Αυτή Η Φωτιά Που Καίει Μέσα Μας

/, Guest Art/Αυτή Η Φωτιά Που Καίει Μέσα Μας

 

 

“Αν θες να λάμψεις σαν τον ήλιο,

πρέπει πρώτα να καις σαν αυτόν.”

 

 

 

 

1

 

Ο ήχος των οβίδων που έσκιζαν τον αέρα τους έκανε να πέσουν μπρούμυτα και να καλύψουν τα κεφάλια με τα χέρια τους. Λίγα δευτερόλεπτα μετά τα βλήματα έσκασαν ανάμεσα στις γραμμές τους, διαμελίζοντας όσους είχαν την ατυχία να βρίσκονται στο λάθος σημείο. Άρχισε να βρέχει αίμα, σάρκες και μέλη. Ο Χανς αποκεφαλίστηκε από ένα μυτερό θραύσμα, ο Ότο εκτινάχθηκε μακριά με την κοιλιά του ανοιγμένη και τα σωθικά του να κρέμονται, ο Πάουλ έχασε το σαγόνι και το μισό πρόσωπό του. Προσπάθησε να συρθεί προς το μέρος των υπολοίπων της διμοιρίας του ψελλίζοντας ακαταλαβίστικα φωνήεντα όμως λιποθύμησε κάπου στην μέση της διαδρομής.

“Θα ρίξουν ξανά”, μουρμούρισε ο Χέρμαν. “Θα ρίξουν ξανά. Θα ρίξουν ξανά.”

Ο Άντι έριξε ένα υποτιμητικό βλέμμα στον στρατιώτη δίπλα του που φαινόταν να έχει χάσει το μυαλό του. Είχε στριμωχτεί στο τοίχωμα του χαρακώματος και κρατούσε αγκαλιά το τουφέκι του, ανήμπορος να κάνει οτιδήποτε άλλο πέρα από το να συνεχίζει να επαναλαμβάνει την φράση, σαν προσευχή που θα τον προστάτευε από τα πυρά των καταραμένων Γάλλων.

Σαν επιβεβαίωση, άλλη μια ομοβροντία ακούστηκε από τα δυτικά και προειδοποιητικές κραυγές ήχησαν από τις πρωσικές γραμμές, φωνές οι οποίες μετατράπηκαν σε ουρλιαχτά πόνου και κατάρες καθώς τα βλήματα έβρισκαν τους στόχους τους. Αυτή την φορά ο Άντι και ο Χέρμαν λούστηκαν από χώμα.

“Ανασύνταξη!” γάβγισε ο λοχίας Σμιντ.

Περπάτησε κατά μήκος του χαρακώματος που περιείχε τα απομεινάρια του 16ου Βαυαρικού Συντάγματος Εφέδρων Πεζικού, αδιαφορώντας για τα εχθρικά πυρά και ρίχνοντας ματιές γεμάτες μίσος στους στρατιώτες που είχαν ζαρώσει στις θέσεις τους. Ο Άντι όπλισε το τουφέκι του και σηκώθηκε όρθιος. Ο Χέρμαν συνέχιζε να ψιθυρίζει.

“Σήκω”, μουρμούρισε ο Άντι.

“Θα ρίξουν ξανά.”

“Αν δεν σηκωθείς θα σε πυροβολήσει ο Σμιντ.”

Προσπάθησε να τον τραβήξει από τους ώμους αλλά ο Χέρμαν δεν έλεγε να σηκωθεί. Ο λοχίας έφτασε στην άκρη του χαρακώματος που είχε υπό την εποπτεία του κι έπειτα στράφηκε για να ακολουθήσει την αντίθετη διαδρομή. Ήδη ακούγονταν ιαχές από τα υπόλοιπα πρωσικά χαρακώματα – η αντεπίθεση είχε αρχίσει και η τέταρτη διμοιρία ακόμα δεν είχε σταθεί στα πόδια της.

“Όρθιοι! Τώρα!” ούρλιαξε ο Σμιντ.

Κλότσησε έναν στρατιώτη που έτρεμε (δεν έμοιαζε πάνω από δεκαοχτώ χρονών, σκατά, ένα παιδί ήταν, αλλά έτσι κι αλλιώς όλοι τους παιδιά δεν ήταν;) κι ο νεαρός άρχισε να κλαψουρίζει και να παρακαλάει.

“Γαμημένοι χωριάτες”, έφτυσε ο λοχίας και τράβηξε το περίστροφό του.

Σαν να ήταν το σύνθημα, όσοι είχαν λουφάξει βρήκαν τη δύναμη να σταθούν στα πόδια τους – ακόμα και ο Χέρμαν, ακόμα και ο νεαρός που κλαψούριζε.

“Τα πόδια μου τρέμουν”, είπε ο Χέρμαν κι ο Άντι ένιωσε μια σχετική ανακούφιση που ο συνάδελφός του είχε επανέλθει στην πραγματικότητα, έστω και για λίγο.

Ο λοχίας έριξε ένα βλέμμα αηδίας στον νεαρό που κλαψούριζε και του την χάρισε. Δεν θα κέρδιζε τίποτα αν τον καθάριζε μπροστά στους άλλους. Έτσι κι αλλιώς ο χρόνος τους ήταν περιορισμένος. Σύμφωνα με τις ομιχλώδεις αναφορές των αγγελιοφόρων, το Σύνταγμα είχε ήδη χάσει τους μισούς άντρες του αυτές τις πρώτες ώρες της μάχης του Υπρ και, όπως όλα έδειχναν, θα έχανε και τους υπόλοιπους σε αυτή την αντεπίθεση. Ο Σμιντ, όπου και να έστρεφε το βλέμμα του, έβλεπε νεκρούς που περπατούσαν.

“Εφ’ όπλου λόγχη!” διέταξε.

Οι στρατιώτες υπάκουσαν.

“Έφοδος!”

 

Ο ήλιος είχε δύσει τουλάχιστον μία ώρα πριν όταν μια μοναχική σκιά εμφανίστηκε παραπατώντας μέσα από τους καπνούς. Η φιγούρα στάθηκε μπροστά από ένα όρυγμα σαν να σκεφτόταν τις επόμενες κινήσεις της, κι έπειτα έπεσε με το κεφάλι στο άνοιγμα μπροστά του. Ένας σκοπός ειδοποίησε τον λοχία Σμιντ ο οποίος, αμέσως μετά την εντολή εφόδου, είχε αποσυρθεί στην ασφάλεια της σκηνής του. Όταν ο αξιωματικός ήρθε οι τραυματιοφορείς είχαν ήδη περιμαζέψει τον μοναδικό επιζώντα της απογευματινής αντεπίθεσης. Τώρα βρισκόταν λιπόθυμος σε ένα πρόχειρα στημένο τραπέζι, ενώ δύο νοσοκόμοι τον έγδυναν προσπαθώντας να βρουν αν είχε πληγωθεί. Ο λοχίας διάβασε το όνομα του επιζώντα στο ματωμένο χιτώνιό του και κούνησε το κεφάλι του. Έπειτα είπε στον νοσοκόμο που βρισκόταν δίπλα του να τον ενημερώσει όταν ξυπνούσε ότι, λόγω της εξαιρετικής γενναιότητάς του, θα τον πρότεινε για δεκανέα.

 

 

2

 

Την πρώτη φορά που ο Άντι είχε έρθει σε επαφή με την παράξενη ονειροδύναμη (έτσι την είχε βαφτίσει στο παιδικό μυαλό του κι έτσι την αποκαλούσε μέχρις ότου έμαθε την πραγματική της ονομασία) ήταν μόλις πέντε ετών. Μαζί με τον πατέρα του, τον Αλοΐσιο, είχαν πάει στο ετήσιο πανηγύρι του Γκαστάιγκ· εκεί, ο γεννήτοράς του θα συναντιόταν με άλλους δημόσιους υπάλληλους σαν κι εκείνον, με σκοπό την δημιουργία νέων γνωριμιών και την σύσφιξη των ήδη υπαρχόντων δεσμών. Όσο ο νεαρός Άντι ακολουθούσε κατά πόδας τον πατέρα του τα μάτια του έπεφταν στους πάγκους που πουλούσαν οτιδήποτε μπορούσε να φανταστεί ο νους: πουλερικά ζωντανά μέσα σε κλουβιά, αλλά και ξεπουπουλιασμένα και κρεμασμένα ανάποδα· κούπες, πιάτα και μπολ από πηλό· πολύχρωμα λαχανικά τοποθετημένα με τέτοιο τρόπο ώστε να μοιάζουν με ουράνιο τόξο· επάργυρα μαχαιροπίρουνα και κουτάλια που άστραφταν στον ήλιο· σεντόνια και ρούχα, παπούτσια και ζώνες με σιδερένιες αγκράφες· και, σε έναν πάγκο σχεδόν στο κέντρο του πανηγυριού, ένας κάπελας είχε τοποθετήσει δυο τεράστιες τάβλες, ενώ πίσω του υπήρχαν τέσσερα βαρέλια με μπύρα και κρασί. Γύρω του είχε δημιουργηθεί μια μεγάλη ουρά με χωριάτες που περίμεναν να γεμίσουν τις τσίγκινες κούπες τους.

Όμως αυτό που τράβηξε την προσοχή του Άντι, όσο ο Αλοΐσιος μιλούσε με κάποιον τελωνειακό με μακριές φαβορίτες που έφταναν μέχρι το σαγόνι του, ήταν ένας πάγκος σε μια γωνιά, μακριά από τον κόσμο. Μια όμορφη, ξανθιά κοπελίτσα καθόταν σε ένα ξύλινο κάθισμα και φαινόταν πολύ αφοσιωμένη σε αυτό που έκανε: μικρές φιγούρες από πηλό, με εκπληκτικές λεπτομέρειες. Ο Άντι πλησίασε για να δει καλύτερα. Η κοπέλα έπαιρνε το σφιχτό καφέ υλικό και το έπλαθε με μανία, με το πρόσωπό της αναψοκοκκινισμένο και την γλώσσα της να προεξέχει από τα χείλη της, τους έδινε σχήμα αρχικά και μορφή έπειτα, έφτιαχνε τα χέρια, τα πόδια και τελευταίο το κεφάλι, και μετά, χρησιμοποιώντας ένα λεπτό εργαλείο σαν μαχαίρι, χάραζε τα χαρακτηριστικά τους. Είχε φτιάξει έναν ξυλοκόπο, δυο βοσκούς κι έναν χωρικό με ψάθινο καπέλο και (μα τι καταπληκτική λεπτομέρεια!) ένα στάχυ στο στόμα του.

Μαγεμένος ο Άντι στάθηκε μερικά βήματα απέναντι από την καλλιτέχνιδα και την παρακολουθούσε, ενώ εκείνη βρισκόταν χαμένη στον κόσμο της. Από την απόσταση που βρισκόταν δεν μπορούσε να διακρίνει κάθε μικροσκοπική λεπτομέρεια στις δημιουργίες της, όμως παρόλα αυτά το βλέμμα του παρέμεινε κολλημένο στον πάγκο της, ταξιδεύοντας από την μια φιγούρα στην άλλη. Τα πήλινα ανθρωπάκια έμοιαζαν τόσο αληθινά, τόσο ζωντανά – ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που, όταν ο ξυλοκόπος κουνήθηκε ανεβοκατεβάζοντας το μικρούτσικό του τσεκούρι, ο Άντι δεν ένιωσε καμία έκπληξη αρχικά. Το συνειδητοποίησε μόνο όταν ο χωρικός έβγαλε το καπέλο του και χαιρέτησε τους βοσκούς κι εκείνοι ανταπέδωσαν με ένα νεύμα του κεφαλιού τους. Με κομμένη την ανάσα, το πεντάχρονο παιδί είδε την κοπέλα να αφήνει στον πάγκο την τελευταία της δημιουργία, μια βοσκοπούλα με μακρύ φουστάνι και η πήλινη φιγούρα στριφογύρισε και υποκλίθηκε.

Το βαρύ χέρι που έπεσε στον ώμο του τον έβγαλε απότομα από τον κόσμο του – ο πατέρας του τον αγριοκοίταζε.

“Σε ψάχνω δέκα λεπτά.”

Μάταια ο Άντι προσπάθησε να του εξηγήσει ότι ήταν εκεί, λίγα μόλις μέτρα μακριά του. Έφαγε δυο χαστούκια κι επέστρεψε με το ζόρι με τον Αλοΐσιο στην βαρετή παρέα του φαβοριτοφόρου τελωνειακού.

 

***

 

Από εκείνη την μέρα, αν και δεν είχε επιδείξει ποτέ του μια καλλιτεχνική κλίση, ο Άντι ένιωθε μια φωτιά να καίει μέσα του· ήταν μια φλόγα που δεν μπορούσε να εξηγήσει, μια πείνα που δεν είχε καμία σχέση με το σώμα του – λαχταρούσε να ξαναδεί τις ζωντανές φιγούρες από πηλό, ποθούσε να φτιάξει κι ο ίδιος κάτι τέτοιο. Δοκίμασε να το κάνει με λάσπη, μιας κι ο πατέρας του (πρακτικός άνθρωπος από μικρός) δεν υπήρχε περίπτωση να έδινε ούτε μισή κορόνα για να του αγοράσει πηλό, όμως τα ανθρωπάκια του ήταν τόσο κακότεχνα και ασταθή που πολύ γρήγορα απογοητεύτηκε και τα παράτησε. Ποτέ του δεν ήταν καλός σε οτιδήποτε απαιτούσε επίπονη και μακροχρόνια προσπάθεια.

Όταν ολοκλήρωσε την στοιχειώδη εκπαίδευσή του στο δημοτικό, οι γονείς του αποφάσισαν να τον στείλουν σε ένα τεχνικό γυμνάσιο που προσανατολιζόταν στις θετικές σπουδές. Η τάση του προς την τεμπελιά όμως, αυτή που του είχε κοστίσει τόσο στις πρώτες του (και τελευταίες) προσπάθειες στην τέχνη της γλυπτικής, τον οδήγησε σε απανωτές αποτυχίες. Έμεινε δυο φορές μετεξεταστέος και όλοι του οι έλεγχοι ανέφεραν ότι επεδείκνυε ‘έλλειψη φιλοπονίας’. Κι όμως, μέσα στο ζοφερό σκοτάδι των κακών βαθμών του, υπήρχε ένας και μοναδικός φάρος: οι βαθμοί του στην ζωγραφική ήταν ικανοποιητικοί.

Αυτό ήταν κάτι που ο Αλοΐσιος δεν μπορούσε να δεχτεί· οι γνωριμίες του τα προηγούμενα χρόνια με τους δημόσιους υπάλληλους του Μπραουνάου αμ Ιν είχαν στρώσει τον δρόμο για την καριέρα του γιου του: ο μικρός Άντι θα γινόταν τελωνειακός, σαν τον πάτερα του. Ήταν μια σίγουρη δουλειά με σταθερό μισθό. Όμως ο νεαρός αδιαφορούσε για τα μαθήματά του και το μόνο στο οποίο φαινόταν να είναι καλός ήταν να μουντζουρώνει χαρτιά. Μετά από έναν έντονο τσακωμό, ο γέρο-Αλοΐσιος του απαγόρευσε να ασχοληθεί ξανά με οποιαδήποτε τέχνη.

 

Αυτό ήταν κάτι στο οποίο, με την σειρά του, ο ξεροκέφαλος Άντι αρνήθηκε να συμφωνήσει. Στο μυαλό του πάντα περιπλανιόταν η ανάμνηση της ξανθιάς κοπέλας και των πήλινων ανθρώπων που ανάσαιναν.

Έχοντας μπει πλέον στην εφηβεία, ο Άντι συλλογίστηκε κάτι πολύ απλό: ίσως η ονειροδύναμη στην οποία είχε γίνει μάρτυρας κάποτε να μην περιοριζόταν μόνο στην γλυπτική. Ίσως να υπήρχε και στην ζωγραφική. Ακολουθώντας αυτό τον δρόμο σκέψης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πιθανότατα όλες οι τέχνες περιείχαν αυτή την μοναδική ενέργεια, αυτή την δύναμη η οποία έδινε ζωή στις δημιουργίες – η συγγραφή, η μουσική, η αρχιτεκτονική… μπροστά του ανοιγόταν ένας ολόκληρος νέος κόσμος. Η κλίση του στην ζωγραφική ήταν φανερή. Ας έλεγε ό,τι ήθελε ο πατέρας του. Δεν μπορούσε να φανταστεί μια ολόκληρη ζωή όπου θα έπρεπε να τακτοποιεί βαρετά έγγραφα. Θα προσπαθούσε ξανά – και ορκίστηκε πως τώρα δεν θα τα παρατούσε τόσο εύκολα.

 

Για πρώτη φορά στην ζωή του κατάφερε να τηρήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον εαυτό του. Φυσικά, μεγάλο ρόλο σε αυτό έπαιξε το γεγονός ότι ο πατέρας του άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο το 1903, όταν ο Άντι ήταν μόλις δεκατεσσάρων. Χωρίς τις αντιρρήσεις του Αλοΐσιου, ο νεαρός μπόρεσε να αφοσιωθεί στην τέχνη που είχε επιλέξει – και πάλι όμως, η αδυναμία του να επικεντρωθεί με όλο του το είναι στους πίνακές του, τους άφηνε ατελείς. Δεν ήταν κάτι που μπορούσε να ξεχωρίσει, ο ίδιος πίστευε ότι τα σχέδιά του ήταν άψογα, εξαιρετικά και το μόνο που τον προβλημάτιζε ήταν το ότι δεν ζωντάνευαν.

Η θεωρία του, ότι η ονειροδύναμη βρισκόταν σε κάθε μορφή τέχνης, είχε εν μέρει επιβεβαιωθεί όταν είδε έναν πίνακα κάποιου άγνωστου καλλιτέχνη σε έναν δρόμο της Βιέννης τις πρώτες μέρες που μετακόμισε στην μεγαλούπολη. Απεικόνιζε ένα δάσος με έλατα στις αρχές της άνοιξης. Ο Άντι κοντοστάθηκε μπροστά στον πίνακα παρατηρώντας τις γραμμές και τα χρώματα. Πρώτα άκουσε το θρόισμα των φύλλων, τον ελαφρύ αναστεναγμό του ανέμου και το απόμακρο τιτίβισμα των πουλιών· έπειτα μύρισε τις ευωδιές των λουλουδιών και την ανεπαίσθητη οσμή του χιονιού που έλιωνε στα βουνά στο φόντο· και τέλος είδε τα δέντρα να σαλεύουν, πεταλούδες να χορεύουν στον αέρα και το γρασίδι να λικνίζεται. Η νεκρή φύση του πίνακα ήταν ολοζώντανη, ανάσαινε μπροστά του όσο ο ίδιος δεν τολμούσε να πάρει ανάσα μην τυχόν και χανόταν η μαγεία.

Είχε επιβεβαιωθεί, ναι – όμως αυτό που τον απασχολούσε, αυτό που τον τυραννούσε κάθε φορά που ολοκλήρωνε έναν πίνακα ήταν το ότι παρέμενε άψυχος. Νεκρός. Μπροστά στο θαύμα που είχε δει (δύο φορές έως τότε στην ζωή του) οι δημιουργίες του ήταν τιποτένιες. Δεν μπορούσε να τους εμφυσήσει πνοή όσο κι αν προσπαθούσε.

 

 

3

 

Το ύφος του Σάμιουελ Γουαϊνστάιν ήταν απροσδιόριστο, κενό από κάθε έκφραση. Ο Άντι δεν μπορούσε να διακρίνει ούτε μια υποψία επιδοκιμασίας ή απόρριψης, καθώς ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης της γκαλερί ξεψάχνιζε τα δείγματα της δουλειάς του. Τα μάτια του ήταν γκρίζα και ψυχρά, βαθιά χωμένα μέσα στις κόγχες τους, και το πρόσωπό του ρυτιδωμένο σαν παλιό, τσαλακωμένο χαρτί. Για να μπορέσει να ελέγξει το άγχος του, ο εικοσάχρονος νεαρός έριξε μια ματιά στους πίνακες που στόλιζαν τους τοίχους. Το βλέμμα του επικεντρώθηκε στην Ιουδήθ, που στράφηκε και του χαμογέλασε ηδονικά καθώς αποκεφάλιζε τον Ολοφέρνη. Ο Βαβυλώνιος στρατηγός ούρλιαζε άηχα και στο βλέμμα του ο Άντι διέκρινε την ολοζώντανη συνειδητοποίηση της μοίρας του για όλη την αιωνιότητα.

“Βλέπω ότι σας ενδιαφέρει ο Καραβάτζιο”, είπε ο Σάμιουελ με την βραχνή φωνή του.

“Είναι… εξαιρετικής τεχνοτροπίας”, απάντησε ο Άντι ζαλισμένα.

Ο γέρος ρουθούνισε αλλά δεν έκανε κανένα περαιτέρω σχόλιο. Άφησε τα σχέδια του νεαρού στο γραφείο του και έπλεξε τα δάχτυλά του μεταξύ τους.

“Λοιπόν;” ρώτησε ξανά ο Άντι μουδιασμένα.

“Οι πίνακές σου είναι μέτριοι. Υπάρχει τεχνική, όμως δεν βλέπω κάτι το ιδιαίτερο”, απάντησε ο Σάμιουελ στεγνά.

“Μα…”, προσπάθησε να διαμαρτυρηθεί ο νεαρός.

“Έχω δει αντίστοιχα έργα από καλλιτέχνες του δρόμου στην Φλωρεντία, στο Παρίσι, αλλά και εδώ. Να πάρει, έχω δει έργα που είναι αριστουργήματα, συγκριτικά με τα δικά σου, κι όμως δεν σκέφτηκα ποτέ μου να τους ζητήσω να μπουν στην γκαλερί μου”, συνέχισε ο Γουαϊνστάιν, αδιαφορώντας για το απογοητευμένο βλέμμα του νεαρού ζωγράφου. “Αν θες την επαγγελματική μου άποψη, πρέπει να ασχοληθείς με κάτι άλλο. Η τέχνη σου δεν φτάνει για να σε ζήσει. Μπορείς πάντα να διατηρήσεις την ζωγραφική ως χόμπι, κάτι για να περνάς τον ελεύθερό σου χρόνο. Όμως πιστεύω ότι έχεις φτάσει στην κορυφή των δυνατοτήτων σου.”

“Άρα… δεν θα…”, κατάφερε να ψελλίσει ο κεραυνοβολημένος νεαρός.

“Λυπάμαι, νεαρέ μου. Η γκαλερί μου δεν έχει χώρο για σένα”.

Ο Άντι μάζεψε τα δείγματά του και, με τους καμβάδες παραμάσχαλα, βγήκε στους θορυβώδεις δρόμους της Βιέννης. Ο ουρανός ήταν μουντός, όμως το θέαμά του δεν μπορούσε καν να συγκριθεί με το σκοτάδι που θέριευε στην ψυχή του. Έπειτα, με αργά και κουρασμένα βήματα, πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το σπίτι του.

 

“…ότι δεν έχει χώρο για μένα! Η γκαλερί του δεν έχει χώρο για έναν νέο καλλιτέχνη! Το πιστεύεις; Ο κωλοεβραίος! Ο σκατόγερος! Ο… ο…”

Ο Άουγκουστ έριξε μια επιφυλακτική ματιά γύρω του και εντόπισε δυο-τρία επικριτικά βλέμματα από καλοντυμένους κυρίους.

“Άντι, μην φωνάζεις”, τον παρακάλεσε κι ο νεαρός φίλος του φάνηκε να συνέρχεται. Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο και η φωνή του είχε υπερβεί το επιτρεπόμενο όριο.

“Συγγνώμη”, απολογήθηκε αλλά ήταν φανερό ότι ο θυμός δεν τού είχε περάσει ακόμα.

Επικεντρώθηκε στην σκηνή και προσπάθησε να ηρεμήσει, αναλογιζόμενος ότι το θέαμα που θα ξεκινούσε σε λίγο θα τον αποζημίωνε. Θα τον έκανε να ξεχάσει την πίκρα και την οργή του και, πάνω απ’ όλα, την αμφισβήτηση του εαυτού του.

Ο Άουγκουστ ήταν συγκάτοικος και ο μοναδικός του φίλος, το μόνο άτομο με το οποίο μπορούσε να μιλήσει για ζωγραφική και μουσική, να του εμπιστευτεί τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του. Μια φορά την εβδομάδα πήγαιναν στο θέατρο ή στην όπερα, μιας και ο Άντι ήταν παθιασμένος με τα έργα του Βάγκνερ – το Δαχτυλίδι των Νιμπελούνγκεν είχε μια μοναδική δυναμική που έκανε τον νεαρό ζωγράφο να ξεφεύγει από την σφαίρα της πραγματικότητας και να τον μεταφέρει σε έναν επικό κόσμο γεμάτο θεούς και ήρωες. Ήταν η τρίτη φορά που θα παρακολουθούσαν την παράσταση, μια επιθυμία που ο Άντι εξέφρασε αμέσως μόλις επέστρεψε σπίτι του. Ήθελε να ξεφύγει ξανά. Να βρεθεί όσο το δυνατόν πιο μακριά από την μουντή ζωή του, μακριά από αυτή την βρόμικη πόλη, μακριά από γέρους επιχειρηματίες που δεν αναγνώριζαν το ταλέντο ενός νέου καλλιτέχνη.

“Υπάρχουν κι άλλες γκαλερί”, ψιθύρισε ο Άουγκουστ, “μπορείς να πας τα έργα σου εκεί.”

“Θα δούμε”, απάντησε χολωμένος ο Άντι.

Οι νότες ενός μοναχικού βιολιού αιωρήθηκαν στον χώρο, η εισαγωγή από τον “Χρυσό του Ρήνου”. Οι ελάχιστοι που μιλούσαν μέχρι τότε σιώπησαν καθώς οι κουρτίνες της σκηνής άνοιγαν. Τα υπόλοιπα έγχορδα άρχισαν να λαλούν, τα πνευστά ακολούθησαν, τα κρουστά έδωσαν τον ρυθμό. Ο Άντι έγειρε στο κάθισμά του έτοιμος να μπει στον κόσμο του Βάγκνερ, η πικρία του όμως φούντωσε, η οργή του έγινε φωτιά, ο θυμός του πυρκαγιά που κατάκαιγε την ψυχή του.

 

Όταν η όπερα τελείωσε η ώρα ήταν μία μετά τα μεσάνυχτα κι ο Άουγκουστ παράπαιε από τη νύστα. Ο Άντι, από την άλλη, ήταν γεμάτος ζωντάνια. Το αποψινό θέαμα τον είχε συνεπάρει τελικά και η μέχρι τότε απαισιοδοξία του είχε μετατραπεί ξανά σε θέληση για δημιουργία. Θα ζωγράφιζε μόλις επέστρεφαν, εκμυστηρεύτηκε στον Άουγκουστ, ο οποίος συμφώνησε με ένα χασμουρητό και μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο.

Τα βήματά τους τους έφεραν στην γκαλερί, απ’ όπου λίγες ώρες πριν ο Άντι είχε φύγει ντροπιασμένος, χωρίς να το συνειδητοποιήσουν. Ο νεαρός κοντοστάθηκε για λίγο παρατηρώντας μέσα από τα μεγάλα παράθυρα εκατέρωθεν της εισόδου τους πίνακες που δέσποζαν στον προθάλαμο – έργα δύο νεαρών καλλιτεχνών που η τεχνική τους δεν έπιανε μία μπροστά στην δική του. Ο Άουγκουστ συνέχισε να περπατάει κουρασμένα χωρίς να έχει πάρει είδηση ότι ο συγκάτοικός του έσκυψε, άρπαξε ένα σπασμένο τούβλο και το εκτόξευσε προς την κατεύθυνση του ενός παραθύρου. Ο ήχος του τζαμιού που θρυμματιζόταν τον έκανε να τιναχτεί και να κοιτάξει ολόγυρά του αλαφιασμένος. Ο Άντι πέρασε από δίπλα του τρέχοντας και τον έσπρωξε.

“Κουνήσου, βλάκα!” του φώναξε γελώντας τρελά.

 

Εκείνο το βράδυ ο Άντι δεν μπορούσε να κοιμηθεί από την έξαψη. Στο μυαλό του έπαιζε ξανά και ξανά η σκηνή της εκδίκησής του: το τούβλο να σπάει το τζάμι σε χίλια κομμάτια, ο ήχος των θραυσμάτων να επαναλαμβάνεται συνέχεια. Άρχισε να μουρμουρίζει τον σκοπό της Επέλασης των Βαλκυριών, μέχρις ότου τα βλέφαρά του βάρυναν από την κούραση και αποκοιμήθηκε.

Μόλις φώτισε, έχοντας κοιμηθεί κάτι λιγότερο από δυο ώρες, μάζεψε το καβαλέτο και τα πινέλα του και στήθηκε σε ένα στενό απέναντι από την γκαλερί. Είχε πάρει απόφαση να ζωγραφίσει την καταστροφή που είχε δημιουργήσει και, αυτή την φορά, ήταν σίγουρος ότι η ονειροδύναμη θα τον ευλογούσε με την παρουσία της. Σχεδόν μπορούσε να δει τον λευκό καμβά να μεταμορφώνεται σε ένα έγχρωμο φόντο όπου το παράθυρο της γκαλερί θα έσπαγε ξανά και ξανά.

Άρχισε να ζωγραφίζει παθιασμένα, όσο μερικές ακτίνες του ήλιου ξετρύπωναν από τα βαριά σύννεφα και χάιδευαν την Βιέννη. Κατά τις οκτώ είδε τον Γουαϊνστάιν να καταφτάνει, με την ρεντιγκότα του να ανεμίζει και το μπαστούνι του να κρατάει τον ρυθμό του σίγουρου βαδίσματός του. Χαμογέλασε καθώς ο Εβραίος κοντοστεκόταν στην είσοδο της επιχείρησής του και προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει το τι έβλεπε. Το μπαστούνι του έπεσε κι ο ηλικιωμένος επιχειρηματίας πλησίασε τρεκλίζοντας το σπασμένο παράθυρο. Το τούβλο είχε κάνει θρύψαλα το τζάμι και είχε τρυπήσει τον πίνακα που στεκόταν πίσω του, ένα πορτραίτο εξαιρετικής εξπρεσιονιστικής τεχνικής κάποιου νεαρού ζωγράφου με το όνομα Σίλε.

Ο Άντι ζωγράφιζε ασταμάτητα, ενώ ταυτόχρονα παρατηρούσε τον γκαλερίστα που παραπατούσε. Έβαλε την τελευταία πινελιά (το μπαστούνι του γέρου που κείτονταν στο λιθόστρωτο σαν άκαμπτο, νεκρό φίδι) κι έπειτα έκανε μερικά βήματα πίσω για να θαυμάσει το έργο του.

Ήταν υπέροχο. Ήταν σαν φωτογραφία, είχε καταφέρει να συλλάβει την απελπισία του γέρου καθώς παρατηρούσε την καταστροφή γύρω του. Ο Άντι έκλεισε τα μάτια και προετοίμασε τον εαυτό του για αυτό που θα συνέβαινε: αρχικά θα έβλεπε τον πίνακα με την γκαλερί απείραχτη. Μετά ένα τούβλο θα διέγραφε την μικρή τροχιά του και θα έσπαγε το παράθυρο. Γυαλιά θα έπεφταν στον δρόμο, ο ήχος τους θα αντηχούσε μέσα από τον καμβά. Κι έπειτα θα ερχόταν ο ιδιοκτήτης. Θα στεκόταν ακίνητος, ανίκανος να συλλάβει τον όλεθρο.

Ο Άντι άνοιξε τα μάτια του.

Και δεν συνέβη τίποτα.

Ο πίνακας παρέμενε όπως τον είχε ζωγραφίσει.

 

Αυτός ήταν κι ο τελευταίος πίνακας που ζωγράφισε ποτέ του. Τον έκανε κομμάτια και τον πέταξε σε ένα βρόμικο σοκάκι. Μέσα στους επόμενους μήνες κατάφερε να πουλήσει κάποια από τα προηγούμενα έργα του, μόνο και μόνο επειδή δεν άντεχε να τα βλέπει.

Το 1913 εκταμίευσε τα ελάχιστα χρήματα που του είχε κληροδοτήσει ο πατέρας του και μετακόμισε στο Μόναχο, κόβοντας κάθε δεσμό με την πατρίδα του. Άρχισε να διαβάζει τα έργα του Χιούστον Τσάμπερλεν και, κάθε φορά που τύχαινε να παρατηρήσει μια επίδειξη ονειροδύναμης, έσκυβε το κεφάλι και συνέχιζε τον δρόμο του. Η φωτιά που έκαιγε μέσα του είχε σβήσει πια. Είχε πάρει πλέον απόφαση πως δεν είχε κανένα ταλέντο και, ακόμα και τώρα, δεν είχε ιδέα τι θα έκανε στην ζωή του.

 

Καθώς το σκοτάδι απλωνόταν στην Ευρώπη και οι Μεγάλες Δυνάμεις επιδίδονταν σε ένα ξέφρενο παιχνίδι διπλωματίας και δαπανών με σκοπό τον εκσυγχρονισμό των ενόπλων δυνάμεών τους, η αβεβαιότητα για το μέλλον κυριαρχούσε. Ο Άντι δεν ήταν ο μόνος που έβλεπε ότι η Γηραιά Ήπειρος είχε μετατραπεί σε πυριτιδαποθήκη: όλες τις συζητήσεις μονοπωλούσαν τα ανησυχητικά νέα των διεθνών τριβών κι εξελίξεων. Αρκετοί μιλούσαν για πόλεμο. Το μόνο που έλειπε ήταν μια σπίθα για να την ανατινάξει – κι αυτή η σπίθα ήρθε με την μορφή της δολοφονίας του αρχιδούκα της Αυστρίας Φερδινάνδου από έναν νεαρό σπουδαστή με το όνομα Γαβρίλο Πρίντσιπ στο Σεράγεβο.

Και στις 28 Ιουλίου 1914 ο κόσμος σύρθηκε σε έναν πόλεμο που δεν είχε ξαναδεί, μια σύγκρουση που αργότερα ονομάστηκε ο Μεγάλος Πόλεμος.

Κι ο Άντι επιτέλους είχε βρει τι θα έκανε στην ζωή του: θα κατατασσόταν και θα πολεμούσε.

 

 

4

 

Σκοτάδι.

Απόλυτο σκοτάδι.

Πανικοβλήθηκε. Τινάχτηκε από το κρεβάτι του και προσπάθησε να ελέγξει τις υπόλοιπες αισθήσεις του, να δει αν λειτουργούσαν. Τα χέρια του σφίχτηκαν πάνω σε σκληρά σεντόνια, η μύτη του συνέλαβε την μυρωδιά αίματος, σκατού και αντισηπτικού, το στόμα του ήταν στεγνό και πικρό, στα αυτιά του ήρθαν ήχοι ροχαλητού και χαμηλών βογκητών.

“Τυφλώθηκα!” ούρλιαξε το μυαλό του, “Τυφλώθηκα!”

Έπεσε ξέπνοος στο κρεβάτι του, προσπαθώντας να θυμηθεί τι είχε συμβεί και να συνειδητοποιήσει την βαρύτητα του γεγονότος. Το μυαλό του ήταν άδειο, δεν είχε καμιά ανάμνηση. Το μόνο που έκανε ήταν να ουρλιάζει ξανά και ξανά ότι είχε τυφλωθεί.

Τυφλός.

Δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά.

Θα έμενε μια ζωή στο σκοτάδι

 

(και η ονειροδύναμη; Ω Θεέ μου, πως μπορώ να ζήσω ξέροντας ότι υπάρχει, γνωρίζοντας πως δεν θα την ξαναδώ;)

 

Ένιωσε δάκρυα να αναβλύζουν από τα μάτια του κι έπνιξε έναν λυγμό.

“Επιτέλους ξύπνησες”, άκουσε μια φωνή να του απευθύνεται από το διπλανό κρεβάτι.

Ήταν βαριά και σοβαρή και είχε έναν τόνο αυστηρότητας που του θύμισε τον πατέρα του.

“Πατέρα;” ρώτησε, αν και ήξερε ότι αυτό ήταν αδύνατον, ότι ο Αλοΐσιος είχε πεθάνει δεκαπέντε χρόνια πριν. Εκτός κι αν… αν κι ο ίδιος ήταν νεκρός κι εδώ ήταν η κόλαση.

Η φωνή φρόντισε να διώξει αυτή την διόλου καθησυχαστική σκέψη.

“Λάθος μαντεψιά. Δεν με γνωρίζεις, όμως εγώ σε ξέρω.”

“Ποιος είσαι;”

“Α, έχεις απόλυτο δίκιο. Ξέχασα τους καλούς μου τρόπους. Εσείς οι άνθρωποι έχετε την τάση να διατηρείτε μια υποτυπώδη ευγένεια μεταξύ σας σε κάθε συνδιαλλαγή σας. Εκτός βέβαια από όταν σφάζεστε αλύπητα.”

Ο Άντι ένιωσε ένα ανεπαίσθητο ρεύμα αέρα στο πρόσωπό του, σημάδι ότι ο άγνωστος είχε σηκωθεί και είχε υποκλιθεί – μια κίνηση ανώφελη, μιας και ο νεαρός δεν μπορούσε να τον δει.

“Μπορείς να με ονομάζεις Πίτερ. Περιπλανιέμαι στον κόσμο σας για χρόνια, παρατηρώντας, καταγράφοντας και – όποτε χρειάζεται – ωθώντας τα πράγματα προς τα εμπρός.”

“Στον… κόσμο μας;” ρώτησε ο Άντι μπερδεμένος. Το κεφάλι του πονούσε.

“Ορίστε λοιπόν”, συνέχισε ο Πίτερ, αγνοώντας τον, “σου συστήθηκα. Σειρά σου τώρα. Πώς σε λένε;”

“Α… Άντι”.

“Το Άντι δεν είναι όνομα. Είναι ένα υποκοριστικό που χρησιμοποιούσαν οι φίλοι και οι γνωστοί σου. Πάμε πάλι: ποιο είναι το όνομά σου;

Ο Άντι αναλογίστηκε πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος τον είχε αποκαλέσει με το βαφτιστικό του. Μόνο ο λοχαγός του πριν… πριν πόσο καιρό; Δεν θυμόταν.

“Αδόλφος”, ψέλλισε τελικά.

“Υπέροχα. Βλέπεις, Αδόλφε, τα υποκοριστικά είναι ονόματα που τα χρησιμοποιούμε όταν κάποιος είναι μικρός. Χαϊδευτικά έχουν μόνο τα παιδιά. Εσύ είσαι άντρας όμως, σωστά; Μισός βέβαια, μιας και δεν βλέπεις τίποτα αν κρίνω από τους επιδέσμους στα μάτια σου, παρόλα αυτά άντρας.”

“Τι μου συνέβη;”

“Α, τίποτα σπουδαίο. Μια επίθεση με αέριο μουστάρδας. Ήσουν κάπου στην Φλάνδρα, αν δεν απατώμαι”, είπε ανέμελα ο Πίτερ, σαν το όλο θέμα να ήταν ανάξιο συζήτησης.

“Θα ξαναδώ;”

“Δεν γνωρίζω τι εντύπωση σου έχω δώσει, φίλε μου, αλλά δεν είμαι γιατρός. Δεν βρίσκομαι εδώ για να σε ενημερώσω για το πως πάει ο πόλεμος, ούτε για να σου απαλύνω την ψυχή με χωρία και ρητά από την Αγία Γραφή.”

“Τότε τι θες;” ρώτησε ο Αδόλφος ξεψυχισμένα.

“Να μου πεις για την ονειροδύναμη.”

Ο νεαρός ένιωσε την ανάσα του να κόβεται.

“Γνωρίζεις… για την ονειροδύναμη;”

“Περισσότερα απ’ όσα φαντάζεσαι. Καταρχάς γιατί την ονόμασες έτσι;”

Ο Αδόλφος δίστασε.

“Δεν ξέρω”, είπε τελικά. “Όταν την πρωτοείδα αυτό το όνομα ήρθε στο μυαλό μου. Μια δύναμη που ζωντανεύει τα έργα των καλλιτεχνών, τα όνειρά τους.”

“Καλή προσπάθεια αλλά λάθος. Η πραγματική ονομασία αυτού που είδες είναι Ψυχοπλάνη.”

Ο Αδόλφος απέμεινε αμίλητος. Ψυχοπλάνη. Ναι, ήταν ταιριαστό. Ήταν όμορφο. Ξαφνικά, η λέξη που χρησιμοποιούσε όλη την ζωή του για να περιγράψει τα θαύματα που έβλεπε του φάνηκε άσχημη. Βαριά. Σχεδόν πρόστυχη.

“Δεν την έχουν όλοι. Ένα πολύ μικρό ποσοστό από τους καλλιτέχνες ίσως να την διαθέτουν – κι από αυτούς, ακόμα λιγότεροι είναι αυτοί που καταφέρνουν να την δαμάσουν και να συλλέξουν τους καρπούς της. Και, μία στο τόσο, κάποιοι γεννιούνται με αυτήν. Όμως όλοι τους έχουν την δύναμη να ζωντανεύουν τα έργα τους, να τα υλοποιούν σε αυτό που εσείς ονομάζετε αληθινό κόσμο.”

“Είμαι ένας από αυτούς;” ψιθύρισε ο Αδόλφος. Στα λόγια του άγνωστου άντρα είχε διακρίνει την σανίδα σωτηρίας που έψαχνε όλη του την ζωή: δεν ήταν μια μετριότητα, ήταν κάποιος ξεχωριστός. Ένας ιδιαίτερος καλλιτέχνης.

“Χμ, λοιπόν: οι πίνακές σου είναι άψυχοι. Όχι άσχημοι, αλλά τους λείπει αυτό που θα τους έκανε τελείως ξεχωριστούς. Οπότε μπορώ να σου πω με σιγουριά ότι ο καλλιτεχνικός δρόμος που επέλεξες δεν θα σε οδηγήσει πουθενά.”

Τα, αρχικώς ενθαρρυντικά, λόγια του Πίτερ μετατράπηκαν σε κύμα που άρπαξε την σανίδα του Αδόλφου από τα χέρια του και την παρέσυραν μακριά. Πικρή απογοήτευση τον τύλιξε.

“Τότε τι θες εδώ; Γιατί μου μιλάς για την Ψυχοπλάνη και τους καταραμένους σου καλλιτέχνες;”

Ο Πίτερ γέλασε χαμηλόφωνα.

“Ω, μα δεν είναι η ζωγραφική η μοναδική τέχνη.”

“Δοκίμασα και την γλυπτική”, είπε χολωμένα ο Αδόλφος, “και, για ένα διάστημα, και την αρχιτεκτονική.”

“Τα χέρια σου δεν είναι πλασμένα για τέχνη”, απάντησε ο Πίτερ. “Η γλώσσα σου όμως είναι.”

“Δεν σε καταλαβαίνω.”

“Αυτό οφείλεται στο ότι η οπτική σου είναι περιορισμένη. Σου μιλάω για την ρητορική. Το χάρισμά σου, η Ψυχοπλάνη σου, βρίσκεται στον Λόγο. Όχι στην ζωγραφική, όχι στην συγγραφή – αν και θα γράψεις ένα βιβλίο. Θα είναι η δική σου απόπειρα να απελευθερώσεις τα όσα έχεις μέσα σου. Όμως πάντα το χάρισμά σου θα είναι στα λόγια σου. Αυτά θα παρασύρουν έθνη ολόκληρα. Οι ομιλίες σου θα κάνουν τους ανθρώπους να σε υπακούν, να σε εξυμνούν, να σε θαυμάζουν. Και να σε ακολουθούν στο μονοπάτι που εσύ θα ετοιμάσεις γι’ αυτούς.”

Η ανάσα του νεαρού είχε κοπεί. Ήταν δύσκολο να πιστέψει τα όσα του έλεγε ο άνδρας, όμως μέσα του ήξερε ότι οι κουβέντες του είχαν βρει πρόσφορο έδαφος. Του είχε δείξει την πορεία που θα έπρεπε να ακολουθήσει, την μοίρα του.

“Κάποιες φορές η Ψυχοπλάνη ενεργοποιείται μετά από ένα τραυματικό γεγονός”, συνέχισε τον μονόλογό του ο Πίτερ. “Νομίζω ότι η τύφλωσή σου θα είναι το εφαλτήριο της νέας σου ζωής.”

“Θα παραμείνω τυφλός δηλαδή;” ρώτησε ο Αδόλφος με απόγνωση.

“Σου το είπα και νωρίτερα: δεν είμαι γιατρός.”

Τον άκουσε να σηκώνεται από το κρεβάτι.

“Ο πόλεμος τελείωσε”, του είπε. “Η Γερμανία ηττήθηκε, η Αυστροουγγαρία διαλύθηκε, το ίδιο και η Ρωσική και η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ξημερώνει ένας νέος κόσμος.”

“Τι…”, ψέλλισε ο Αδόλφος, ανήμπορος να πιστέψει ότι η πατρίδα του είχε χάσει τον πόλεμο.

“Σου εύχομαι να έχεις μια ευτυχισμένη ζωή”, συνέχισε σοβαρά ο Πίτερ. “Δεν θα την έχεις και δεν θα μοιράσεις τίποτα άλλο από δυστυχία στους γύρω σου, αλλά… είπαμε: υποτυπώδης ευγένεια.”

“Περίμενε!” φώναξε ο Αδόλφος αλλά άκουγε ήδη τα βήματα του άγνωστου άντρα να απομακρύνονται. “Πες μου για τον πόλεμο! Περίμενε!”

Ο νεαρός ανασηκώθηκε στο κρεβάτι του και τράβηξε τους επιδέσμους του. Τα πάντα ήταν γκρίζα και θολά, σαν βαριά ομίχλη να είχε καλύψει τα πάντα. Στο κέντρο του μισότυφλου οπτικού του πεδίου είδε μια ψηλή σκιά να περπατάει. Κρατούσε κάτι που η κορυφή του άστραφτε και, μέσα στην πυκνή αχλή που τύλιγε την όρασή του, ήταν το μοναδικό που μπόρεσε να ξεχωρίσει με απόκοσμη καθαρότητα: ένα μπαστούνι με ασημένια λαβή στο σχήμα νεκροκεφαλής.

 

***

 

Η όρασή του επανήλθε δυόμιση μήνες μετά και, μαζί με αυτή, η επιθυμία του για να ξεχωρίσει. Ο άγνωστος του είχε δείξει τον δρόμο που θα ακολουθούσε, το μονοπάτι που θα επανέφερε την πατρίδα του στην κανονικότητα. Ακόμα ήταν νωρίς, όμως οι συνθήκες θα ωρίμαζαν. Τα λόγια του θα θύμιζαν στους Γερμανούς το ποιοι ήταν, το πως τους αδίκησαν. Θα αναστήλωνε την περηφάνια του λαού του και το όνομά του θα γραφόταν με χρυσά γράμματα στα βιβλία της ιστορίας. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να δαμάσει την Τέχνη της ρητορικής, να ζωντανέψει με τους λόγους του τα όνειρα των συμπολιτών του και να φέρει μια νέα ανατολή στην πατρίδα του.

Για πρώτη φορά ήταν αισιόδοξος – ήξερε για τι προοριζόταν.

 

***

 

Ο Αδόλφος βούτηξε τον κοντυλοφόρο στο μελάνι κι έπειτα συγκεντρώθηκε για λίγο με κλειστά τα μάτια, σαν να προσευχόταν στην Τέχνη να τον βοηθήσει. Αυτή η φωτιά που έκαιγε πάντα μέσα του είχε θεριέψει κι έψαχνε πλέον να βρει διέξοδο. Ακούμπησε την μύτη της γραφίδας στην λευκή σελίδα και, με μεγάλα, καλλιτεχνικά γράμματα, έγραψε τον τίτλο του πονήματός του:

 

“Ο Αγών μου”

 

 

About the Artist:

Γιώργος Κωστόπουλος
Bio:

Ο Γιώργος Κωστόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα, ένα καλοκαίρι στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Νέα Σμύρνη, παίζοντας, ακούγοντας μουσική και διαβάζοντας ό,τι έπεφτε στα χέρια του.
Δεν ακολούθησε ανώτερες σπουδές, μην πιστεύοντας στο στείρο εκπαιδευτικό σύστημα – ή τουλάχιστον πείθοντας τον εαυτό του ότι αυτός ήταν ο λόγος.
Φανατικός αναγνώστης βιβλίων φαντασίας και τρόμου γενικότερα και λάτρης του Στίβεν Κινγκ ειδικότερα, αποφάσισε να καταγράψει κάποιους από τους εφιάλτες του με την μορφή μικρών ιστοριών και αργότερα να τις εξελίξει σε βιβλία, θέλοντας να μοιραστεί με αυτό τον τρόπο τα δυστοπικά τοπία των ονείρων του.

Link
By | 2020-05-24T12:48:02+00:00 Μάιος 24th, 2020|