Cage-d without Nicolas… >.<

/Cage-d without Nicolas… >.<
30 Νοεμβρίου 2018, by George Belaouris

Kεφάλαιο Τέταρτο

Cage-d without Nicolas… >.<


…efialtes me mesaiwnika monastiria, didimes lesvies (aimomiktries!) monaxes kai satanismos? Ok, dn 3erw an auto einai epireasmeno apo tin goth koyltoyra pou mou aresei, ma na sou pw kati poy den mou aresei? 3ereis ti einai pragmatikos efialtis? Na eisai 17, fylakismeni gia egklima pou den ekanes kai na 3ereis oti an peis tin ali8eia 8a se perasoun gia treli… nai, ayto dn mou aresei ka8olou. yup, that ugly-much sucks!
(Ηλεκτρονικό ημερολόγιο της Natalie Gautier)

I. Unconscious and back again…
Βίωνε άλλη μια πτήση ψυχομαντείας…
Φυσικά και δε γνώριζε ούτε τη λέξη ούτε το νόημά της, μα κακά τα ψέματα φίλοι αναγνώστες, αυτό ήταν. Δεν ήξερε, ακόμα, αν γι’ αυτό ευθυνόταν το άγγιγμα της Νατ και της Άλι που την είχαν βγάλει νοκ-άουτ, μα η Νάταλι έβλεπε τα πάντα με περισσότερη καθαρότητα από ποτέ.
Και δεν ήταν πια η Νάταλι, μα η Κλόντια. Και κάτι της έλεγε ότι θα ξανάβλεπε την κοπέλα με το όνομα απορρυπαντικού, εκείνη τη Λενόρ, μα φυσικά, δε θα την έλεγαν Λενόρ εδώ, αλλά Βαλέρια.
Είχε πάρει πια το κολάι…
Μα για άλλη μια φορά, η καθαρότητα του ονείρου, την άφηνε έκπληκτη!
Οι πλάκες κάτω από τα πόδια της ήταν σχεδόν τετράγωνες. Χοντροκομμένες και λείες, από τους αιώνες με τα πήγαιν’ έλα των μοναχών, των ιερέων και των προσκυνητών πάνω τους. Οι αρμοί δεν πολυφαίνονταν, μα της έκαναν εντύπωση τα μικρά φυλλαράκια που ξεπηδούσαν ανάμεσά τους.
‘’Πώς είναι δυνατόν η ζωή να επιβιώνει και να ξεπηδά κάτω από τόσο ‘’ασφυκτικές’’ συνθήκες;’’ σκέφτηκε, με την πολυεπίπεδη λειτουργία που έχει πάντα ο εγκέφαλος όταν ονειρεύεται.
Το φως έπεφτε στη δεξιά πλευρά της, χρυσαφί και έντονο.
Την έκαιγε και ευχόταν να μπορούσε να βγάλει την καλύπτρα της. Παραήταν ζεστά για αρχές φθινοπώρου. Σήκωσε τη ματιά της και είδε το βλέμμα της αδελφής της. Η Βαλέρια, με αυτό το βλέμμα που έλιωνε την καρδιά της…
Χρυσαφί και έντονο!
«Καλήν ημέρα να έχουμε αδελφή.» της είπε με επίσημο τόνο.
«Καλήν ημέρα να έχουμε, ας δώσει ο θεός.» αποκρίθηκε παρόμοια και είδε την αδελφή της, τόσο στα τάγματα του Κυρίου όσο και στη ζωή, να την κοιτά με πραγματική ευτυχία και να δαγκώνει σκανταλιάρικα το κάτω χείλος της. Η ίδια ένιωσε την καρδιά της να ανεβάζει ρυθμό.
Τιπ ταπ τιπ ταπ τιπ ταπ
Πίσω από την Βαλέρια, κάποιος πλησίαζε. Η ίδια έστρεψε το βλέμμα προς τον ήχο των βημάτων, παλεύοντας να κρύψει την ερυθρίασή της, για την τελευταία λάγνα ματιά που της είχε ρίξει η αδελφή της. Την είδε να αφήνει το κάτω χείλος της και να επιστρέφει σε μια ήρεμη στάση, κάλπικης θείας ευδαιμονίας και υποκριτικής κατάνυξης.
Η ηγούμενη πλησίαζε με νευρικό βήμα, σαφρακιασμένη, γριά στρίγκλα, με δέρμα σαν από τους πάπυρους του σπουδαστηρίου και με χείλη πάντα σφιγμένα, λες και πάλευε να κατακτήσει τη γαλήνη που είχαν οι νεότερες. Κρίμα που δεν τα κατάφερνε ποτέ…
«Κλόντια, Βαλέρια, γιατί δεν είστε στο αναγνωστήριο;» ρώτησε αυστηρά.
«Καλήν ημέρα ηγουμένη, προς τα εκεί οδεύαμε.» αποκρίθηκε με λεπτή ειρωνεία η Βαλέρια, που ήταν πάντα η πιο δυναμική από τις δύο. Αυτό το θράσος δε θα το τολμούσε ποτέ η ίδια!
«Καλήν ημέρα Βαλέρια.» αποκρίθηκε σβέλτα η ηγούμενη και στράφηκε προς την Κλόντια, για να ρωτήσει: «Κλόντια, νιώθεις άρρωστη αγαπητή μου;»
«Όχι ηγουμένη.» είπε πειθήνια η Κλόντια, ξεχνώντας την καλοσύνη που σπάνια εκδήλωνε η γριά.
«Έχεις ερυθριάσει και το πρόσωπό σου είναι ιδρωμένο.» συνέχισε εκείνη.
«Πιθανότατα η απρόσμενη ζέστη ηγουμένη.» αποκρίθηκε κι έστρεψε το βλέμμα της προς τη γη, για να μην προδώσει τον λόγο που είχε κοκκινίσει.
«Αν δε νιώθεις καλά, μπορείς να ξαπλώσεις λίγες στιγμές. Ο Κύριος μας κάνει να ανθίζουμε μέσα από τις κακουχίες, μα εσύ είσαι ήδη η πιο ενάρετη ανάμεσά μας. Ας υποφέρουμε και οι υπόλοιπες λίγο, όσο θα ηρεμείς.» της είπε με μία υπόνοια μειδιάματος.
«Δε θα το ήθελα αυτό ηγουμένη.»
«Επιμένω.» διέταξε και στράφηκε προς την αδελφή της: «Βαλέρια, πήγαινε την αδελφή σου στο κελί της και σπεύσε για το αναγνωστήριο. Εκείνα τα κείμενα δε θα αντιγράψουν από μόνα τους τον εαυτό τους. Είναι μια υπέροχη ημέρα κορίτσια, ο Κύριος να είναι μαζί σας…»
Ένα κομμάτι της Νάταλι, σκέφτηκε σα να ήξερε από πάντα: ‘’Σωστά, η Βαλέρια είναι η καλύτερη αντιγραφέας του μοναστηριού και η Κλόντια η καλύτερη μεταξουργός. Πώς το είχα ξεχάσει; Αφού πάντα σχολιάζουν στη μονή, ότι ενώ και οι δύο αδελφές είναι τέλειες στις δουλειές που τους έχουν αναθέσει, για κάποιο λόγο η ηγουμένη δε χαρίζεται ποτέ στη Βαλέρια.’’
Ένιωσε τα χείλη της να κινούνται, μα δε μιλούσε σα Νάταλι, μα σαν Κλόντια…
«Καλήν ημέρα ηγουμένη.» έκαναν εν χορώ με τη Βαλέρια, και μόλις η γηραιά αδελφή χάθηκε από το οπτικό τους πεδίο, έτρεξαν για την κάμαρα της Κλόντια, παλεύοντας να κρύψουν τα χαχανητά τους.
Δε πατούσαν πια στις πλάκες, σχεδόν πετούσαν! Τα ράσα τους ανέμιζαν και ο βηματισμός τους ήταν τόσο ελαφρύς, που αν κάποιο μάτι της παρατηρούσε από μακριά, ίσως να της μπέρδευε με πουλιά. Με χαρούμενα κοράκια ίσως…
Με το που μπήκαν μέσα στο λιτό καμαράκι, η Βαλέρια έκλεισε τη πόρτα πίσω τους και κόλλησε την Κλόντια στο πέτρινο τοίχο. Της έβγαλε την καλύπτρα και πέταξε το μαύρο ύφασμα στη γη. Ένας χείμαρρος από μαύρα μαλλιά έπεσε στους ώμους της Κλόντια, τονίζοντας τα γκρίζα μάτια της και τα πλούσια χείλη της. Πλαισίωναν το πρόσωπό της ομορφότερα και από το μαύρο πανί και η κοπέλα με τα χρυσά μάτια πάγωσε για μια στιγμή το πόθο της, για να θαυμάσει την αδελφή της!
«Είσαι πιο όμορφη και από την πρώτη μέρα της άνοιξης.»
«Χαίρομαι που έχουμε φθινόπωρο τότε, γιατί ξεχνάω την ομορφιά κάθε εποχής. Θύμισέ μου, αδελφή: πόσο μας αρέσει η άνοιξη;» της είπε σκανταλιάρικα η Κλόντια.
Η Βαλέρια την φίλησε με πάθος!
Ένας κεραυνός έσκασε ξαφνικά έξω από το μοναστήρι, τραντάζοντας όλο το κτίσμα και σκοτεινιάζοντας ξάφνου το στερέωμα. Οι αδελφές κοίταξαν έξω από το μικρό παραθυράκι, μα το βλέμμα τους έπεσε στο σταυρό πάνω από το μικρό στρώμα της Κλόντια.
Είχε αναποδογυρίσει…
II. Στην Ασφάλεια, δίχως να νιώθει ασφάλεια…
Από το κελί του μοναστηριού, επανήλθε στην επιφάνεια της συνειδητότητας, για να βρεθεί αγουροξυπνημένη σε ένα κελί φυλακής. Από μυρωδιά βασιλικού, τώρα μυρωδιά από κάτουρα και καπνό.
Κρατητήριο!
Η Νατ και η Άλι, την κοιτούσαν και ήταν γαλήνιες και χαμογελαστές. Δε μπορούσε να καταλάβει γιατί όμως. Τι διασκεδαστικό έβρισκαν στη σαπίλα που ζούσαν και οι τρεις;
«Τι φάση;» τις ρώτησε.
«Έβλεπες σέξι όνειρο…» έκανε παιχνιδιάρικα η Νατ.
«Νατ!» έκανε η Άλι και η Νάταλι κοκκίνισε.
«Δε νομίζω να…» ξερόβηξε και πρόσθεσε ντροπαλά: «Να… χμ… να με άγγιζα;»
«Όχι! Ίου!» έκαναν ταυτόχρονα, σοκαρισμένες και οι δύο. Ξάφνου, η Νάταλι συνειδητοποίησε ότι πιθανότατα να την είχαν δει πολλές φορές να αυνανίζεται! Το αίμα της ανέβηκε στο κεφάλι. Αυτό παραβίαζε κάθε έννοια ιδιωτικότητας πια!
Δεν είχε όρεξη όμως να το συζητήσει. Υπήρχαν άλλα θέματα, πολύ πιο επείγοντα!
Σηκώθηκε όρθια και πήγε προς την καγκελόπορτα.
Ένας φρουρός την είδε, γούρλωσε τα μάτια του και έτρεξε έξω από το δωμάτιο.
«Τέλεια, θα με είδε να παραμιλάω και θα με νομίζει για τρομοκράτη…» μονολόγησε η Νάταλι και πάγωσε, βλέποντας δέκα ένστολους, να μπουκάρουν στο μικρό δωμάτιο έξω από το κελί, με καραμπίνες στα χέρια και να την σημαδεύουν.
Η κοπέλα ούρλιαξε και κρύφτηκε στη γωνία του κελιού!
Η Νατ και η Άλι μπήκαν μπροστά της.
«ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ!!!!» ακούστηκε ένα ουρλιαχτό και βήματα από κάποιον να έρχεται τρέχοντας. Στο νου της ήρθε για μια στιγμή η ηγούμενη του ονείρου, μα έδιωξε τη σκέψη. Κοίταξε δειλά, από το κενό ανάμεσα στα πόδια και τις φτερούγες των φυλακών της, και εντόπισε τον καλοκάγαθο μπάτσο από πριν. Με κάποια ικανοποίηση, τον είδε να έρχεται φουριόζος, να μοιράζει καρπαζιές, κλωτσιές, να κατεβάζει τα όπλα των συναδέλφων του προς τη γη και να κάθεται στη μέση του ημικύκλιου που είχε σχηματίσει η μικρή ομάδα.
«Λοιπόν, κωλόζωα, ηλίθιοι, βόδια και γίδια! Σας προσφωνώ με διαφορετικό ζώο, μα ισχύει το καθένα τους για όλους σας. Ακούστε με καλά: είναι απλά ένα κοριτσάκι! Και φόνους να έκανε όντως, πρέπει να ανακριθεί και λοιπά και λοιπά. Μην είστε στη τσίτα συνέχεια γαμώτο!» τους μάλωσε, λες και ήταν ο μπαμπάς τους.
«Μα πέταξε δυο γουρούνια στη μάπα του μετρό και πέταξε και τους γονείς της από τον πέμπτο.» παραπονέθηκε ο νεαρότερος.
«Αυτό, αυτό!» συμφώνησε η ομήγυρη.
«Πρέπει όλα να εξεταστούν!» τους θύμισε κι πρόσθεσε: «Πού στο καλό βρήκε τα γουρούνια στο Μεταξουργείο και πώς στο καλό πέταξε δύο ενήλικες από το μπαλκόνι; Σας φαίνεται σαν τον Κόναν; Τα χέρια της είναι σα κλαράκια και είναι πίσω από κάγκελα ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΡΕΙ!»
Με το ουρλιαχτό των τελευταίων λέξεων, κατέβασαν όλοι το κεφάλι.
«Ακούστε με καλά ρεμάλια: Όποιον. Πούστη. Δω. Ξανά. Με. Καραμπίνα. Θα. Του. Την. Βάλω. Στο. Κώλο.»
«Μα πήγες να τραβήξεις όπλο πρώτος χτες.» του θύμισε πάλι ο μικρότερος.
«Σκιάχτηκα ρε μουνί! Είδα κίνηση και ρόπαλο, δεν ήξερα αν θα γίνει ντου!»
Ησυχία από όλους, λες και ήταν παιδιά δημοτικού.
«Νιώσατε;» ρώτησε τρελαμένος.
Έγνεψαν όλοι.
«Ουστ τώρα, αφήστε με μαζί της!»
Άρχισαν όλοι να έχουν ενστάσεις και να παραπονιούνται, μα τους άρχισε πάλι στις καρπαζιές και τους έδιωξε κλοτσηδόν, κλείνοντας με δύναμη τη πόρτα του μικρού δωματίου. Πήρε μια καρέκλα και πλησίασε την απορημένη πια Νάταλι.
«Συγχώρα μας για την όλη παράνοια. Από τότε πού γκρεμίστηκε ο Παρθενώνας, στα καλά καθούμενα, όλοι είναι σε μια συνεχή αγωνία. Ψάχνουν παντού τρομοκράτες και δε ξέρω κι εγώ τι. Μα και με το Παρθενώνα, ακόμα δεν έχουμε καταλάβει τι συνέβη… Οι τελευταίοι μήνες είναι χάος.»
Η Νάταλι δε μίλησε.
Γιατί για πρώτη φορά της συνέβαινε να βλέπει με ανοιχτά μάτια όσα έβλεπε στα όνειρά της!
Πάλεψε να μη τιναχτεί, μα η εικόνα της Λενόρ να φεύγει και να αφήνει πίσω της την Ακρόπολη κομμάτια την πολιόρκησε. Άρα η κοπέλα ήταν σε αυτό τον κόσμο! Στην εικόνα όμως που είχε δει στο κεφάλι της, η Λενόρ ήταν περικυκλωμένη από ελικόπτερα και μπάτσους… Παράξενο!
«Είμαι ο Λάκης Ρούβλας και…»
Η κοπέλα πάλεψε να μη γελάσει, μα άλλο ένα προμήνυμα της έσκασε στα καπάκια. Ένιωθε σαν την γαμημένη Φοίβη από τις Μάγισσες που να πάρει! Μα είδε, σαν από ταινία, την Λενόρ, σε ένα δωμάτιο ανακρίσεων με έναν μπάτσο με παρόμοια όψη και παρόμοιο όνομα!
Στην Ομόνοια!
Και κάτι της έλεγε, ότι και η ίδια τώρα ήταν στην Ομόνοια…
III. Πάμε!
Ο Πλάνσυ εκείνη την ώρα ήταν στο μετρό. Στο σημείο που είχε διεξαχθεί η μάχη. Μα φυσικά, όχι πάνω στις γραμμές αλλά στον τσιμεντένιο διάδρομο στο πλάι. Τα δρομολόγια τέτοια ώρα έδιναν και έπαιρναν…
Η αστυνομία είχε καθαρίσει το μέρος, μέχρι το πρώτο δρομολόγιο του μετρό, και τώρα, από ένα φρεάτιο, είχε βρεθεί εκεί απαρατήρητος. Ήξερε ότι θα την έβρισκε την Ομόνοια.
Δεν την ένιωθε όμως!
«Χάσε κάτι, για να βρεις κάτι…» μουρμούρισε και έβγαλε ένα ξυράφι από την κωλότσεπή του. Δε του το είχαν εντοπίσει στο αεροδρόμιο γιατί του είχε μεταλλάξει την ύλη και το είχε κάνει οδοντόβουρτσα. Αν κάποιος όμως ήθελε να πλύνει τα δόντια του με αυτό το αντικείμενο, θα έσκιζε τα ούλα του.
Ήταν ένα μόνο από τα πολλά του κόλπα.
Όπως κι αυτό που σκάρωνε τώρα…
Κάνοντας χωνί το χάρτη, ξύρισε το κεφάλι του, παλεύοντας όλες οι τρίχες να μπούνε μέσα στο κωνικό αντικείμενο. Με το τέλος της διαδικασίας, έκλεισε την ανοιχτή πλευρά και το έστησε όρθιο, με τη μύτη προς τα πάνω. Σαν κωνική πυραμίδα. Έβγαλε μια συσκευασία με σπίρτα από το εσωτερικό της καμπαρτίνας του και αφού άναψε το τσιγάρο του, πέταξε το σπίρτο του στο ‘’δεμένο-χωνί’’.
Εκείνο λαμπάδιασε και μία ασημένια ουρίτσα, ανέβηκε φιδογυριστά προς τα πάνω, στριφογύρισε γύρω από το λαιμό του, έλυσε τη γραβάτα του και η γραβάτα πλέον άρχισε να πλέει προς την Ομόνοια.
Ο Πλάνσυ ακολούθησε τη γραβάτα!
IV. Ή για την Νάταλι… Ρούβλας, un-Λάκης
«Ναι, είναι γελοίο όνομα, το ξέρω, αλλά είμαι αρκετά υψηλόβαθμος και θέλω να σε βοηθήσω. Πιστεύω το έχεις καταλάβει, μα όλοι οι άλλοι είναι τρελοί εδώ μέσα…»
«Σας ευχαριστώ κύριε Ρούβλα. Πιστέψτε με…» ξεκίνησε να λέει, μα ο Λάκης Ρούβλας την έκοψε, σηκώνοντας το χέρι του.
«Η συνομιλία μας ηχογραφείται, βιντεοσκοπείται και αναμεταδίδεται ζωντανά αυτή τη στιγμή, μέσω skype στο γραφείο του ανακριτή. Κοίτα εκεί και εδώ.» Της έδειξε: μία κάμερα στην πάνω γωνία του κελιού κι ένα μαύρο κουμπί από το πουκάμισό του. Όλα τα υπόλοιπα κουμπιά ήταν μικρότερα και λευκά.
«Μικρόφωνο!» δήλωσε η Άλι.
«Άτσα τεχνολογία στη ψωροκώσταινα!» πρόσθεσε η Νατ, μα η Νάταλι προσπάθησε να επιστήσει την προσοχή της στον Ρούβλα.
«Ο ανακριτής, αν και επιστήθιος φίλος μου, δε χαρίζεται. Μα τον πίεσα να δώσει το παρόν διαδικτυακά, για να ξεμπερδεύουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Δυστυχώς δε μπορούσε να είναι εδώ, είναι στη Σλοβενία για… Δεν έχει σημασία! Δε θέλω να κρατάμε ένα κοριτσάκι σε αυτό το χώρο, οπότε βοήθα με κι εσύ, να τελειώνουμε το συντομότερο δυνατόν!» της είπε και η Νάταλι βούρκωσε.
«Πιστέψτε με, δε σκότωσα εγώ τους γονείς μου! Τους λατρεύω τους γονείς μου!» έκανε με πάσα ειλικρίνεια, ολοκληρώνοντας τη προηγούμενη φράση της και δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. Η υπερφυσική περιπέτεια που ζούσε, αν και είχε ενδιαφέρον, δεν την τρόμαζε όσο η φυλάκιση και οι επιπτώσεις στην ‘’πραγματική’’ ζωή!
«Και τότε ρε κορίτσι μου, γιατί κυκλοφορούσες βραδιάτικο με ένα ρόπαλο; Και τι σου έφταιγε ο σταθμάρχης και τι έκανες στις ράγες; Βοήθα με να καταλάβω!»
«Με κυνηγούσαν κύριε Ρούβλα, έτρεχα για τη ζωή μου…»
«Οι φονιάδες των γονιών σου;» ρώτησε με κεντρισμένο ενδιαφέρον ο Λάκης Ρούβλας και έβγαλε από το τσεπάκι του πουκαμίσου το ένα μπλοκάκι κι ένα στυλό. Άρχισε μεμιάς να σημειώνει. Η Νάταλι δεν είχε ιδέα τι έγραφε, μα μια ανάσα ελπίδας την τίναξε μπροστά.
«Ακριβώς!»
«Ήταν πολλοί δηλαδή. Κάποια σπείρα ίσως…» έκανε, όσο σκεφτόταν, θέλοντας πραγματικά να βοηθήσει. Ανεξάρτητα με το πόσο κουτό ήταν αυτό που έλεγε…
«Αν έβαζε σπειρωτό ίσως και να την είχε γλιτώσει…» πιο πολύ μονολόγησε η Νάταλι, μα θυμήθηκε τα λόγια της φύλακας-δαιμόνισσας της μαμάς. Η μαμά ήξερε τι έκανε. Ήθελε να μένει έγκυος για να τα ρίχνει. Κάθε φορά!
«Παρακαλώ;» απόρησε με το δίκιο του ο μπάτσος.
«Δεν έχει σημασία.» έκανε με τον ίδιο τόνο που είχε πει πριν την ίδια φράση ο Ρούβλας.
«Όλα είναι πιθανόν να συνδέονται. Είχε εχθρούς η μαμά ή ο μπαμπάς καλή μου;»
«Όχι απ’ όσο γνωρίζω. Πιθανότατα η μαμά.» του αποκρίθηκε σκεπτόμενη τους εραστές της μια βραδιάς, μα βλέποντας τον Ρούβλα να σημειώνει, μια κουτή παρόρμηση την έκανε να πει: «Ξέρω ποιοι ήταν οι δολοφόνοι, μην σκάτε.»
«Μη το πεις!» προειδοποίησε η Νατ.
«Δε θα καταλάβει!» πρόσθεσε η Άλι και ο φύλακας-άγγελος του Ρούβλα τις κοίταξε με απορία.
«Σας ακούει;» ψέλλισε με σοκ ο προλαλήσας και η Νάταλι τον κοίταξε κατάματα, κάνοντάς τον να κρεμάσει το στόμα του, εκστασιασμένος από το γεγονός ότι τον έβλεπε!
«Ποιος λοιπόν;» την επανέφερε ο Ρούβλας στην κουβέντα, ο οποίος μάλλον την είχε ρωτήσει ήδη μία φορά, μα εκείνη ήταν απασχολημένη με την άυλη παρέα του.
Η κοπέλα δίστασε.
V. Φαγούρα, γραβάτα και τρεχάλα!
Ο Πλάνσυ ακολουθούσε την αιωρούμενη γραβάτα.
Συνειδητοποίησε τι έκανε (και τι διαβάσατε στην προηγούμενη πρόταση) και ξάφνου του φαινόταν γελοίο. Γέλασε δυνατά, παλεύοντας να ξεχάσει την ενόχληση που ένιωθε στο κεφάλι του. Είχε ξυριστεί με την λεπίδα ν’ ακουμπά απευθείας την σάρκα και είχε ερεθίσει το κρανίο του.
Δεν είχε σημασία, σύντομα θα έβρισκε την Νάταλι!
Και ήξερε πώς να παίξει μπαλίτσα από εκεί και πέρα!
‘’Να παίξει μπαλίτσα…’’ πόσο λάτρευε τα ελληνικά. Όχι μόνο τα αρχαία, τα μεσαιωνικά ή τη καθαρεύουσα, μα ειδικά τη δημοτική και τη καθομιλουμένη!
Πόσο ένα σπορ είχε εντρυφήσει στη κουλτούρα ενός πολιτισμού…
Ναι, ήξερε πώς θα κινηθεί. Θα τη φλέρταρε, θα την έκανε να τον εμπιστευτεί με όλο της το είναι, μετά θα της ράγιζε τη καρδιά, όσο θα ήταν απελπισμένη θα την έσφαζε με το βιαιότερο τρόπο και θα έσερνε την ψυχή της στη κόλαση! Εκεί, μπροστά στα πόδια του θρόνου του Λουσιφεράκου, θα κρινόταν η μοίρα της και η μοίρα του. Δε θα απογοήτευε τον άρχοντα του Πανδαιμόνιου, θα έδινε μια ζωή στο σκότος με αντάλλαγμα την απόλυτη φώτιση!
«ΣΤΟΟΟΟΠ!» άκουσε μια φωνή πίσω του και υποθέτετε ποιος ήταν.
Ο Πλάνσυ έριξε μια ματιά προς την κατεύθυνση του ήχου και είδε τον Λάμπη Μάνικα, τον μηχανοδηγό, ο οποίος πέρα από οδηγός μετρό ήταν και συντηρητής. Οπότε, ο Λάμπης, πάνω που κατέβαινε το φρέαρ, από μία σκάλα, και βρισκόταν στο άπλωμα που έκανε ο τσιμεντένιος δρομίσκος, είδε έναν άντρα και το καθήκον τον καλούσε.
«Πρέπει να ακολουθήσουμε την γραβάτα, μαν μου!» έκανε ο Πλάνσυ και ξέσπασε σε γέλια, δίχως να μειώσει ρυθμό, καθώς έξυνε τη φαγούρα στο κεφάλι του. Κάτι έπρεπε να κάνει. Πεπαθόλη; Πώς λεγόταν η κρέμα στην Ελλάδα; Να υπήρχε σε αυτή τη φλούδα; Δε θυμόταν, του διέφευγε…
«Την ποιάνε;» απόρησε ο Λάμπης και τον πήρε στο κατόπι για εξηγήσεις.
«Τη γραβάτα!» επανέλαβε ο Πλάνσυ, μα άλλο ένα τρένο πέρασε ξυστά τους και ο Μάνικας δεν άκουσε τι είπε ο άνθρωπος που κυνηγούσε. Η καρδιά του κάλπασε απότομα, νιώθοντας πανικό με το πόσο κοντά είχαν περάσει εκείνα βαγόνια. Ο άνθρωπος εμπρός του ήταν σίγουρα τρελός!
Δεν ένιωθε κανένα κίνδυνο και γελούσε κιόλας!
«Στάσου, μουρλός είσ’ να ‘ουμ, ας ‘ουμ; Δε νιώθεις μία, ντιπ τρελός;»
Ο Πλάνσυ στάθηκε, ακούγοντας μια πολύ ενδιαφέρουσα νέα ομιλία, χαμογέλασε πλατιά και επέστρεψε στη γραβάτα γελώντας. Ο Λάμπης τον ακολούθησε, έβγαλε τον ασύρματο και όταν του αποκρίθηκαν από το κέντρο, σε μία λάμψη κοντά στα βιδωμένα φώτα, είδε όντως την γραβάτα που επέπλεε στον αέρα!
«Κυνηγάω, μ’ έναν τρελέα, μια γραβάτα να ‘ουμ! Μπέσα! Φέρτε ενισχύσεις. Το κόβω να σταματά στην Ομόνοια, να είστε εκεί, στις αποβάθρες.»
«Τι κυνηγάτε;» απόρησαν από το τμήμα. Συγγενείς του Λάμπη, μα τον εμπιστεύονταν, δεν ήταν ο τύπος του ανθρώπου που κάνει αστεία. Δεν είχε το πνεύμα που χρειαζόταν για το σπορ…
«Δεν έχει σημασία μανουλίτσα μ’.» έκανε ο Λάμπης, συνειδητοποιώντας ότι αν επαναλάμβανε όσα είχε πει, θα πέρναγαν και τον ίδιο για τρελό. Ξάφνου, είχε μια έκλαμψη: «Σπάει τα φώτα στο τούνελ. Τον κυνηγάω, στείλε λαό στην Ομόνοια!»
«Έγινε!» του έκανε η φωνή.
Άλλο ένα τρένο πέρασε ξυστά.
Ο Λάμπης κόλλησε στο τοίχο και κοίταξε τον καράφλα με το μούσι να είναι πάλι πέρα-βρέχει.
«Στα διάλα κι εσύ γαμημένο, μου έκοψες τα ύπατα!» μονολόγησε προς το όχημα που χανόταν γρήγορα και το βλέμμα του για ένα δεύτερο συναντήθηκε με το απορημένο βλέμμα ενός επιβάτη του τελευταίου βαγονιού.
VI. Φύλακας αγγε-Λάκης…
«Ποιος λοιπόν! Όσα παραπάνω ξέρεις, πες μου!» την πίεσε για τρίτη φορά ο Λάκης και η Νάταλι ρώτησε τον άγγελό του: «Να του πω; Θα καταλάβει;»
«Πολύ χλωμό καλή μου. Ο Λάκης μου είναι απίστευτα ορθολογιστής.» της έκανε με θλίψη, ο ακόμη σοκαρισμένος άγγελος. Η Νάταλι δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει γλυκόπικρα και με συμπόνια με το αυθόρμητο ‘’μου’’ του φύλακα-αγγέλου. Όλοι οι φύλακες λάτρευαν τον θνητό τους, ακόμα δεν είχε συνηθίσει αυτό τον κόσμο…
Όσο αυτονόητο κι αν ήταν, ήταν ακόμα ένα ολοκαίνουριο σύμπαν.
Ο Λάκης την κοιτούσε, μα δεν καταλάβαινε τι έκανε η μικρή.
«Δεν έχει σημασία.» είπε πάλι η Νάταλι στο θνητό. «Δε θα καταλάβετε, είστε απίστευτα ορθολογιστής.» του έκανε απελπισμένη, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του φύλακα του Λάκη.
«Θέλω, αλήθεια, να βοηθήσω. Πες μου!» τόνισε κάθε λέξη ο Ρούβλας, βάζοντας στην άκρη το μπλοκάκι του.
«Πες της γρήγορα, κάτι που μόνο ο Λάκης σου ξέρει!» πέταξε ξαφνικά η Άλι, σε μία επιφοίτηση της στιγμής.
«Γαμάτη ιδέα!» επικρότησε η Νατ και η Νάταλι έμεινε βουβή. Δεν ήθελε να δείξει πάλι, ότι ακούει όσα γίνονται πέρα από τη σφαίρα κατανόησης των θνητών. Δε θα έπαιζε το χαρτί τουρέτ εδώ. Θα ήταν ειλικρινής. Όσο μπορούσε. Δεν ήθελε ο Ρούβλας να νομίζει ότι η ανήλικη είναι τρελή ή μιλά με τον θεό.
«Προσωπικά δεδομένα!» έκανε ο άγγελος.
«Καίγεται ο κώλος μας!» είπε η αγχωμένη Νατ.
«Η θνητή μας βλέπει τ’ άυλα, είναι Εκλεκτή! Αν δε μας πεις, θα σε αναφέρω στον ανώτερό μας εκεί πάνω!» πίεσε η Άλι, αποφασιστικά.
«Έχεις πάρει φωτιά, γαμάς!» θαύμασε η Νατ και ο άγγελος του Ρούβλα είπε διστακτικά: «Τη μητέρα του τη λένε Μαρία και το πατέρα του Γιάννη.»
«Τη μητέρα σου την λένε Μαρία και τον πατέρα σου Γιάννη.» είπε μεμιάς η Νάταλι.
Όλα τα άυλα κοιτούσαν με ανυπομονησία.
«Πώς το…» ξεκίνησε σοκαρισμένος ο αστυνομικός, μα απευθείας ηρέμησε και είπε: «Είναι τα πιο κοινότοπα ονόματα, απλά στάθηκες τυχερή!»
«Θα τον γαμήσω!» ξέσπασε η Νατ, η οποία δεν άντεχε τόσο άγχος.
«Τι είναι αυτή η ουλή στο μέτωπο; Πώς την έπαθε;» ρώτησε η πιο ψύχραιμη Άλι.
Η Νάταλι και η Νατ απόρησαν και τότε εντόπισαν την ουλή.
Η Νατ αγκάλιασε την Άλι και είπε: «Σε λατρεύω ρε μαλάκα!»
«Μαχαιριά εν ώρα υπηρεσίας.» είπε ο άγγελος του μπάτσου.
«Μαχαιριά εν ώρα υπηρεσίας είναι η ουλή στο μέτωπο.» επανέλαβε η Νάταλι.
«Πολύ πιθανόν να το μάντεψες κι αυτό.»
«Είναι μαλάκας ο δικός σου!» είπε η Νατ.
«Δε βρίζω, αλλά θα συμφωνήσω!» είπε η Άλι που είχε ξεμείνει από ιδέες.
«Ορθολογιστής!» τις διόρθωσε, μα είχε εκνευριστεί και εκείνος από τον θνητό του. «Μικρούλα, πες του ό,τι σου λέω.»
Η Νάταλι μετέφερε επακριβώς τα λόγια του αγγέλου: «Ήταν 26 Σεπτεμβρίου 2017, είχες μισή ώρα για να σχολάσεις, μα γίνονταν επεισόδια στο κέντρο. Δεν ήθελες να πας, μα ήταν το καθήκον σου. Είσαι κολλημένος με την ηθική και το καθήκον σου, από πιτσιρικάς ονειρευόσουν να γίνεις αστυνομικός. Από τότε που είδες το Κόμπρα με τον Σταλόνε. Πήγες και έκαιγαν κάποια αμάξια. Μολότοφ σκάγανε και ήσουν φοβισμένος. Δε θα το παραδεχτείς, μα ήσουν. Ήταν ένας εικοσάρης, με κόκκινο κασκόλ, μπλε σκουφί και τζιν που ήταν κομμένο στα γόνατα. Σε μαχαίρωσε πριν το καταλάβεις. Ακόμα απορείς πώς έχωσε κάτω από το κράνος το μαχαίρι και πώς την γλίτωσες μόνο με ένα σημάδι. Αν το έχωνε πιο βαθιά η ζημιά θα ήταν μεγαλύτερη. Σου είπε: ‘’πήρα το αίμα σου’’ μα πριν πει περισσότερα τον βούτηξαν οι συνάδελφοί σου. Δεν το φώναξε, το ψιθύρισε σχεδόν, είσαι σίγουρος ότι μόνο εσύ το άκουσες. Μερικά βράδια… Όχι!» είπε η Νάταλι και σταμάτησε.
«Ίου ρε μαλάκα!» έκανε η Νατ, σε αυτό που είχε πει ο άγγελος του αστυνόμου.
«Μοιράστηκες πολλά, μη το παρακάνεις.» πρόσθεσε πιο κόσμια η Άλι και ο άγγελος σταμάτησε. Ένιωθε άβολα που τους είχε πει ότι ο Λάκης θεωρούσε αλάνικη την ουλή. Και τον έπαιζε σκεπτόμενος ότι ήταν ο Σταλόνε και πηδούσε τη Ρούλα. Τη γραμματέα του στο τμήμα. ‘’Ρούλα Ρούβλα’’, σκεφτόταν συχνά ο Λάκης και δεν τον χάλαγε η σκέψη να την κάνει κάποτε το γυναικάκι του.
Ο Ρούβλας είχε παγώσει.
«Μερικά βράδια;» ρώτησε σοκαρισμένος από όσα έλεγε η κοπέλα.
«Δε μπορώ να χρησιμοποιώ το χάρισμά μου πολλή ώρα. Με πονάει το κεφάλι μου!» σκαρφίστηκε και μόρφασε σα να είχε πονοκέφαλο. Μα θέλοντας να προσθέσει το τελευταίο που είχε ακούσει, πρόσθεσε με ένα βήχα: «Γκουχ, Ρούλα Ρούβλα!»
Ο Λάκης πάγωσε.
Συγκεντρώθηκε και προσπάθησε να ηρεμήσει. Ένας θεός ξέρει τι πέρναγε από τον νου του.
«Συγχώρα με.» έκανε σκεπτικός ο Ρούβλας και ρίχνοντας τις άμυνές του, είπε: «Οι γονείς ήταν θρήσκοι. Εγώ ήμουν πάντα ο Θωμάς, χεχε. Αυτό που μόλις συνέβη είναι σοκαριστικό, το ομολογώ! Θα μπορούσα να αρνηθώ τα πάντα, μα πιστεύω ότι με τη δουλειά μου μπορώ να κάνω διαφορά στο κόσμο. Αν έβαζα μια ανήλικη σαν κι εσένα φυλακή, θα το έφερα βαρέως. Θα ήταν άδικο. Αν όχι, τι να κάνεις… Άλλη μια χαμένη ψυχή. Πες μου, σε παρακαλώ!»
Η Νάταλι του είπε και ο Ρούβλας άκουσε.
Το ίδιο και ο ανακριτής…
VII. Στην ομόνοια without any chill
Ο Πλάνσυ έφτανε στο σταθμό της Ομόνοιας.
Ο άνθρωπος που τον κυνηγούσε είχε αρχίσει να του σπάει τα νεύρα.
«Στάσου να ‘ουμ ας ‘ουμ. Πώς γίνεται αυτό με τη γραβάτα; Ποιος διάολος είσαι εσύ;» τον άκουσε να του φωνάζει και ο Πλάνσυ, ακούγοντας το όνομα του θεού του να λέγεται επί ματαίω, στάθηκε. Ένιωσε το χέρι του Λάμπη στο μπράτσο του και άκουσε ένα νέο τρένο να έρχεται.
«Ποιος κερατας είσαι;» τον ρώτησε έντρομος ο Λάμπης. Μια τα τρένα, μια η ιπτάμενη γραβάτα, μια αυτός ο τρελός! Χτες τα σατανογούρουνα! Πού είχε μπλέξει γαμώτο;
Ο Πλάνσυ, με τον ερεθισμό στο κεφάλι του να έχει φτάσει στο αποκορύφωμα, δε μπόρεσε να ακούσει πάλι βλασφημίες! Βούτηξε τον Λάμπη και τον έσπρωξε στο διερχόμενο τρένο. Το αίμα, πάλι καλά, πιτσίλισε μόνο τα άτομα στην αποβάθρα.
Ο Πλάνσυ δε λερώθηκε.
Γέλασε με το μακελεμένο κουφάρι του Μάνικα, μα θυμήθηκε τι έκανε! Ήταν στο σταθμό Ομονοίας, μα πού πήγαινε; Έψαξε με το βλέμμα του τη γραβάτα εναγωνίως! Έξυσε τη φαγούρα στο κεφάλι του, εντόπισε την γραβάτα και άρχισε πάλι να τρέχει.
Έπεσε πάνω στους αστυνομικούς.
VIII. Τελικά… μα-Λάκης!
Ο Λάκης Ρούβλας, μόλις άκουσε όλα όσα είχε να πει η Νάταλι, έφυγε προβληματισμένος. Για σύσκεψη με τον ανακριτή και για την εξαγωγή των όποιων συμπερασμάτων. Τους είχε πει με πάσα ειλικρίνεια, όλη την αλήθεια. Και οι τρεις άυλοι φίλοι της διαμαρτύρονταν, μα η κοπέλα δεν είχε όρεξη για παιχνίδια. Ήλπιζε ότι ο Λάκης και ο ανακριτής θα καταλάβαιναν.
Αποφάσισε να τους εμπιστευτεί ολόψυχα και ήλπιζε να μην είχε κάνει μαλακία!
Μισή ώρα είχε περάσει.
Η Νάταλι, είχε κάτσει στο μικρό στρώμα και είχε πει στην Νατ και την Άλι να μην μιλάνε για λίγο. Έπρεπε να σκεφτεί…
Αρχικά: της είχαν σκάσει οράματα με ανοιχτά τα μάτια! Αυτό ήταν πρωτόγνωρο σε όλη αυτή την τρέλα που ζούσε, μα για κάποιο λόγο, της είχε δώσει την αίσθηση ότι δεν ήταν για καλό. Ίσως να την τρέλαινε πραγματικά, αν επαναλαμβανόταν έτσι απρόσμενα, σε ακόμη πιο ριψοκίνδυνες στιγμές!
Έπειτα: θυμόταν στις ειδήσεις το άρθρο και το βίντεο με τον Παρθενώνα, μα το μνημείο είχε απλά… καταρρεύσει! Και η ίδια, όποτε κατέβαινε Μοναστηράκι, κοιτούσε προς τα εκεί και όντως έλειπε ο ναός, μα είχε άλλα θέματα να την προβληματίζουν από το καλοκαίρι, που δεν είχε δώσει βάση. Στην κοσμάρα της! Το σημαντικό όμως ήταν άλλο: στο όραμά της τον είχε γκρεμίσει η Λενόρ! Οπότε ή η Νάταλι είχε σαλέψει ή τελικά η θεωρία των παράλληλων διαστάσεων δεν ήταν μόνο για το Fringe και το X-files!
Τέλος: κάτι μέσα της την βεβαίωνε ότι και η θεωρία των μετενσαρκώσεων και των μετεμψυχώσεων δεν ήταν μόνο για τις ταινίες και τις σειρές. Σίγουρα με αυτή την κοπέλα κάποτε ήταν αδελφές –δίδυμες!- και είχαν ερωτικές σχέσεις, μα όταν εκείνη –η Λενόρ/Βαλέρια- αποφάσισε να φύγει από την μονή, λογικά χωρίστηκαν για πάντα!
Ίσως αυτές οι δύο να ήταν ακραίες υποθέσεις, μα άλλη μία ήρθε για να τριτώσει το κακό…
Η Λενόρ ήταν η χαμένη αδελφή της και η ίδια έπρεπε να τη βρει και σε αυτή τη ζωή!
«Αν φυσικά υπάρχει, αυτή η Λενόρ, και δεν τα δημιουργεί όλα το μυαλό μου. Μα αν είναι λεσβία, χμ, δεν ξέρω, χμ…» το σκέφτηκε λίγο μονολογώντας, μα με την αιμομιξία του παρελθόντος να μπαίνει στην εξίσωση, πρόσθεσε μεγαλόφωνα: «Όχι, ίου, μάλλον όχι!»
Ξαναβυθίστηκε στις σκέψεις της, με κάτι ακόμα που της είχε κάνει εντύπωση. Ένα νέο στοιχείο που είχε ανασυρθεί στην επιφάνεια του ξύπνιου, μετά το όνειρό της. Μία πληροφορία, που όσο περίεργη κι αν φαινόταν, ίσα-ίσα έδινε παραπάνω βαρύτητα στη θεωρία της περί μετενσαρκώσεων κλπ Λοιπόν: η Βαλέρια ήταν η καλύτερη αντιγραφέας και η Λενόρ –απ’ ό,τι είχε δει στα ‘’οράματά’’ της- ζωγράφιζε! Επίσης: η Κλόντια ήταν η καλύτερη μεταξουργός της μονής και η Νάταλι ζούσε στο Μεταξουργείο!
«Είναι λίγο παρατραβηγμένο, μα… ίσως… ναι, ίσως και να ισχύει…» μονολόγησε πάλι.
Σήκωσε το βλέμμα της και είδε την Νατ και την Άλι να την κοιτούν με κρεμασμένο το στόμα.
«Πάει…» είπε η Νατ.
«…σάλεψες!» πρόσθεσε η Άλι.
«Συγγνώμη κιόλας, μα δεν είναι και βόλτα στα Ζάρα όλο αυτό που περνάω!» τους πέταξε και σηκώθηκε όρθια. «Και, αν είναι να έχουμε καλά ξεμπερδέματα, τι σας έκανε να βγάλετε τώρα αυτό το συμπέρασμα;»
«Δε μιλάς σε εμάς…» η Νατ.
«…και δεν είναι κανένα άλλο ον εδώ!» η Άλι.
«Και το ‘’καλά ξεμπερδέματα’’…» η Νατ.
«…δεν πολύ-κολλάει.» η Άλι.
Όντως, δε θα ξεμπέρδευε ποτέ με αυτές. Θα ήταν εκεί είτε στη φυλακή, είτε πάνω από τους ώμους της όταν θα έκανε πρώτη φορά σεξ, πλάι της στον γάμο…
Η Νάταλι απλά τους έστρεψε την πλάτη της.
Ένιωθε να πνίγεται.
Κοίταξε στον τοίχο και βούρκωσε πάλι.
Της λείπανε οι γονείς της, δε μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν νεκροί! Δεν θα ξανάπινε καφέ με την μαμά και δεν θα ξανάβλεπε με τον μπαμπά…
…πασαρέλα…
«Σαντιγύ!» την άκουσαν να λέει, αναφωνώντας σα να είχε ξάφνου μια αποκάλυψη.
«Ορίστε;» ρώτησαν μαζί οι φύλακές της και εκείνη γύρισε χαμογελαστή να επαναλάβει.
«Σαντιγύ!»
«Κάνεις τα ίδια με το απορρυπαντικό καλή μου!» είπε η Νατ.
«Έκανες κάποιου είδους σύνδεση στο μυαλό σου, μα δεν καταλαβαίνουμε.» εξήγησε η Άλι και η Νάταλι, εξήγησε: «Η Λενόρ είναι από μία παράλληλη διάσταση. Σαν τη γη. Άρα, αν έκανε κάποια ζημιά εκεί και αυτή η ζημιά συνέβη κι εδώ… Σαν τον Παρθενώνα ας πούμε… Τότε με κάποιο τρόπο ή μπορώ να της μεταφέρω κάποιο μήνυμα ή…»
«Να πάμε εμείς εκεί!» είπαν οι δύο φύλακες.
«Και ξέρω από πού πρέπει να ξεκινήσουμε το ταξίδι! Ήταν τόσο in my face όλη την ώρα!» πρόσθεσε και πάνω που πήγαινε να τους αποκαλύψει την τοποθεσία, άκουσαν την φωνή του Λάκη Ρούβλα.
«Ναταλία Ψυχάρη,» της προσφώνησε με απόλυτη –και ξένη μέχρι στιγμής- σοβαρότητα, «καταδικάζεσαι σε 18 μήνες προφυλάκιση, ύποπτη για διπλή ανθρωποκτονία και για διατάραξη των μέσων μαζικής μεταφοράς. Απόφαση του ανακριτή, μέχρι να εξεταστεί ενδελεχώς η υπόθεσή σου.»
«Τι;!» ούρλιαξαν η Νάταλι, η Νατ και η Άλι.
Και τα φώτα στο τμήμα, έσβησαν μεμιάς!
***
Θέλετε να μάθετε τα πάντα για τη Λενόρ; Ιδού το link για online παραγγελία του ‘’Lenore Corpse #1’’: https://www.rsp.gr/product/lenore-corpse-1/
Θέλετε να μάθετε το παρελθόν του τρελάκια του Πλάνσυ; Ιδού το link για online παραγγελία του βιβλίου ‘’Ημερολόγια Ψυχοπλάνης’’: https://www.rsp.gr/product/%ce%b7%ce%bc%ce%b5%cf%81%ce%bf%ce%bb%cf%8c%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%88%cf%85%cf%87%ce%bf%cf%80%ce%bb%ce%ac%ce%bd%ce%b7%cf%82/
Art by Paul Stavroulakis <3
Τα λέμε την επόμενη πρωτομηνιά παίδες!!! 😀
Be safe, μην κουράζετε πολύ τους φύλακές σας… 😉