Ο Εφτάψυχος

/, Guest Art/Ο Εφτάψυχος

Είμαι δούλος από τη Φοινίκη κι ονομάζομαι Αξέμ. Με είχαν αιχμαλωτίσει κρήτες πειρατές όταν ταξίδευα μ’ ένα εμπορικό πλοίο που μετέφερε πορφύρα στο λιμάνι της Αθήνας, τον Πειραιά. Ζήτησαν λύτρα για να με απελευθερώσουν αλλά δεν υπήρχε κανείς στην πόλη μου να ενδιαφερθεί για μένα κι έτσι με πούλησαν στο δουλοπάζαρο της Δήλου. Ο κύριός μου, ένας ευκατάστατος απελεύθερος, ο Ανδρίσκος ο Θραξ, πορνοβοσκός και κάθαρμα ολκής, έδωσε διακόσιες δραχμές για να με αγοράσει. Ήταν ένας άσχημος, υπερφίαλος και κακότροπος άνθρωπος που δεν σταματούσε να βρίζει τις πόρνες του και τους δούλους του. Από το ξημέρωμα μέχρι που το σκοτάδι απλωνόταν στην πόλη, με την παραμικρή αφορμή, το ραβδί του αυλάκωνε την πλάτη μας μαζί με την απειλή να βρεθούμε στις στοές των ορυχείων του Λαυρίου.

Η δουλεία ήταν για μένα ο εφιάλτης μου. Όχι γιατί μ’ ενοχλούσε η σκληρή εργασία αλλά γιατί μου ’λειπε η τέχνη μου. Από παιδί στην πόλη μου, την Τύρο, δούλευα την πέτρα και το μάρμαρο δίπλα σε ένα μεγάλο τεχνίτη, τον έλληνα Θεόδωρο, που είχε μάθει την τέχνη της γλυπτικής στην Αθήνα. Μου είχε διδάξει πώς να πελεκάω, πώς να χρησιμοποιώ τις σμίλες, το σκαρπέλο και το τρυπάνι και τον βοηθούσα να φτιάχνουμε αγάλματα θεών και θεαινών για τις κατοικίες των ευγενών. Μια καταραμένη μέρα έπεσε πάνω στον άτυχο δάσκαλό μου ένα ογκώδες μισοτελειωμένο άγαλμα, το άγαλμα του Μοτ, του θεού του Κάτω Κόσμου, και άφησε εκείνον στον τόπο κι εμένα χωρίς δουλειά. Έτσι αναγκάστηκα να στραφώ στη θάλασσα για να ζήσω.

Έπιασα δουλειά κωπηλάτης σε έναν γάλλο (1). Δεν πρόλαβα όμως να μάθω τη ναυτική τέχνη και αιχμαλωτίστηκα από πειρατές με αποτέλεσμα να βρεθώ δούλος στην Αθήνα.

Η ζωή μου στο άστυ κυλούσε κουραστικά και μονότονα. Έκανα πολλές δουλειές, η κύρια όμως ήταν να κουβαλώ ολημερίς νερό από το πηγάδι του Οίκου της Αφροδίτης για να κάνουν το λουτρό τους οι πόρνες και οι πελάτες τους. Ο καιρός περνούσε και η απελπισία μ’ έπνιγε. Ήταν τότε που ο Περικλής είχε κάνει την πόλη εργοτάξιο κι έβλεπες παντού μισοτελειωμένα εντυπωσιακά οικοδομήματα και υπέρλαμπρους ναούς. Ογκώδη κομμάτια μαρμάρου κατέβαιναν με άμαξες από τα βουνά για να τα πελεκήσουν οι τεχνίτες. Οι ήχοι από τις σμίλες και τα τρυπάνια ακούγονταν παντού στην πόλη και χάιδευαν τα αυτιά μου, πλημμύριζαν όμως ζήλια την καρδιά μου. Ώσπου δεν άντεξα άλλο και κάθε φορά που πήγαινα στην αγορά για ψώνια μάζευα κρυφά σ’ ένα σάκο κομμάτια μαρμάρου που περίσσευαν από τα αμέτρητα εργαστήρια και όποτε έβρισκα λίγο χρόνο σκάλιζα μικρές φιγούρες. Ο κύριός μου πρόσεξε το πάθος μου και πρότεινε να μου αγοράσει εργαλεία για να φτιάξω δοκιμαστικά ένα άγαλμα της Εκάτης για να προστατεύει τον Οίκο του. Μου υποσχέθηκε μάλιστα πως, αν τα κατάφερνα, θα με απασχολούσε στο εξής με αγάλματα θεαινών, όπως της Αφροδίτης, για τη διακόσμηση του κήπου και θα γλίτωνα από τις κοπιώδεις χειρονακτικές εργασίες.

Δούλευα πολύ, αλλά με ευχαριστούσε και παράπονο δεν είχα. Ο Ανδρίσκος, αν και σκληρός άνθρωπος με απαίσιους τρόπους, φρόντιζε να τρέφει καλά τους δούλους του. Κυρίως τους πιο άξιους, ώστε να δίνει έτσι κίνητρο και στους υπόλοιπους. Ως πρώην δούλος και ο ίδιος γνώριζε καλά τι χρειάζεται ένας υποτακτικός για να αποδίδει το μέγιστο: φαΐ και ραβδί.

Δεν ξέρω γιατί αλλά καθώς τελείωνα το άγαλμα διαπίστωσα απορημένος ότι εκείνη η γυναικεία μορφή δεν μου ήταν άγνωστη. Αν και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της ήταν ακόμα ημιτελή, ασκούσε πάνω μου μια δυνατή έλξη. Όσο τα χέρια μου διαμόρφωναν τη μορφή της τόσο πιο έντονα ένιωθα ότι ήταν εκείνη που καθοδηγούσε την κάθε μου κίνηση.

Ο κύριός μου έδειχνε ενθουσιασμένος από το έργο μου όπως και τα κορίτσια του πορνείου, γι’ αυτό και με απάλλαξε από κάθε άλλη υποχρέωση. Απαίτησε μάλιστα να τελειώσω το άγαλμα σύντομα δείχνοντάς μου με νόημα το ραβδί του.

Οι δουλειές στον Οίκο της Αφροδίτης πήγαιναν καλά. Οι πελάτες ήταν εύποροι Αθηναίοι ή ξένοι έμποροι και ταξιδιώτες που επισκέπτονταν την πόλη. Ο Ανδρίσκος, εκτός από σκληρός και φιλοχρήματος, ήταν και έξυπνος. Είχε καταφέρει να συγκεντρώσει γύρω του τις καλύτερες πόρνες από τον Κεραμικό, τον λόφο των Μουσών (2) και τον Πειραιά, αλλά και τις ωραιότερες λεωφόρους (3) και σποδησιλαύρες (4). Δεν έφταναν βέβαια σε χάρη, εκπαίδευση και ομορφιά τις εταίρες ούτε ήταν όμως άσχημα, κακοφτιαγμένα πλάσματα όπως οι περισσότερες χαμαιτύπες (5), χαμαιταιρίδες (6) και χαλκιδίτιδες (7), που εκλιπαρούσαν για έναν οβολό δούλους και χωριάτες να πλαγιάσουν μαζί τους στο χώμα ανάμεσα σε τάφους ή -ακόμα χειρότερα- πάνω σε ψειριασμένα στρώματα.

Έζησα δύο ολυμπιάδες (8) στην Αθήνα σχεδιάζοντας να γνωρίσω τον περίφημο γλύπτη Φειδία και να τον παρακαλέσω να με αγοράσει και να με πάρει στη δούλεψή του. Θαύμαζα τα λαμπρά του έργα στην πόλη και ονειρευόμουν να του μοιάσω, όμως οι Μοίρες και η χθονία θεά της οποίας το άγαλμα φιλοτεχνούσα είχαν άλλα σχέδια για μένα.

Η ζωή μου -δυστυχώς- δεν ήταν γραφτό να κυλήσει ανέμελα. Τιμωρήθηκα για την ανοησία του κυρίου μου να πάρει στο πορνείο του μια ελεύθερη γυναίκα, χήρα αθηναίου οπλίτη που έχασε τη ζωή του στην εκστρατεία της Εύβοιας (9). Ο Ανδρίσκος κατηγορήθηκε από έναν ρήτορα για παράβαση των νόμων της πόλης, γι’ αυτό και με παρέδωσε στους αστυνόμους για ανάκριση. Δεν έφταιγε εκείνος για την τιμωρία μου, αλλά οι νόμοι της αθηναϊκής πολιτείας που έλεγαν ότι ο δούλος πρέπει να βασανιστεί (10) στη θέση του κυρίου του και όχι ο ίδιος ο κύριός του. Μόνον με αυτό τον τρόπο ήταν έγκυρη η ομολογία του. Ο Ανδρίσκος πληροφορήθηκε ότι η καταδίκη του θα ήταν να τον δέσουν σε ένα σακί και να τον πνίξουν στο Φάληρο γι’ αυτό προτίμησε να το σκάσει αφήνοντας εμένα να υποστώ την τιμωρία του.

 

Ούτε κατάλαβα, ούτε γνωρίζω τι συνέβη και ποιος μεσολάβησε για να δεχτώ εγώ το συγκεκριμένο αυτό δώρο-άδωρο. Ένας τυφλός μάντης-θεραπευτής που συνάντησα αργότερα σε κάποιο από τα ταξίδια μου με υπέβαλε σε αρκετές δοκιμασίες ώσπου έβγαλε το συμπέρασμα πως ήμουν προικισμένος με τη θεϊκή δύναμη της ψυχοπλάνης. Επέμεινε ότι διέθετα όλα τα σημάδια που αποδείκνυαν του λόγου του το αληθές: πρώτον, είχα ελαστικά οστά που δύσκολα έσπαγαν (πράγματι, παρά τα σοβαρά ατυχήματα που μου έτυχαν, δεν είχα σπάσει ποτέ οστό), δεύτερον, άντεχα τρεις κλεψύδρες (11) με μία ανάσα κάτω από το νερό, και, τρίτον, στην ωμοπλάτη μου υπήρχε από τη γέννησή μου ένα κληρονομημένο σημάδι, σαν σβησμένη δερματοστιξία, που έμοιαζε με αναμμένο πυρσό.

Σύντομα ανακάλυψα ότι κάποιοι ελάχιστοι κάτοχοι της ψυχοπλάνης ήταν καταραμένοι θνητοί προικισμένοι με το δυσάρεστο προνόμιο να ζουν ασταμάτητα πεθαίνοντας διαρκώς. Να βιώνουν έναν φαύλο κύκλο που θυμίζει το σισύφειο μύθο ή τη φλεγόμενη ρόδα του Ιξίωνα, που είχα ακούσει από το στόμα του μορφωμένου έλληνα δασκάλου μου. Όπως και να ’χει έκτοτε ζούσα και πέθαινα με την ελπίδα κάποια στιγμή να μεταβάλω τη ροή των γεγονότων ή να μάθω να κατευθύνω τη ζωή μου σύμφωνα με τις επιθυμίες μου ώστε να πάψω να είμαι ένα άθυρμα της ψυχοπλάνης.

Η πρώτη φορά που έζησα αυτό το παράξενο φαινόμενο ήταν η ημέρα του πρώτου θανάτου μου. Τη θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια. Πώς να την ξεχάσω άλλωστε; Γνωρίζω μόνο πως κάθε φορά, τη στιγμή που πέθαινα, βρισκόμουν απέναντι σε ένα άγαλμα. Kαι όχι οποιοδήποτε άγαλμα, αλλά το άγαλμα εκείνο της χθόνιας θεάς που είχα σμιλέψει με το καλέμι μου. Και τότε η ψυχή μου ακολουθούσε το ταξίδι εκείνου του αγάλματος μέχρι και τον προορισμό του. Βεβαιώθηκα γι’ αυτό σαν βρέθηκα ξανά κωπηλάτης σε ένα πλοίο, αυτή τη φορά όμως δεν ήμουν ένας ελεύθερος ναυτικός σε φοινικικό γάλλο της Τύρου αλλά ένας αιχμάλωτος-δούλος των ρωμαίων.

 

Ο πρώτος θάνατος

 

Έκανε αφόρητη ζέστη, ήταν οι τελευταίες μέρες του Σκιροφοριώνα (12).

Οι δικαστές είχαν κουραστεί κι είχαν φύγει από τη Βασίλειο Στοά όπου με ανέκριναν στη θέση του φυγά Ανδρίσκου. Με είχε πλέον αναλάβει ο δημόκοινος (13), ένας γιγαντόσωμος κρατικός δούλος από το σώμα των σκυθών αστυνομικών του άστεως. Χειριζόταν τη μάστιγα με μεγάλη άνεση. Ίδρωνε και βρομούσε σαν χοίρος, αλλά δε σταματούσε ούτε για να πιει νερό. Το σώμα μου δέχτηκε αμέτρητα χτυπήματα. Το αίμα έρεε ποτάμι και πότιζε το χώμα θάνατο. Εκείνος δεν το ήξερε αλλά είχα πάψει πια να νιώθω πόνο. Μόλις το κατάλαβε ζήτησε να με καρφώσουν στη φοβερή σανίδα, στο τύμπανο (14). Το τέλος μου πλησίαζε, το είχα δει άλλωστε να συμβαίνει και σε άλλους καταδικασμένους. Μετά θα με πετούσαν μισοπεθαμένο στο βάραθρο (15) με τα κοράκια να πετούν πάνω από το διαλυμένο σώμα μου.

Στο προαύλιο της στοάς εκείνης υπήρχαν αρκετά αγάλματα, μερικά μισοτελειωμένα. Ενστικτωδώς κάρφωσα το βλέμμα μου σ’ ένα γυναικείο άγαλμα απέναντί μου. Το αναγνώρισα αμέσως -ήταν το άγαλμα της χθονίας θεάς και ήταν ένα από κείνα που σμίλεψα στον Οίκο της Αφροδίτης, του Ανδρίσκου. Ο πρώην κύριός μου το είχε αφιερώσει στη Βασίλειο Στοά ώστε να το βλέπουν οι πολίτες του άστεως και να μνημονεύουν με θαυμασμό και ζήλια ‘’τον απελεύθερο που πλούτισε -όπως πλούτισε- και κάνει πλέον χορηγίες στην πόλη’’.  Ήταν το καλύτερό μου έργο και χάρηκα που βρισκόταν σε περίοπτη θέση ώστε οι αθηναίοι -αλλά και οι ξένοι επισκέπτες- να μπορούν να το θαυμάζουν καθημερινά. Ήταν στραμμένο προς το μέρος μου, με κοιτούσε και το κοιτούσα. Απεικόνιζε την ετοιμοθάνατη νεαρή ναϊάδα Ευρυδίκη (16), καθώς έσκυβε να πιάσει το πληγωμένο από το δάγκωμα της οχιάς πόδι της. Δίπλα της ήταν ένα ημιτελές άγαλμα της τρισυπόστατης Εκάτης (17) με τους πυρσούς στα χέρια. Tα γαλάζια μάτια της Ευρυδίκης άστραφταν από τον ήλιο που έδυε ενώ η έκφρασή της αλλά και η στάση του σώματός της έδειχναν πόνο αλλά και θέληση για ζωή. Ό, τι ακριβώς ένιωθα κι εγώ εκείνες τις στιγμές που ένιωθα τα οστά μου να θρυμματίζονται. Μια δύναμη αιχμαλώτισε την ψυχή μου, την ίδια στιγμή που ένα βαθύ σκοτάδι απλώθηκε γύρω μου. Ένιωσα ένα με το άγαλμα. Και πέθανα, για πρώτη φορά.

 

Η δεύτερη ζωή

 

Η επόμενη ζωή μου δεν ξεκίνησε με ένα βρεφικό κλάμα αλλά με τη στεντόρεια φωνή ενός ρωμαίου πλοηγού. Όπως και στη Φοινίκη βρέθηκα ξανά κωπηλάτης, αλλά αυτή τη φορά ως δούλος σε μια ρωμαϊκή φορτηγίδα. Απέναντί μου, σε μικρή απόσταση και ανάμεσα σε πολλά αγάλματα, βρίσκονταν κι εκείνα, της Ευρυδίκης και της Εκάτης, που έβλεπα στην Βασίλειο Στοά τις στιγμές που πέθαινα για πρώτη φορά. Κάτι παράξενο συνέβαινε ανάμεσα στο άγαλμα της Ευρυδίκης κι εμένα. Κάτι που αναμφίβολα ξεπερνούσε τη σχέση του δημιουργού και του έργου του. Σαν να είχε περίσσεια ζωή το άγαλμα και μου τη χάριζε. Λες και η τέχνη μου είχε αιχμαλωτίσει στο εσωτερικό του μια θεά, μια αληθινή θεά ή μια θεϊκή δύναμη. Κι εγώ ήμουν συνδεδεμένος κι εξαρτημένος με τη δύναμη εκείνη, ο θνητός εκλεκτός της.

Τι είδους μαγεία με είχε στοιχειώσει;

Το άγαλμα ήταν στραμμένο προς το μέρος του κι εγώ το κοίταζα κι  έπαιρνα δύναμη. Το σώμα μου ήταν κουρασμένο αλλά δυνατό. Πονούσαν μόνο οι βραχίονές μου από το κουπί. Ένας πόνος οικείος.

Δεν είχα ξαναδεί μεγαλύτερη τριήρη. Ο διπλανός μου κωπηλάτης, ένας έλληνας από την Κόρινθο, μου είπε πως βρισκόμουν σε μια ρωμαϊκή μυριοφόρο (18). Το πλοίο εκείνο είχε πέντε σειρές κουπιά και μετέφερε φορτίο από την Αθήνα μετά την καταστροφή της από τον αυτοκράτορα Σύλλα (19). Μου πήρε αρκετή ώρα να πιστέψω αυτά που άκουγα. Η ισχυρή περίλαμπρη Αθήνα ήταν νεκρή, ένας σωρός ερειπίων, κι εγώ ο νεκρός ζούσα!

Πίσω από τα αγάλματα υπήρχε ένα παραπέτασμα από το οποίο ακούγονταν οδυρμοί γυναικών. Ήταν αρχόντισσες, κυράδες της πρώην κραταιάς Αθήνας, που προορίζονταν να γίνουν παλλακίδες πλούσιων ρωμαίων. Ένας αξιωματικός κατέβηκε τη ξύλινη σκάλα, πέρασε στο παραπέτασμα και βγήκε συνοδευόμενος από μια πανέμορφη νέα γυναίκα. Η συμπεριφορά του προς εκείνη ήταν ευγενική και προστατευτική. Καθώς περνούσαν από μπροστά μου παρατήρησα εμβρόντητος ότι η γυναίκα  εκείνη είχε το πρόσωπο της δικής μου Ευρυδίκης, όπως την είχα σμιλέψει και είχα χαρίσει ομορφιά και ζωή σ’ ένα κομμάτι άμορφο μάρμαρο. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν και τότε κατάλαβα ότι το άγαλμά μου ζούσε και μου ανταπέδιδε τη ζωή που του χάρισα.

Πέρασαν μερικές μέρες αδιάκοπης κωπηλασίας. Η ζέστη στο χαμηλότερο κατάστρωμα ήταν αφόρητη. Η οσμή του ιδρώτα, η υγρασία και η θαλάσσια αλμύρα, η φωνή του πλοηγού που έδινε το ρυθμό, τα κλάματα των γυναικών που θρηνούσαν αγαπημένα πρόσωπα αλλά και τη δική τους μαύρη μοίρα, όλα χάθηκαν μονομιάς όταν ακούστηκε η κραυγή ‘’πειρατές’’. Ακολούθησαν ήχοι από σάλπιγγες που καλούσαν τη φρουρά να πάρει θέσεις μάχης. Τα ποδοβολητά στρατιωτών στο πάνω κατάστρωμα, οι κλαγγές όπλων, οι άναρθρες κραυγές πόνου, οι ικεσίες των γυναικών στις θεότητες, όλα μαζί έκαναν τα παραγγέλματα του πλοηγού άρρυθμα, ενώ το τρέμουλο στη βροντώδη φωνή του πρόδιδε πανικό και σκόρπιζε τα τελευταία ψήγματα πειθαρχίας στο πλήρωμα. Ήταν φανερό πως η ολιγάνθρωπη ρωμαϊκή φρουρά δεν θα άντεχε για πολύ. Ήταν Καρχηδόνιοι πειρατές αυτοί που μας επιτίθονταν. Σκέφτηκα ότι οι άνθρωποι της φυλής μου ίσως μου χάριζαν την ελευθερία μου όμως το πλοίο μας εμβολίστηκε στο πλάι, η θάλασσα όρμησε στα σωθικά του και οι θρήνοι των απελπισμένων συντρόφων μου στα κουπιά έσεισαν τα ώτα των θεών. Μόνο εκείνοι θα μπορούσαν να μας απαλλάξουν από τις αλυσίδες μας, αλλά, ως γνωστόν, όταν οι θνητοί ζητούν χάρες από τους θεούς χωρίς να τους προσφέρουν θυσίες τότε εκείνοι κωφεύουν και αδιαφορούν ή θυμώνουν και τιμωρούν.

Το πλοίο βυθίστηκε αύτανδρο και βρέθηκα αλυσοδεμένος στο βυθό παρακολουθώντας ανήμπορος τους συντρόφους μου να πεθαίνουν με σπασμούς, στην προσπάθειά τους να αναπνεύσουν μέσα στο νερό. Σύντομα έμεινα ο μόνος ζωντανός. Γύρω μου στο κατάστρωμα επέπλεαν πτώματα από όμορφες νέες αθηναίες που δεν θα συνέχιζαν τη ζωή τους στην κραταιά Ρώμη. Τα ρεύματα έφεραν ένα από εκείνα τα πτώματα μπροστά μου. Ήταν η Ευρυδίκη, η ζωή κι ο θάνατος μαζί. το άγαλμα και η γυναίκα Ευρυδίκη, η ναϊάδα μούσα μου που έμοιαζε αυτή τη φορά με το άγαλμα της Αφροδίτης, Σαν ήρθε από πάνω μου, άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε. Τότε ένιωσα ότι και οι τρεις κλεψύδρες μου είχαν αδειάσει. Και πέθανα για δεύτερη φορά.

 

Η τρίτη ζωή

 

Ζωντάνεψα χίλια χρόνια αργότερα. Η ζωή που με περίμενε δεν ήταν, ούτε αυτή τη φορά, ευχάριστη. Ήταν όμως μια ζωή γεμάτη πίστη σε ένα και μοναδικό Θεό. Οι άλλοι θεοί είχαν χαθεί και δεν έμαθε κανείς ποτέ τι απέγιναν. Δεν άργησα να καταλάβω πού βρισκόμουν, άλλωστε ζούσα πολλά χρόνια εκεί.

Ήμουν Ιωαννίτης ιππότης στο νησί της Ρόδου. Κι έτρεχα να υπερασπιστώ ένα θαλασσόπυργο υπό πολιορκία. Οι σάλπιγγες μάχης γύρω μου δημιουργούσαν πανδαιμόνιο. Οσπιτάλιοι συμπολεμιστές μου έτρεχαν πάνοπλοι. Κάποιοι βρεθήκαμε πρώτοι στα καταλύματα, φορέσαμε τους θώρακες, πήραμε τις λόγχες με τη μικρή σημαία στην άκρη, τις στρογγυλές ασπίδες, τα σπαθιά και τα μεταλλικά ρόπαλα, και σπεύσαμε στο πόστο μας. Ήμασταν φρουρά με τους άντρες μου στο πιο στρατηγικό σημείο, στον πύργο του Αγίου Νικολάου, κι έπρεπε να βιαστούμε. Περάσαμε τροχάδην τον παλιό μόλο κι ανεβήκαμε τις σκάλες που οδηγούσαν στις επάλξεις του προμαχώνα.

Το θέαμα προκαλούσε δέος. Γύρω μας, βόρεια του κόλπου των Τριάντα (20), αγκυροβολούσαν καμιά διακοσαριά οθωμανικά καράβια. Παντού, όπου έφτανε το μάτι σου, έβλεπες γαλέρες, φούστες και μαούνες. Πάνω τους ήταν μιλιούνια (21) οι άπιστοι και μας παρατηρούσαν. Έβλεπα τους γενίτσαρους (22), τους σπαχήδες (23) και τους βασιβουζούκους (24) με τα σαρίκια τους να γυαλίζουν στον ήλιο. Ανάμεσά τους ήταν και αμέτρητοι ξένοι μισθοφόροι, πειρατές επί το πλείστον, αφού οι άπιστοι δεν γνώριζαν τη ναυτική τέχνη γι’ αυτό κι ακριβοπλήρωναν βενετσιάνους, γενοβέζους αλλά και ρωμιούς να κουμαντάρουν το στόλο τους.

Η αρμάδα ήρθε από το Κακό Πέρασμα (25) και αγκυροβόλησε στα Τριάντα. Στον κόλπο αυτόν αποβιβάστηκαν τα στρατεύματα και μετά περικύκλωσαν το κάστρο μας από ξηράς στήνοντας σκηνές. Την ίδια κιόλας μέρα βάλανε μπροστά τις ετοιμασίες της πολιορκίας.

Στεκόμουνα, θυμούμαι, στον περίδρομο, πάνω από μια κανονιοθυρίδα. Ακριβώς μπροστά μου ήταν κι ένας φονιάς, μια καταχύστρα. Εκεί μαζευτήκαμε οι καλύτεροι πολεμιστές. Όλοι κι όλοι οι υπερασπιστές ήμασταν κάτι παραπάνω από δυο χιλιάδες ψυχές. Εκτός από τους ιππότες είχαμε μαζί μας και λίγους ισπανούς αρκεβουζιέρηδες, ελβετούς δορυφόρους, άγγλους τοξότες και γερμανούς πυροβολητές. Είχαμε και δούλους, λαγουμιέρηδες και σκαπανείς.

Ο πύργος του Αγίου Νικολάου ήτανε το πιο γερό σημείο άμυνας της πόλης γιατί εμπόδιζε τα πλοία να μπούνε στο κυρίως λιμάνι, το Εμποριό, και να βομβαρδίσουνε τα κυρίως τείχη. Ήτανε και η χοντρή αλυσίδα που τα δυσκόλευε να πλησιάσουν. Ο πύργος ήτανε το στήριγμα άμυνας των δύο λιμανιών και του κόλπου της Ακαντιάς, γι’ αυτό και ξέραμε καλά ότι θα κάνανε τ’ αδύνατα δυνατά για να τονε πάρουνε κι εμείς τα ίδια για να τονε κρατήσουμε. Από πλοία δεν είχαμε πολλά, μόνο πέντε γαλέρες.

Πρόσεξα ότι οι άπιστοι είχανε σύρει τρία μεγάλα κανόνια μέχρι το Μανδράκι, δίπλα στον Αϊ Αντώνη, και τα ’χανε στρέψει προς τον πύργο μας. Ο πασάς έστειλε απεσταλμένο με υποσχέσεις για αμνηστία στους ιππότες και προνόμια στους ρωμιούς, άμα παραδίδανε την πόλη. Ο Μεγάλος Μάγιστρος όμως αρνήθηκε να τον δει.

Αρχίσανε να μας βομβαρδίζουνε αλύπητα. Μεταφέραμε κι εμείς τρεις μπομπάρδες και δεν τους αφήσαμε σε χλωρό κλαρί. Στα τείχη στήσαμε καταπέλτες και πολεμικές μηχανές για να μην μπορέσουνε τα πλοία τους να ’ρθούνε κοντά.

Γκρεμίσανε πολλά μέρη απ’ τα τείχη. Ρίξανε και στον πύργο μας πάνω από τριακόσιες κοτρώνες και χαλάσανε τη δυτική πλευρά. Τις ώρες του χαλασμού εμείς ήμασταν χωμένοι στα σωθικά του πύργου, στη μεγάλη κυκλική αίθουσα, κι ακούγαμε τη βουή. Κάθε τόσο βγαίναμε, πολεμούσαμε και ξαναχτίζαμε όπως όπως τα γκρεμίδια, με τη βοήθεια ναυτών, δούλων και γυναικών, ενώ ο βομβαρδισμός συνεχιζόταν.

Πολεμούσα πάνω από την καταχύστρα όταν ένιωσα ένα κάψιμο στο λαιμό. Δεν μπορούσα να ουρλιάξω ούτε να αναπνεύσω, μια γεύση αίματος με πλημμύρισε και μ’ έπνιξε. Έπεσα σαν βαρίδι στη θάλασσα μπροστά στον πύργο. Γύρω μου επέπλεαν πτώματα οθωμανών και σαρίκια κάθε είδους, απλών γενίτσαρων και αξιωματούχων. Η βαριά πανοπλία μου με βοήθησε να βρεθώ πιο γρήγορα απ’ όλους στο βυθό. Όσο ζούσα ακόμα διέκρινα θολά γύρω μου μια βυθισμένη, κομμένη στα δύο, αθηναϊκή ολκάδα (26). Το αμπάρι της χαμηλά ήταν γεμάτο αμφορείς, και γύρω τους όρθια, δεμένα με σχοινιά, αγάλματα, τυλιγμένα με φύκια. Ανάμεσά τους ξεχώρισα το άγαλμα εκείνης. Ίσως ήταν η Εκάτη, αυτή τη φορά, όμως όχι. Το χέρι της, που προσπαθούσε να φτάσει το, πληγωμένο από τη δαγκωματιά του φιδιού, πόδι, ήταν στραμμένο προς το μέρος μου. Μου φάνηκε σαν να κουνήθηκε αλλά μάλλον ήταν τα ρεύματα της θάλασσας. Άπλωσα το χέρι μου και άγγιξα το δικό της. Τότε με κοίταζε έντονα με τα ψεύτικα εκείνα γαλάζια μάτια της που ήταν τόσο αληθινά. Και πέθανα για τρίτη φορά.

 

Η τέταρτη ζωή

 

Άνοιξα τα μάτια σε μια πειρατική γαλέρα. Απέναντί μου στεκόταν ο αρχιπειρατής Ντραγκούτ, το φόβητρο των νησιών της Άσπρης θάλασσας (27) αλλά προστάτης μου και αδελφικός φίλος. Θυμήθηκα αμέσως τη νέα μου ζωή. Ο Ντραγκούτ με βρήκε κρυμμένο μικρό παιδί σε μια σπηλιά του νησιού μου. Πριν είχε καταληστέψει αλλά και σφάξει ανελέητα όλο το χωριό, μαζί και τη φαμίλια μου. Μου χάρισε τη ζωή, μ’ έβαλε να προσκυνήσω το Κοράνι, μ’ έκανε πειρατή με το όνομα Άντελ και μ’ έμαθε να κόβω, αμούστακος ακόμα. Καιρός πολύς είχε περάσει και ο Ντραγκούτ ήταν πια αδελφός κι αρχηγός μου κι ήμουν ένας απ’ αυτούς. Νόμιζε -και νόμιζαν- ότι τα είχα ξεχάσει όλα, μετά από τόσα χρόνια. Λάθος, δεν είχα ξεχάσει τίποτα. Μου ’χαν όμως χαρίσει τη ζωή κι αυτό έφτανε. Τ’ άλλα τα ’φτιαξε ο χρόνος.

Το ορμητήριό μας ήτανε στα Παλάτια, στις ακτές της Μικρασίας, κι από κει κουρσεύαμε γαλέρες και σπαθίζαμε ανελέητα όσους δεν είχανε να πληρώσουν λύτρα.

Έμεινα μαζί τους λίγα χρόνια κι έμαθα πολλά. Κάνουνε λάθος οι αθρώποι που ’χουνε τους πειρατές για εύπορους. Λεφτά βγάζανε μοναχά οι καπεταναίοι και οι χρηματοδότες τους. Οι άλλοι -έξω απ’ τους Ιωαννίτες και λίγους ρωμιούς- ήτανε εξαθλιωμένοι φυγόδικοι, δούλοι, αποφυλακισμένοι ή εγκληματίες που δεν είχανε άλλο τρόπο. Ζούσαμε μιαν άθλια ζωή, εφορούσαμε κουρέλια και ξεπαγιάζαμε στα καταστρώματα μ’ ένα ξεροκόμματο τρεις φορές τη μέρα και κάνα δυο φορές τη βδομάδα νερόβραστα όσπρια. Κρέας ο καπετάνιος κι οι υπαρχηγοί τρώγανε, στο πλήρωμα το δίνανε όταν μύριζε πια μην και πεταχτεί στα ψάρια. Πίναμε και μισή κούπα κρασί όταν κωπηλατούσαμε μισή μέρα. Μόνο μετά τα ρεσάλτα χορταίναμε -χάρη στις λεηλασίες. Μετά από τρεις-τέσσερις μέρες λευτεριάς κι ασυδοσίας μας καλούσε ο καπετάνιος πίσω και τότε παραδίναμε τα κλοπιμαία για να πάρουμε πίσω ένα μικρό μερτικό. Η παραμονή στα πλοία βάσταγε από πέντε μέχρι και είκοσι χρόνια. Αρκετά γι’ αυτή την άθλια ζωή. Γι’ αυτό ο πειρατής ήτανε ανελέητος.

Σκότωσα για λογαριασμό κουρσάρων ευγενείς, που ήταν κουρσάροι κι εκείνοι κι είχαν σκοτώσει με τη σειρά τους άρχοντες για ν’ αρπάξουν τους τίτλους και το βιος τους. Άφησαν πίσω τους απόγονους που έγιναν μεγάλοι και τρανοί και καμάρωναν για το έχειν τους, τα υπάρχοντά τους τα κλεμμένα. Ας είναι, το δικαίωμα των ισχυρών ήτανε, είναι και θα είναι πάντα ο όλεθρος των αδυνάτων. Ποιος πάει με τους χαμένους; Ποιος τους συλλογίζεται;

Η τελευταία μου μέρα μαζί τους ήταν όταν κουρσέψαμε μια βενετσιάνικη φούστα στ’ ανοιχτά του Τσιρίγο (28). Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη όταν πρόσεξα ότι ανάμεσα στους επιβάτες ήταν κι εκείνη. Όχι σαν άγαλμα αυτή τη φορά αλλά με σάρκα και οστά. Το πλοίο δεν μετέφερε πράγματα αξίας, παρά μόνο μερικούς φουκαράδες ναύτες, γι’ αυτό και ο Ντραγκούτ τους πέταξε όλους στη θάλασσα. Κράτησε μονάχα τη γυναίκα, για την απόλαυση του τσούρμου, είπε.

Εκείνη με ξεχώρισε αμέσως, παρά την περιβολή μου, και για να βεβαιωθεί ότι κατάλαβα ποια είναι μου ’δειξε με τρόπο το πληγωμένο της πόδι. Αναρωτήθηκα πώς βρέθηκε και πάλι απέναντί μου, αλλά τι σημασία είχε; Γνώριζα ότι είχε έρθει ξανά η ώρα μου. Και πράγματι, το τέλος δεν άργησε. Και συνέβη μεσοπέλαγα.

Ο Ντραγκούτ θέλησε να απολαύσει τα κάλλη της πρώτος και μετά να την παραδώσει στο τσούρμο. Δεν μπορούσα να ανεχτώ κάτι τέτοιο. Αλλά και δεν μπορούσα να τα βάλω με είκοσι δυνατούς και οπλισμένους άντρες. Γι’ αυτό κατέβηκα στα αμπάρια, κι έβαλα φωτιά στο πλοίο.

Με είδε ο πρώην ευνοούμενος του Ντραγκούτ, ο Αλή, που με μισούσε γιατί πήρα τη θέση του. Έτρεξε να τους ειδοποιήσει όμως ήταν πια αργά –η φωτιά είχε θεριέψει.

Μόλις ανέβηκα στο κατάστρωμα με περίμεναν με τα λεπίδια έξω από τα θηκάρια. Όλοι έτοιμοι για κόψιμο, με τον αδελφό μου τον Ντραγκούτ πρώτο και καλύτερο. Εκείνη με κοίταξε, μου ’κανε νόημα να την ακολουθήσω και βούτηξε στη θάλασσα. Με πετσόκοψαν αλλά πρόλαβα να πέσω στο νερό κι έζησα μέχρι που είδα το πλοίο να γίνεται παρανάλωμα και να βυθίζεται. Έτσι, με αυτή την πονεμένη χαρά, πέθανα για τέταρτη φορά.

 

Η πέμπτη ζωή

 

Βρήκαμε τις αισθήσεις μας, λίγο πριν δύσει ο ήλιος, σε μια αμμώδη παραλία. Ήταν ένας τόπος με αραιή βλάστηση, σκόρπιους κέδρους, φίδες και πουρνάρια εδώ κι εκεί.  Όχι πολύ μακριά από την παραλία δέσποζε ένα ξερό βουνό. Αν και ήμασταν και οι δύο κουρασμένοι και θεονήστικοι επέμεινε να ακολουθήσουμε το μονοπάτι που οδηγούσε ψηλά, σε ένα μισογκρεμισμένο τείχος, που δέσποζε στην πλαγιά του βουνού. Η αετοφωλιά εκείνη ήταν το πιο ασφαλές μέρος για να περάσουμε τη νύχτα.

Μιλούσαμε ακόμα την γλώσσα των ελλήνων, δεν την είχε λησμονήσει κανείς από τους δυο μας.  Μου είπε ότι η συνάντησή μας και η παρουσία μας στον τόπο εκείνο μόνο τυχαία δεν ήταν. Μίλησε για μια σπηλιά που υπήρχε εκεί και που έπρεπε οπωσδήποτε να τη βρούμε και να κατεβούμε στα βάθη της. Με έβαλε να της υποσχεθώ ότι θα την ακολουθούσα γιατί μόνο μαζί θα μαθαίναμε για τον φαύλο κύκλο της ζωής και του θανάτου που μας ταλάνιζε, που δεν ήταν ούτε ζωή μήτε θάνατος αλλά κάτι ενδιάμεσο, γιατί αθανασία δίχως ευτυχία είναι κατάρα και θανατικό. Έπρεπε λοιπόν να απαλλαγούμε από τη δυστυχία μας.

Δεν ήμουν βέβαιος ότι είχε δίκιο. Πίστευα ανέκαθεν ότι η ζωή των θνητών είναι κατάρα, ψευδαίσθηση και παγίδα, και ο θάνατος απαλλαγή και λύτρωση. Είχα μονάχα μια ισχνή ελπίδα ότι ίσως κάποτε να εύρισκα την ευτυχία εάν κατάφερνα να θέσω υπό τον έλεγχό μου την ψυχοπλάνη. Τότε μόνο θα κρατούσα στα δικά μου χέρια το χαλινάρι της ζωής -ή του θανάτου- και θα γλίτωνα από τα δεινά που καραδοκούσαν, αμέτρητα, αχόρταγα, άδικα και ανελέητα. Η επιμονή της να αναζητήσουμε το μυστικό στα βάθη της γης, σε τόπους άγονους και παράξενους όπου οι σκοτεινές θεότητες κρατούν στα χέρια τους τη μοίρα μας γεννούσε μέσα μου απορία, φόβο για το άγνωστο αλλά και μια αλλόκοτη έξαψη. Γι’ αυτό και υποσχέθηκα να βοηθήσω να βρούμε εκείνη τη σπηλιά και να κατεβούμε μαζί στα σωθικά της.

Μετά από εξαντλητική πεζοπορία είδαμε κάποια ερείπια και, καθώς η νύχτα πλησίαζε, σπεύσαμε προς τα κει. Το μέρος εκείνο ήταν κάποτε μια μικρή εντειχισμένη ορεινή πόλη που είχε καταστραφεί από κάποια πολιορκία κι είχε εγκαταλειφθεί εδώ και χρόνια.

Δεν απαντήσαμε ψυχή ζώσα. Παντού γύρω μας χαλάσματα, σωροί από παλιές στάχτες, σάπια δοκάρια και θεριεμένα αγριόχορτα. Τα ερείπια των σπιτιών σκοτεινά, ξεχασμένα απ’ τους ανθρώπους. Κτίσματα γύρω μας ασυμμάζευτα, σε παράξενα σχήματα που ’χαν σμιλέψει κοτρώνες από καταπέλτες. Που και που έστεκε ορθός κάνας τοίχος δίχως παραθύρια. Κοίταζα τους ρημαγμένους βωμούς, τους καρβουνιασμένους στάβλους, τις δεξαμενές και τις ποτίστρες με το πράσινο, βρόμικο νερό και αφουγκράστηκα τη θλιβερή σιγαλιά που απλωνόταν γύρω μας. Την έσπαζε μονάχα το σούρσιμο κάποιου φιδιού ή φτερουγίσματα από τρομαγμένα σπουργίτια. Ένας ξαφνικός άνεμος ξεσήκωσε τα φύλλα μιας γιγάντιας λεύκας. Μια ανήσυχη γαλήνη με πλημμύρισε.

Την οδήγησα στο κούφωμα ενός βράχου, για να κοιμηθούμε. Με ακολούθησε δίχως βαρυγκώμια, ενώ στηριζόταν πάνω μου με εμπιστοσύνη. Η ματιά της ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη.

Ήταν πανέμορφη, ένα έργο τέχνης. Δικό μου.

Αυτή ήταν η πρώτη μας νύχτα. Χάρη στην παρουσία της ένιωθα επιτέλους για πρώτη φορά αληθινά ζωντανός, παρότι είχα βιώσει τόσους θανάτους. Η επιθυμία μου να ενωθώ μαζί της, μια επιθυμία που απόδιωχνα από τη σκέψη μου κάθε φορά που με επισκεπτόταν,  φούντωνε πια ολοένα και περισσότερο και με φλόγιζε σύγκορμο. Αλλά δεν τόλμησα να την αγγίξω. Ήταν μια ποθητή θεά, μια ερωτική ιεροσυλία. Ήταν το δημιούργημά μου που διαφέντευε τη ζωή και το θάνατό μου.

Ξυπνήσαμε το χάραμα από βελάσματα προβάτων. Κατηφορίσαμε το μονοπάτι και βρήκαμε ένα βοσκό με τη γυναίκα του και τις δύο μικρές τους κόρες, πάνω σε ένα κάρο που το έσερναν δυο μουλάρια. Μας φίλεψε λίγο τυρί και ψωμί και μας είπε ότι ναι, υπήρχε μια σπηλιά στην περιοχή και βρισκόταν στην κορφή του βουνού, δίπλα στο ξωκλήσι του Αϊ Λια. Και μάλιστα το απόγεμα θα ’ρχόταν κόσμος από τα γύρω χωριά για το πανηγύρι του αγίου. Του ζήτησα να μας ανεβάσει με τα ζώα του μέχρι το σπήλαιο. Στην αρχή αρνήθηκε μόλις όμως του έδειξα το δουκάτο τα μάτια του το χαιρέτισαν λαίμαργα, κι αμέσως πρόσταξε τη γυναίκα και τα παιδιά του να κατεβούνε από το κάρο. Το νόμισμα έφτανε για να αγοράσουμε όχι μόνο και τα δυο ζώα αλλά και τα μισά πρόβατα. Οι δικοί του μείνανε με το κοπάδι κι εμείς σαλτάραμε στα μουλάρια.

Ανεβήκαμε ένα κακοτράχαλο μονοπάτι που οδηγούσε στην κορφή του γυμνού βουνού που βρισκόταν το σπήλαιο. Γύρω μας απλωνόταν μια ατέλειωτη θάλασσα. Στο τέλος της διαδρομής μας περίμενε ένα σκοτεινό άνοιγμα, κλεισμένο από ένα πρόχειρο φράχτη που είχαν κάμει εκεί οι βοσκοί για να προστατεύουν τα ζώα τους. Εκεί δίπλα ήταν και το ξωκλήσι του Αϊ Λια, χτισμένο με τα κομμάτια κάποιου αρχαίου ναού (29). Το έδαφος δίπλα από το ιερό ήταν κατηφορικό και οδηγούσε στην τρύπα ενός θεόρατου βράχου. Εκείνη μου κρατούσε σφιχτά το χέρι.

Ο νεωκόρος που στόλιζε το ναό για το πανηγύρι μας έδωσε πυρσούς για να κατεβούμε στο σπάνιο αυτό θαύμα της φύσης. Ο ίδιος δεν θέλησε να μας ακολουθήσει, φοβότανε, είπε.

Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε ένα στενό σωλήνα με γλιστερά σκαλοπάτια που οδηγούσαν στα τάρταρα. Αριστερά και δεξιά κρέμονταν χοντρά ξεφτισμένα σχοινιά, έτοιμα να χαρίσουν την πτώση στο κενό σε όποιον επισκέπτη είχε την απρονοησία να βαστηχτεί απ’ αυτά. Εκείνη, με τον πυρσό στο χέρι, ολόιδια η Εκάτη. Κάθε βήμα μας έφερνε πιο κοντά στο απόλυτο σκοτάδι. Κι αυτό μας κατάπιε πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο είχα φανταστεί. Ξαφνικά – δεν ξέρω γιατί, μάλλον γιατί δεν είχα τίποτα να χάσω – την αγκάλιασα σφιχτά και μόλις γίναμε ένα την τράβηξα μαζί μου στο κενό. Κι αμέσως μετά μια ανεξήγητη δύναμη μας ρούφηξε στο χάος. Ήταν η πέμπτη φορά που πέθαινα και η πρώτη που με σκότωνα. Όσο για εκείνη ήξερα ότι θα ζήσει.

 

η έκτη ζωή

 

Και ναι, το σχέδιο πέτυχε. Πήρα την πρωτοβουλία του θανάτου μου. Αρνήθηκα να υπακούσω στο μοιραίο κάλεσμα της ψυχοπλάνης. Αρνήθηκα να αποδεχτώ τη μοίρα που μου επιφύλασσε το έργο μου και όποια δύναμη υπήρχε μέσα ή πίσω απ’ αυτό. Όση έλξη κι αν μου ασκούσε η παρουσία της, άφησα από το χέρι μου τον πυρσό να φύγει στην άβυσσο και απέφυγα να την κοιτάξω στα μάτια. Αρνήθηκα να γεννηθώ ξανά ένας άλλος, αν και ο ίδιος.

Βρεθήκαμε και πάλι μαζί. Ήμασταν ξανά ζωντανοί. Μας σκότωσα χωρίς να πεθάνουμε. Γύρω μας το πανηγύρι είχε αρχίσει. Σουραύλια, φλογέρες, ζουρνάδες και ταμπούρλα δαιμόνιζαν τα θηλυκά που χοροπηδούσαν ανέμελα, ουρλιάζοντας χαρούμενα, κάτω από τους διαπεραστικούς ήχους των οργάνων. Έφτιαχναν κάθε τόσο τα μαλλιά τους, χαμογελούσανε με τ’ αστραφτερά τους δόντια, με τα ορθωμένα στήθια τους ασυγκράτητα, να αντιπαλεύουν τα υφάσματα που τα κρύβανε από τα διψασμένα μάτια των αρσενικών, στήθια ώριμα να χαρίσουν ηδονή και ζωή. Τα δυνατά τους γέλια κορόιδευαν την εξαντλητική κούραση, τρυπούσανε τ’ αυτιά μου κι ερέθιζαν τη φύση μου. Κάποιο κορίτσι με παρέσυρε στο χορό κι ενώθηκα κι εγώ μαζί με την οργιαστική εκείνη ομήγυρη ώσπου ένιωσα το ζώο μέσα μου να εξαγριώνεται, τυραννισμένο από την ξεχασμένη, βασανιστική ανάγκη της ηδονής.

Ερεθισμένος από τον ίδρωτα των θηλυκών, άρπαξα ένα κορίτσι που μου χαμογελούσε πρόστυχα, το παρέσυρα πίσω από μια συστάδα θάμνων κι ανακούφισα την ανάγκη μου. Μου παραδόθηκε χωρίς πολλές κουβέντες. Τη λέγανε Μυρίννη. Της έδωσα λίγα γρόσια που τα δέχτηκε μ’ ευγνωμοσύνη.

Επιστρέφοντας είδα εκείνη να χορεύει άκεφα ενώ το βλέμμα της μ’ αναζητούσε με αγωνία. Μόλις με εντόπισε πρόσεξε και το κορίτσι να βγαίνει ξαναμμένο από τους θάμνους ξοπίσω μου και έπιασε ξανά το χορό. Τότε εκείνη σταμάτησε να χορεύει κι έτρεξε στο δάσος για να με αποφύγει. Την αναζήτησα και τη βρήκα στο ιερό του ναού να προσεύχεται σ’ έναν άγνωστο θεό.

Τα μάτια της ήταν κόκκινα. Πρόσεξε τα ερωτικά σημάδια στο λαιμό μου, απομεινάρια της ερωτικής μάχης με το κορίτσι. Κατάλαβε ότι ξέσπασα τη μανία μου σε μια άγνωστη για να λυτρωθώ από κείνη. Και τότε με κάρφωσε στην καρδιά με μια ασημένια λάμα που βαστούσε στο χέρι της.

 

η έβδομη ζωή

 

Την είδα να σκύβει από πάνω μου. Φορούσε μια χειρουργική μάσκα αλλά την αναγνώρισα από το χρώμα των ματιών της. Αδύνατον να μην προσέξεις εκείνα τα μάτια. Ο φωτισμός του χειρουργείου τόνιζε ακόμα πιο έντονα το γαλάζιο, τόσο που θύμιζε εκείνο της πέτρας lapis lazuli. Και βέβαια τα είχα ξαναδεί. Ό, τι και να ήταν αυτό που καθοδηγούσε το χέρι μου, τα δικά μου δάχτυλα δεν τα είχαν σμιλέψει; Αυτά δεν τα είχαν χρωματίσει;

Μόλις συνήλθα από τη νάρκωση εκείνη είχε φύγει. Δεν έμαθα ποτέ αν ήταν νοσοκόμα ή γιατρός. Έψαξα να τη βρω, αλλά μάταιος κόπος. Δεν την είχε δει κανείς. Κάτι μου είπαν για το επιτυχημένο πενταπλό μπαϊπάς στο οποίο είχα υποβληθεί αλλά δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία.

Την ξαναείδα μερικά χρόνια αργότερα στην κηδεία του πατέρα μου. Την αναγνώρισα αμέσως. Όχι μόνο για την εντυπωσιακή της παρουσία αλλά και γιατί ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα σε ένα μαρμάρινο τάφο, δίπλα στον οικογενειακό δικό μας. Φορούσε ένα κομψό μπλε σκούρο ταγιέρ και μπλε ψηλοτάκουνες γόβες. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε, σαν να θρηνούσε βουβά.

Αντάλλασσα χειραψίες και σύντομες κουβέντες με συγγενείς που είχα να δω χρόνια αλλά το βλέμμα μου -όπως και αρκετών άλλων- ήταν καρφωμένο σε εκείνη.  Το πλήθος φάνηκε να την ενοχλεί: σηκώθηκε, έβγαλε ένα μαντήλι από την τσάντα για να σκουπίσει τα δάκρυά της κι απομακρύνθηκε βιαστικά.

Την ακολούθησα. Κάθε λεπτό που περνούσε ξυπνούσε μέσα μου μνήμες θαμμένες στα πελάγη της λήθης.

Σαν να διαισθάνθηκε την παρουσία μου, σταμάτησε και κοίταξε πίσω της. Χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση.

‘’΄Ώ! Με θυμήθηκες βλέπω! Θα έρθεις τότε σπίτι μου για ένα τσάι και θα θυμηθείς πολλά περισσότερα’’, είπε με μια ανεξήγητη σιγουριά. Και συμπλήρωσε: ‘’Πέρασαν χρόνια, έχεις ανάγκη από μερικά σημάδια για να ζωντανέψεις το μνημονικό σου!’’

Την ακολούθησα χωρίς αντιρρήσεις. Γεμάτος ερωτηματικά αλλά και με ανήσυχη προσμονή.

Το διαμέρισμά της ήταν ένα καλόγουστο, μοντέρνα επιπλωμένο ρετιρέ με θέα τα κυπαρίσσια του νεκροταφείου. Με έβαλε να κάτσω στην, πνιγμένη από θεόρατες γλάστρες, βεράντα, και χάθηκε στην κουζίνα.

Η γνώριμη και πάντα παράξενη και υποβλητική ομορφιά της, η σιγουριά και η χάρη στις κινήσεις και στα λόγια της, όλα με έκαναν να ξεχάσω ότι, λίγη ώρα πριν, η γυναίκα εκείνη πενθούσε, ξαπλωμένη στο κρύο μάρμαρο. Όσο για την πρόσκληση στο σπίτι της, αυτή μου φάνηκε απολύτως φυσική, τολμώ να πω, όσο περίεργο κι αν φαίνεται. Η μάταιη προσπάθεια να αποκαταστήσει κάποιου είδους επαφή με το αγαπημένο της πρόσωπο, που μετατρεπόταν ταχύτατα σε ανάμνηση, βρήκε διέξοδο

στην έντονη ερωτική μας ένωση, στη βεράντα. Χωρίς να μας ενοχλήσει καμιά ανάμνηση. Η πρώτη μας επαφή ήταν ένα ξέσπασμα πολύχρονης αναμονής, μια έκρηξη αισθημάτων. Οι ήχοι από τις ανάσες μας και οι ηδονικοί αναστεναγμοί, κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης, φανέρωναν την ανερμήνευτη οικειότητα που ένωνε τις ζωές μας.

Αφέθηκα στην αγκαλιά της ώσπου μια ζοφερή ομίχλη άρχισε να μας καταπίνει. Άκουγα όμως τη φωνή της.

Είπε: ‘’Το ξέρεις ότι ο εγκέφαλος του ανθρώπου λειτουργεί περίπου 8 λεπτά, αφού η καρδιά πάψει να χτυπάει;’’

Ψέλλισα κάτι για ‘’μια ονειρική κατάσταση’’.

‘’Δεν είναι φοβερό; Να ονειρεύεσαι ότι έχεις πεθάνει και να μην μπορείς να ξυπνήσεις από αυτόν τον εφιάλτη μέχρι να πεθάνεις εντελώς;’’

Βρεθήκαμε μαζί ξανά στο νεκροταφείο. Μπροστά στον τάφο που θρηνούσε λίγες ώρες πριν. Σε μια ολοκαίνουργια κορνίζα υπήρχε η φωτογραφία ενός νέου μελαχρινού άντρα, γύρω στα σαράντα. Έδειχνε συνομήλικός μου, μπορώ να πω ότι μοιάζαμε σαν δυο σταγόνες νερό. Η ματιά μου έπεσε στο όνομα και στην ημερομηνία θανάτου του.

Αξέμ, Φίλιππος, Άντελ, Ορφέας, Αλέξανδρος

500 π.Χ-2020 μ.Χ.

Δεν μου έκαναν εντύπωση τα πολλά ονόματα του νεκρού. Ούτε και οι χρονολογίες. Κατά βάθος γνώριζα, από την πρώτη στιγμή που την είδα.

‘’Ποια είσαι;’’, τη ρώτησα.

Χαμογέλασε τρυφερά: ‘’Είμαι η αντανάκλασή σου, η ψυχοπλάνη σου, είμαι η Αφροδίτη των νεκρών, η Ευρυδίκη – Περσεφόνη, η Εκάτη, η Εύα, η Λίλιθ, η Μαρία, είμαι ο έρωτας, η ζωή και ο θάνατος. Είμαι η μήτρα απ’ όπου ξεκίνησες και που σε περιμένει να επιστρέψεις.’’

Ήταν η παντοτινή ερωμένη μου, οδηγός στη ζωή μου, σωτήρας και προπομπός του θανάτου μου.

Έτσι, έφτασε στο τέλος της και η έβδομη ζωή μου.

 

Μα τι λέω; Όχι, δεν πέθανα. Απλώς δεν θα συμμετέχω στην επόμενη ιστορία. Ίσως και σε πολλές ιστορίες ακόμα. Γιατί δεν ζούμε ζωές ούτε βιώνουμε βίους. Δεν ζούμε ψευδείς αλήθειες ούτε βιώνουμε ανύπαρκτες πραγματικότητες. Υπάρχουν μόνο ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος κι εμείς δεν είμαστε τίποτα περισσότερο παρά πολλές μικρές ιστορίες μέσα στη δική μας προσωπική ιστορία που αποτελεί ένα απειροελάχιστο κομμάτι μέσα στην Ιστορία. Εκεί κρύβεται και η δύναμη της ψυχοπλάνης. Στον Όμηρο, στον μέγα αφηγητή, στον σοφό παραμυθά, στον άνθρωπο με τη θεϊκή υπόσταση, στον τεχνίτη ψυχοπλάνο που δίνει νόημα στο παράλογο, σχήμα στο ακατέργαστο, ομορφιά στο άμορφο, φως στο σκοτάδι…

 

Σημειώσεις

 

(1) Σωλήνας =πλοίο των φοινίκων.

(2) Φιλοπάππου.

(3) Σημερινό τροτέζα ή καλντεριμιτζού.

(4) Λαύρα = δρομάκι, σοκάκι και σποδός=σκόνη (σποδέω=κονιορτοποιώ & μτφ γαμώ).

(5)  Πόρνες που συνευρίσκονταν στο ύπαιθρο, χάμω, δηλ. στο έδαφος.

(6) Συνευρίσκονταν σε σκοτεινούς δρόμους του Φιλοπάππου, σε ψηλά επιτάφια μνημεία.

(7) Ονομάστηκαν έτσι από το ευτελές ποσό που έπαιρναν, ένα χαλκούν, το μικρότερο νόμισμα της εποχής.

(8) 8 χρόνια (2Χ4).

(9) Το 446 π.Χ. τα Μέγαρα και η Εύβοια επαναστάτησαν και ξέφυγαν από τον έλεγχο των Αθηνών. Ο Περικλής επιτέθηκε στην Εύβοια, αλλά λόγω της επιδρομής των Σπαρτιατών στην Αττική ακύρωσε την επίθεση και επέστρεψε στην Αθήνα, όπου με διαπραγματεύσεις και δωροδοκίες έπεισε τους Σπαρτιάτες να γυρίσουν πίσω στη Σπάρτη.

(10) Κατά τον αττικό νόμο, κάθε ελεύθερος είχε δικαίωμα ή να παραδώσει τον δούλο του σε βασανιστήρια προς απόδειξη της δικής του αθωότητας ή να ζητήσει με επίσημη πράξη που ονομαζόταν: «πρόκλησις εις βάσανον» τον δούλο του αντίδικού του. Αυτός που πρόσφερε τον δούλο του για να βασανισθεί, έδινε μερικές φορές στον ανταγωνιστή του την άδεια να μεταχειρισθεί οποιονδήποτε τρόπον βασάνου ήθελε.

(11) 6 λεπτά ήταν ο χρόνος για να γεμίσει νερό η μία κλεψύδρα. Οι τρεις 6 Χ 3= 18 λεπτά.

(12) Τέλη Ιουνίου.

(13) Δήμιος.

(14) Το βασανιστήριο του αποτυμπανισμού: κάρφωμα του γυμνού ανθρώπινου σώματος σε μια πεπλατυσμένη απλή σανίδα, ο ‘’πρόγονος’’ της σταύρωσης.

(15) Γκρεμός, κοντά στο σημερινό αστεροσκοπείο, όπου ρίχνονταν -ενίοτε και ζωντανοί- όσοι καταδικάζονταν με την ποινή του θανάτου.

(16) Το όνομα Ευρυδίκη («αυτή της οποίας η δικαιοσύνη εκτείνεται ευρέως») παραπέμπει σε μυστηριακούς τίτλους της Περσεφόνης. Όπως μας αναφέρει η κυριότερη πηγή μας, ο Ομηρικός Ύμνος, η Κόρη έμενε τέσσερις μήνες στον Κάτω Κόσμο και οκτώ μήνες στον Πάνω Κόσμο.

(17) Ο μύθος του Ορφέα και Ευρυδίκης μπορεί να προέρχεται κατά λάθος από έναν άλλο θρύλο για τον Ορφέα κατά τον οποίο ταξιδεύει στα Τάρταρα και γοητεύει τη θεά Εκάτη.

(18) Ρωμαϊκό φορτηγό πλοίο που μπορούσε να μεταφέρει έως και 10000 αμφορείς.

(19) 86 π.Χ.

(20) Ο κόλπος της Ιξιάς ή των Τριαντών, μεταξύ της πόλης της Ρόδου και του αεροδρομίου.

(21) Υπολογίζεται ότι οι Τούρκοι είχαν 100.000 στρατό, έναντι 2.000 ιπποτών -μοναχών υπερασπιστών της Ρόδου.

(22) Σώμα επίλεκτων, στρατολογημένων από μικρή ηλικία κυρίως από υπόδουλους χριστιανικούς λαούς.

(23) Ιππείς, ιδιοκτήτες γης, υποχρεωμένοι να έχουν δικό τους άλογο, θώρακα και σκηνή.

(24) Άτακτοι διαφόρων εθνικοτήτων -ένα από τα καθήκοντα των γενιτσάρων ήταν να τους κλείνουν τους δρόμους διαφυγής ή οπισθοχώρησης από το πεδίο μάχης.

(25) Το θαλάσσιο στενό ανάμεσα στη Ρόδο και στις μικρασιατικές ακτές.

(26) Αρχαίο ελληνικό φορτηγό πλοίο.

(27) Αιγαίο.

(28) Κύθηρα.

(29) Συνήθως στις κορυφές των βουνών οι αρχαίοι έχτιζαν ιερά του Ήλιου ή του Δία.

 

About the Artist:

Νίκος Φαρούπος
Bio:

Ο Νίκος Φαρούπος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε κοινωνική ψυχολογία και σκηνοθεσία κινηματογράφου. Αρχικά εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη στη διαφήμιση και σε ταινίες μεγάλου μήκους. Από το 1989 ασχολείται επαγγελματικά με το σενάριο και έχει συνεργαστεί σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές. Παράλληλα έχει γράψει και έχει σκηνοθετήσει δύο μικρού μήκους ταινίες, ενώ από το 1992 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα και μελέτες.

Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν τα βιβλία του Ο δήμιος (1998), Λεξικό των Αρχαίων Ολυμπιακών Αγώνων (2004), Η ωραία Ελένη (2004), Η ζώνη της Αφροδίτης (2004), Ο κόσμος των φανταστικών όντων των αρχαίων Ελλήνων (2005), Οι αυριανοί έρωτες θα είναι οι καλύτεροι (2006), Μικρά πάθη (2008), Οι ιχνηλάτες του σκότους (2010), Έγκλημα στην Αντίπαρο (2015), Ο αρχιβιβλιοθηκάριος και άλλες ιστορίες (2016), το ιστορικό μυθιστόρημα Εφιάλτης – η απολογία (2017) και το Μάρτιο του 2020 το Περί γυναικών και άλλων μυστηρίων.

Link
By | 2021-03-25T20:32:53+00:00 Μάρτιος 25th, 2021|