μια φωτογραφία και η μορφή της τρεμόπαιξε και έσβησε μπροστά μου.
Επέστρεψε ενθουσιασμένη!
«Μαλάκα απίστευτο! Είσαι όντως ροκσταρ σε μια φλούδα του κρεμμυδιού! Δώσε μου λίγο χρόνο.» είπε και πάλι και την ξαναέχασα.
Όταν επέστρεψε, ώρα μετά, με γράπωσε από το χέρι και ένιωσα όλα να τρέμουν…
***
Ξύπνησα και είδα την κόκκινη κούπα.
Η κοπέλα την πήρε και φύσηξε λίγο το αχνιστό τσάι. Έκατσε σε μια μαύρη δερμάτινη πολυθρόνα απέναντί μου και όταν έκατσα στο καναπέ, είδα ότι ήμουν σε ένα πολυτελέστατο διαμέρισμα και η θέα έξω από τον γυάλινο τοίχο (δεν ήταν παράθυρα αυτό το πράγμα, μόνο γυάλινο τοίχο μπορείς να το πεις) έδειχνε ουρανοξύστες αμερικάνικούς!
«Τι στο…» απόρησα και σηκώθηκα να δω την θέα. Απέναντί μου το σέντραλ πάρκ!!
«Θα αφιερώσεις ένα διάστημα να μάθεις όλα σου τα τραγούδια, να δεις τις συνεντεύξεις σου στο youtube και όποιον συναντήσεις από την μπάντα, φέρσου σα παλιόφιλος.» με συμβούλεψε χαλαρή.
«Τι;!» ούρλιαξα σχεδόν, με την ζαλάδα του ύψους και των όσων ζούσα να με χτυπάνε ισχυρότερα και από το χτεσινό ντεζαβού.
«Θα σου εξηγήσω.» είπε και δοκιμάζοντας λίγο από το τσάι της, μου έδειξε τον καναπέ και άναψε τσιγάρο. Μόλις έκατσα, ξεκίνησε να μιλάει: «Ήσουν ένα τεστ, ήθελα να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου μαζί σου, γιατί ετοιμάζεται μία μάχη και ήθελα να ξέρω μέχρι που μπορώ να φτάσω. Σόρι αν έπαιξα μαζί σου, μα όπως θα δεις, σε αντάμειψα.
»Άκου εν τάχει τι παίζει: η γη μας είναι σαν ένα κρεμμύδι, κάποιοι την ονομάζουν Κρόμμυα-Γαία και καθένας μας ζει σε μια μόνο φλούδα της. Κάποιες φλούδες είναι εντελώς διαφορετικές από αυτή που ζούμε, άλλες… ελάχιστα αλλιώς. Αν για παράδειγμα, κάποια στιγμή στη ζωή σου, είχες ένα σημαντικό ραντεβού, έχασες όλα τα μέσα και αποφάσισες να πας με τα πόδια και έφτασες καθυστερημένα, ένας άλλος εαυτός σου στριμώχτηκε σε ένα λεωφορείο ή σκαρφάλωσε στο πίσω μέρος του, έφτασε ακριβώς και η ζωή του άλλαξε. Στη μια φλούδα είσαι εσύ και κλαις την μοίρα σου, στην άλλη φλούδα μόλις βρήκες τη κότα με τα χρυσά αυγά. Αν πας σε άαααλλη φλούδα, έχεις κάνει εγχείρηση και είσαι εσύ μια κότα που γεννά χρυσά αυγά.»
«Τι;» απόρησα και την άκουσα να γελάει με το παράδειγμά της.
«Δεν έχει σημασία. Το 99,9% δεν μπορεί να μεταπηδά στις φλούδες. Εγώ τα κατάφερα και δεν σε απασχολεί το πώς. Οπότε, σε έβγαλα μια εικόνα και σε έβαλα στο google-search, πήδηξα από φλούδα σε φλούδα (λογικά εκεί θα με έχασες) και έχοντας πάντα πέντε μπάρες στην πολυκατοικία με την κεραία που με βρήκες, το σήμα ήταν μπόμπα και η αναζήτηση απέδωσε καρπούς. Σε μία φλούδα ήσουν όντως ροκστάρ! Ενθουσιάστηκα κι εγώ, οι πιθανότητες είναι εναντίον μας σε αυτά. Οπότε…» σηκώθηκε από την καρέκλα και με πλησίασε. «Είσαι έτοιμος για ένα τελευταίο σοκ;»
Τι να κάνω, έγνεψα.
«Κοίτα τώρα και γαμώ τις φάσεις!» μου έκανε, κάθισε δίπλα μου και πάτησε το play στο κινητό της, ανυπόμονη.
***
«Γράφει;» κουνημένο κοντινό της κοπέλας.
«Εμ, ναι, νομίζω ναι.» μια αβέβαιη αντρική φωνή.
«Τέλεια!»
Το πλάνο γυρίζει και φαίνεται η ξανθιά με το σκουφί και ένας μουσάτος που σχεδόν ζέχνει αλκοόλ και κάνει μπαμ ότι είναι άστεγος. Νιώθω την μυρωδιά του ακόμη και αν η οθόνη του κινητού δεν μεταφέρει κάτι τέτοιο.
«Εκπλήρωση ονείρου 15, Λόλα στο εργοστάσιο παραγωγής ονείρων, καθόλου απροστάτευτη και δεν πίνω καρνέησιον, κάνει κυτταρίτιδα.» λέει η κοπέλα και γελάει, κάνοντας με τον δείκτη και τον μέσο της το σήμα της νίκης.
Ο άντρας στο βίντεο είναι φουλ μπερδεμένος. Κι εγώ το ίδιο!
«Κάτσε ρε κοπελιά, πώς βρεθήκαμε εδώ;»
«Θες τον χαρτοφύλακα με τα λεφτά;» κάπως εκνευρισμένη. Το πλάνο κατεβαίνει και δείχνει τον χαρτοφύλακα στο χέρι του μεθυσμένου.
«Ναι, τον κρατάω ήδη, μα ήμασταν κάτω από τη γέφυρα και τώρα…»
«Απλά σκάσε και τράβα βίντεο!» ακούγεται η Λόλα και το πλάνο ανεβαίνει και την δείχνει στο διάδρομο ενός ξενοδοχείου.
Την βλέπω να ανοίγει την πόρτα και να γυρνά σαστισμένος και ημίγυμνος ένας άντρας. Εγώ! Πιο αδύνατος και με φανερά σημάδια κοκαΐνης στη μύτη μου, μα εγώ. ΕΓΩ!!!
Βλέπω τη πλάτη της κοπέλας και ο χώρος είναι το δωμάτιο που βρίσκομαι τώρα μαζί της. Ακούω το λαχάνιασμα του λήπτη.
«You think I am hot?» την ακούω να ρωτάει τον άλλον-εγώ και να σηκώνει την μπλούζα της. Ο άλλος-εγώ έχει την αντίδραση που θα είχα όντως αν έβλεπα ένα ζευγάρι υπέροχα βυζιά, ακόμη κι αν υπήρχε κάποιος με κάμερα εκεί να τραβάει.
«Duh…» αποσβολωμένος και με δέος.
«You have no idea…» ακούω την κοπέλα να λέει και κατεβάζοντας την μπλούζα της να απλώνει τα χέρια της και να ΠΕΤΑΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΑΚΡΟΔΑΧΤΥΛΑ ΤΗΣ ΦΛΟΓΕΣ!!!!
«Τι στο διάολο;!;!» ακούω τον τυπά που τραβάει το βίντεο να ουρλιάζει, μαζί με άλλες βρισιές και η λήψη να χαλάει. Ουρλιαχτά και το πλάνο να δείχνει πίσω του, καθώς το βάζει στα πόδια, δίχως να θυμηθεί να πετάξει το κινητό! Παρακάλια και βρισιές καθώς οδεύει προς το ασανσέρ και τον ακούω μανιασμένα να πατάει το κουμπί της κλήσης του κουβούκλιου.
Φαίνεται η κοπέλα στο τέλος του διαδρόμου.
«ΜΑΛΆΚΑ ΧΆΛΑΣΕΣ ΤΗΝ ΛΉΨΗ!!!» φωνάζει και μετά το βίντεο τελειώνει.
***
«Πάει κι αυτός, τέζα! Αν θες τον χαρτοφύλακα πες μου, μα δεν τον έχεις ανάγκη…» μου είπε η Λόλα και σηκώθηκε, βάζοντας το κινητό στην κωλότσεπή της. Εγώ έτρεμα από το σοκ.
«Λοιπόν, δε θα με ξαναδείς, ενώ όσοι σε βρουν απλά go with the flow, μα πρώτα ψάξε τα πάντα για εσένα και για την μπάντα σου. Να είσαι ενημερωμένος! Οι στάχτες του πραγματικού-εσύ-εδώ είναι στο τζάκι. Μόνο εσύ το ξέρεις, κάλυψα κάθε ενδεχόμενο εύρεσης στοιχείων. Χαρούμενος;»
Έτρεμα ακόμα.
Μόλις είχα δει να σκοτώνουν μια εκδοχή μου!
Δεν μπορούσα ούτε να κουνηθώ, ούτε να βρίσω.
«Οκ, έχεις λαγκάρει… Επεξεργάσου την φάση και ίσως να με ευχαριστήσεις μια μέρα.» μου είπε και κατέβασε μεμιάς το τσάι της. Έφερε ένα λάπτοπ μπροστά μου και έβαλε στο youtube ένα βίντεο. Πάτησε την αναπαραγωγή και με είδα να τραγουδάω μπροστά από χιλιάδες κόσμου που φώναζε τους στίχους μαζί μου.
Στο Wacken!!!
Οι προβολές ήταν ΕΚΑΤΟΝ ΤΡΙΑΝΤΑ ΜΥΡΙΑ!!!
«Καλή απόλαυση…» μου είπε και κλείνοντάς μου το μάτι χάθηκε.
***
Δεν την ξαναείδα.
Όπως είπα, έχει περάσει ένας χρόνος και έχω προσαρμοστεί στη ζωή όσων ονειρευόμουν. Η κοπέλα αυτή ήταν το τρένο που περίμενα, μα δεν ήρθε με θόρυβο στις ράγες, γεμάτο κόσμο, απλά εμφανίστηκε μπροστά μου και ανέβηκα πάνω του ως μοναδικός επιβάτης.
Κάηκα στο νετ, παρατηρώντας τη νέα μου ζωή αποσβολωμένος και μετά έμεινα να κοιτάω για ώρες τις στάχτες του άλλου-εγώ. Κάλεσα τον μάνατζέρ μου, με το κινητό που ήταν πλέον δικό μου. Ήταν το πρώτο πράγμα που έκανα με τη νέα μου ταυτότητα και ζήτησα μια τεφροδόχο. Μάζεψα το θύμα της Λόλα μέσα στο δοχείο και το παράχωσα πίσω στη ντουλάπα.
Έκτοτε ζω την ζωάρα μου!
Μένω σε αυτή την σουίτα κανονικά, δίχως να με αγχώνουν τα χρήματα και πραγματικά φαίνεται ότι είμαι στο αποκορύφωμα της καριέρας μου. Είχα και μια οργασμική έξαρση έμπνευσης και δημιουργικότητας μετά από όλα αυτά! Έβγαλα και μία δισκάρα πριν πέντε μήνες, όπου πραγματικά είμαι περήφανος ότι είναι ολόδική μου, μα οι κριτικοί, φυσικά, δεν την ένιωσαν. Πουλάει όμως σα τρελή! Ο τίτλος είναι:
HIRCOCERVUS
meum vita, meum legis ?
Έχει στο εξώφυλλο ένα τραγί (hircus) με κέρατα ελαφιού (cervus) και το μπαστάρδεμα των λατινικών παραπλανεί, κάνοντας κυριολεξία την έννοια της λέξης. Θα το μεταφράσω: ‘’Τραγέλαφος, η ζωή μου, οι επιλογές μου;’’
Η μουσική είναι αρκετά πειραματική και είναι θεματικό άλμπουμ που περιγράφει τα όσα έζησα. Πολλοί θεωρούν ότι η καύση μου και οι στάχτες μου είναι μια μεταφορά για τον φοίνικα και μια συμβολική νέα αρχή, μα είναι απλά η αλήθεια. Μεταλλίζει πολύ και δεν το καταλαβαίνουν οι κριτικοί. Προσπαθώ όμως να μην αναλύω άλλο τα όσα έζησα και ξέρω ότι θα δικαιωθώ από τον κόσμο για το άλμπουμ αυτό.
Τέρμα όμως η αναπόληση!
Τέρμα εδώ και πέντε μήνες! Το ορκίστηκα στον εαυτό μου!
Προσπαθώ να μην τα πολυσκέφτομαι πια, μα είμαι σίγουρος ότι όλα γίνανε όντως και δεν είμαι τρελός. Όταν φρικάρω, απλά πίνω ή κάνω κόκες ή γαμάω. Κόκες έχω κάνει και τώρα και δεν με νοιάζει πως βγαίνει όλο αυτό το ξερατό, αν διαβαστεί, δεν είμαι συγγραφέας, καλλιτέχνης είμαι. Γάμα το ρυθμό, την ισορροπία, την αρμονία. Κόκες και γαμήσια μόνο και ροκιές. Είναι ωραία η ζωή…
Όσο δεν σκέφτομαι!
Όσο δεν πέφτει το βλέμμα μου στην τεφροδόχο…
Ή στην κόκκινη κούπα…
(πρώτη ανάρτηση 16/2/2017)