Σκοτάδι και Φως

/, Guest Art/Σκοτάδι και Φως

Είδε τις φωτιές που έκαιγαν στον ορίζοντα, απελπιστικά μακριά από τη θέση τους. Δεν είχαν προλάβει. Ήταν τρεις ξέχωρες εστίες που παιχνίδιζαν στο φόντο της νυχτερινής χιονόπτωσης. Ο αυτοκράτορας πυρπολούσε τις γέφυρες που έχτισε βιαστικά στη φυγή του. Έκοβε έτσι την πορεία των διωκτών του, αλλά άφηνε πίσω όση από την Μεγάλη Στρατιά του ακολουθούσε τσακισμένη. Ο Ζαν Μπαπτίστ Μορτιέ καταλάβαινε το σκεπτικό, ηγέτης ο ίδιος. Μισούσε όμως τον Βοναπάρτη για την ανικανότητα του, γιατί τους είχε στερήσει έναν πόλεμο. Με το κρύο να τρυπάει τα κόκαλα του, σχεδόν ευχόταν να πέσει πάνω σε εκείνες τις φωτιές, να γίνει στάχτη ο ίδιος, πριν χαθεί με τα αποκαΐδια στα παγωμένα νερά του Μπερεζίνα από κάτω.

«Στρατηγέ…»

Η τρεμουλιαστή φωνή ανήκε στον Ντοσινί, τον σημαιοφόρο.

«Ο Λεφέβρ, στρατηγέ. Βγαίνει η ψυχή του» συμπλήρωσε ο νέος, τυλιγμένος στην τρύπια προβιά του.

«Ο Λεφέβρ δεν έχει ψυχή» σκέφτηκε πικρά.

Γύρισε και κοίταξε προς τους πρόποδες του υψώματος. Τον περίμεναν, ένα τσούρμο από τριάντα άντρες περίπου, όσοι είχαν μείνει από την εικοστή πέμπτη ίλη ιππικού, όλοι τους πεζοί πλέον. Εξουθενωμένοι, πεινασμένοι, τραυματισμένοι, ζωντανά φαντάσματα τυλιγμένα με τα κουρέλια των άλλοτε ένδοξων στολών τους. Τα άλογα τους είχαν χαθεί τραγικά εδώ και καιρό. Όσα δεν τα σκότωσε ο εχθρός και το κρύο, τα εξολόθρεψε τελικά η πείνα των αναβατών τους. Η ατιμία εκείνης της πράξης έτσουζε ακόμα τον Μορτιέ. Ο θάνατος στο πεδίο της μάχης ήταν από πάντα ένα αποδεκτό όνειρο. Ορμώντας όμως προς τον αντίπαλο. Όχι έτσι, όχι κυνηγημένος. Πάλεψε με το χιόνι κατεβαίνοντας το ύψωμα, πέρασε ανάμεσα από τους άντρες του και πλησίασε το κούτσουρο στο οποίο είχαν ακουμπήσει τον τραυματισμένο συμπολεμιστή. Διαισθανόταν τα βλέμματα των υπολοίπων στην πλάτη του. Ήθελαν το παλτό του πεσμένου άντρα πριν καν κοπάσει η πνοή στα χείλη του. Τους είχε πλάσει τόσο… ανθρώπινους. Πώς αλλιώς όμως θα απολάμβανε κανείς τη γλύκα του κινδύνου; Η ανοιγμένη πληγή ήταν ορατή στο στήθος του Λεφέβρ, δεν άχνιζε πλέον όπως πριν. Κρύσταλλοι πάγου ζωγράφιζαν την περιφέρεια της τρύπας.

 

Απέτρεψε το βλέμμα του από το τραύμα και γονάτισε δίπλα του.

«Συγνώμη, Λεφέβρ» είπε.

Του βγήκε αυθόρμητα. Ήταν υπεύθυνος για όλους τους άντρες του. Δεν είχε την ικανότητα να τον σώσει, όχι πια. Το συναίσθημα του έτρωγε τα σωθικά. Συνέβη στη Μάχη του Κράσνι. Σαν κάτι να έσπασε μέσα στο στήθος του, πριν ακόμα πέσει πάνω τους το κύμα του εχθρού. Των Κοζάκων του Πλιάτοφ. Ξαφνικά και ανεξήγητα ο Μορτιέ έπεσε από το βάθρο του. Οι άντρες του άρχισαν να σκοτώνονται και δεν μπορούσε να τους επισκευάσει ή να τους φέρει πίσω στη ζωή. Ούτε να δημιουργήσει καινούργιους. Ανταποκρίθηκε στην πρόκληση, δεν μπορούσε όμως να αλλάξει την μοίρα της σύγκρουσης. Μαζί με την υπόλοιπη στρατιά, το έβαλαν στα πόδια και έτρεχαν μέχρι τώρα, με το χνώτο των Κοζάκων στην πλάτη τους. Στην απελπισία του επικαλέστηκε τον Αζερνάκι, ο δαίμονας όμως παρέμεινε αινιγματικά σιωπηλός. Η δύναμη του τον είχε υπηρετήσει ένδοξα, χαρίζοντας του όλα όσα επιθυμούσε, μέχρι εκείνη τη στιγμή. Μήπως δεν ήταν οι ψίθυροι του που είχαν πείσει τον αυτοκράτορα να προχωρήσει στην εισβολή;

«Σκεπάστε με στρατηγέ» βόγκηξε ο Λεφέβρ, «Μην με αφήσετε στους λύκους.»

Έκλεισε τα μάτια του Λεφέβρ και επέτρεψε στους άντρες του να πλιατσικολογήσουν το σώμα. Στη συνέχεια σκέπασαν όπως μπορούσαν τον νεκρό με χιόνι. Γύρισαν προς εκείνον περιμένοντας τις οδηγίες του.

«Ο Αυτοκράτορας έκαψε τις γέφυρες και το έβαλε στα πόδια» είπε ο Μορτιέ, «Δεν έχουμε τρόπο να περάσουμε το ποτάμι.» Έδειξε προς το δάσος που απλωνόταν δίπλα τους. «Θα ψάξουμε κάποιο καταφύγιο για να ανακτήσουμε τις δυνάμεις μας.»

«Πώς θα το κάνουμε αυτό;» γκρίνιαξε ο Μπουτόν.

«Δείξτε μου εμπιστοσύνη. Δεν έχουμε ξοφλήσει. Έχουμε να δώσουμε άλλη μια μάχη. Τη δικαιούμαστε! Θα δείξουμε στους Κοζάκους με ποιους τα έχουν βάλει.»

Ετοίμασαν τα τουφέκια τους και ο Μορτιέ, με το ξίφος του τραβηγμένο, έκανε σήμα να τον ακολουθήσουν. Εισχώρησαν στο δάσος και για λίγα πολύτιμα λεπτά, έγιναν πάλι στρατιώτες, αντί για δαρμένα σκυλιά.

 

Η επίγευση του Κράσνι του είχε πει όλα όσα χρειαζόταν να ξέρει. Το είδε στους κούφιους Κοζάκους με τους οποίους συγκρούστηκαν. Το είδε στο βλέμμα, το άκουσε στο γέλιο του στρατηγού τους. Ήταν και ο Πλιάτοφ ψυχοπλάνος. Και ακόμα χειρότερα, κουβαλούσε κι αυτός την αύρα του Αζερνάκι. Δύο ψυχοπλάνοι του ίδιου δαίμονα αντίπαλοι στο πεδίο της μάχης; Δεν ήξερε αν είχε συμβεί ποτέ πριν. Και ο Πλιάτοφ θα είχε δώσει κάτι παραπάνω για να καταφέρει να αδειάσει τον Μορτιέ από τις ικανότητες του. “Όλα είναι δίκαια στην αγάπη και τον πόλεμο.” Χρειαζόταν μια θυσία, μια νέα προσφορά για να κερδίσει ξανά την εύνοια του δαίμονα.

«Κοιτάξτε» φώναξε ένας από τους προπορευόμενους.

Φώτα έκαναν την εμφάνιση τους στο βάθος. Συνέχισαν επιφυλακτικά μέχρι που έφτασαν στις παρυφές ενός μικρού ξέφωτου. Στο κέντρο του στεκόταν μια μεγάλη ντάτσια που σχεδόν το γέμιζε. Στο χλωμό φεγγαρόφωτο φάνταζε γκρίζα. Ήταν διώροφη με χιονοσκέπαστη χάλκινη οροφή, με πέντε παράθυρα στο μήκος του κάθε ορόφου. Τα πάνω τζάμια ήταν σκοτεινά, ενώ εκείνα του ισογείου ήταν φωταγωγημένα. Ακούγονταν αχνά ήχος μουσικής από μέσα. Δεν χρειαζόταν να κοιτάξει τους άντρες του ο Μορτιέ για να καταλάβει τι σκέφτονταν, το ένιωθε κι εκείνος. Το φως στα παράθυρα τον υπνώτιζαν, υπόσχονταν θαλπωρή, ζέστη, τροφή. Δεν ήταν στρατιώτες αλλά απελπισμένοι άντρες ξανά. Σαν πεταλούδες που τις έλκει η φωτιά, μαζεύτηκαν μπροστά στη μεγάλη ξύλινη πόρτα της οικίας.

«Μην ξεχνάτε ποιοι είστε» τους είπε.

Ένιωσε το αίμα του να φλέγεται ευχάριστα. Θυμήθηκε την μέρα που πέρασαν στο Ρώσικο έδαφος για πρώτη φορά, σαν κατακτητές. Σήκωσε το ξίφος του και χτύπησε με τη λαβή του το ξύλο. Άκουσαν το χτύπημα να αντηχεί στο εσωτερικό του σπιτιού. Η μουσική σταμάτησε. Επέμενε να χτυπάει μέχρι που ακούστηκε μια γυναικεία φωνή πίσω από την πόρτα.

«Ποιος είναι τέτοια ώρα;» ρώτησε στα ρώσικα.

«Άσυλο, κυρία μου» απάντησε ο Μορτιε, επίσης στα ρώσικα.

Ακολούθησε ησυχία.

«Ανοίξτε» φώναξε ο Μορτιέ.

Βόγκηξε ηχηρά ο σύρτης πίσω από την πόρτα. Με μια κλαγγή, η πόρτα άνοιξε να τους υποδεχτεί.

 

Η είσοδος τους στο χολ της ντάτσιας θύμισε έφοδο, αλλά ήταν η γλυκιά ζέστη που τους άρπαξε και τους έσυρε μέσα, μακριά από την παγωνιά της νύχτας. Οι μισοί κατέρρευσαν πάνω στο κόκκινο χαλί που σκαρφάλωνε την κεντρική, μαρμάρινη σκάλα προς τον πάνω όροφο. Το χολ ήταν σκοτεινό, αλλά άπλετο φως ερχόταν από την αψιδωτή είσοδο αριστερά από τη βάση της σκάλας. Ο Μορτιέ κοίταζε εμβρόντητος τη γυναίκα που τους είχε ανοίξει. Ήταν θαρρείς ντυμένη για μπάλο, με ένα δαντελωτό, λευκό φόρεμα. Μια ασημένια χτένα και μαργαριτάρια κοσμούσαν την κόμμωση της, και ο μακρύς λαιμός της έστεκε γυμνός, πλαισιωμένος από έναν κυματιστό γιακά. Και το πρόσωπο… στην ανταύγεια των κεριών του κηροπήγιου που κρατούσε, ο Μορτιέ αντίκριζε την ομορφότερη γυναίκα που είχε δει ποτέ του. Τα μεγάλα της μάτια τους μελετούσε περισσότερο αινιγματικά παρά φοβισμένα. Ο Μορτιέ έβγαλε το κράνος του και το κράτησε κάτω από την μασχάλη του.

«Ζαν Μπαπτίστ Μορτιέ, συνταγματάρχης της εικοστής πέμπτης ίλης ιππικού Ουσάρων της Μεγάλης Στρατιάς. Επιτάσσουμε την οικία σας στο όνομα του αυτοκράτορα» είπε.

Η γυναίκα δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται.

«Θα πρέπει να απευθυνθείτε στον σύζυγο μου, συνταγματάρχα» του απάντησε, δείχνοντας προς την φωταγωγημένη είσοδο. Οι άντρες, με τα πηλίκια τους ανά χείρας και τα τουφέκια κρεμασμένα στους αγκώνες, περνούσαν ήδη την αψίδα σέρνοντας τα βήματα τους.

 

Μπήκαν σε ένα μακρόστενο σαλόνι, επενδυμένο με σκούρο ξύλο, φωταγωγημένο από έναν μεγάλο πολυέλαιο. Το φως των κεριών του απλωνόταν μαγικά, όπως διαπερνούσε τα κρεμαστά κρύσταλλα που τον κοσμούσαν. Τα παράθυρα αριστερά αντίκριζαν ένα τεράστιο τζάκι από μάρμαρο στον απέναντι τοίχο. Έξι άντρες θα μπορούσαν άνετα να σταθούν όρθιοι μέσα του.

Τώρα μια τεράστια φωτιά έκαιγε πέντε πελεκημένους κορμούς δέντρων, στοιβαγμένους στο εσωτερικό του. Δύο μήνες παγωμένης στέπας, μόνιμα φωλιασμένη στο μεδούλι τους, είχε αφαιρέσει από την μνήμη τους τέτοια θαλπωρή. Είδε πηλίκια και τουφέκια να αφήνονται πάνω στο παχύ χαλί και άντρες, σκιές του πρότερου εαυτού τους, να μαζεύονται γύρω από το τζάκι και να πέφτουν στα γόνατα τους. Κανείς τους δεν έδινε σημασία στον υπόλοιπο χώρο.

Ο Μορτιέ παρέμεινε πίσω από τη γυναίκα με το κηροπήγιο και εκτίμησε αμέσως την κατάσταση.

Δίπλα στο τζάκι, ένα βιολοντσέλο ήταν ακουμπισμένο σε μια καρέκλα. Πίσω από την καρέκλα στεκόταν όρθια μια μεσήλικη γυναίκα, με μια γκρίζα τουαλέτα. Φορούσε μια λευκή περούκα και ένα βαρύ κολιέ κοσμούσε τον λαιμό της. Κοιτούσε ανήσυχη τους νεοφερμένους. Μαζί της ήταν ένας νεαρός, με απλά ρούχα και κοντά μαλλιά. Το δικό του βλέμμα ήταν τρομοκρατημένο. Η γυναίκα με το κηροπήγιο το άφησε σε ένα τραπεζάκι και κατευθύνθηκε στην φαρδιά πολυθρόνα που αντίκριζε το τζάκι στον απέναντι τοίχο.

Εκεί καθόταν ένας άντρας μεγάλης ηλικίας, με λευκά μαλλιά και περιποιημένο μούσι. Τα ρούχα του ήταν αρχοντικά αλλά λιτά. Δεν είχε περούκα, ούτε φορούσε σακάκι, μόνο ένα σκούρο γαλάζιο παντελόνι, λευκό πουκάμισο και από πάνω ένα μεταξένιο γιλέκο. Καθόταν με την πλάτη ίσια, σαν να βρισκόταν στον θρόνο του. Το δεξί του χέρι ακουμπούσε το χερούλι ενός μπαστουνιού. Εκείνος κοιτούσε τους εισβολείς ατάραχα. Η γυναίκα τον πλησίασε και σκύβοντας ψιθύρισε στο αυτί του. Ο άντρας κούνησε το κεφάλι του και με την βοήθεια του μπαστουνιού του σηκώθηκε και πλησίασε τον Μορτιέ. Οι άντρες μπροστά στο τζάκι παρακολουθούσαν τη συνάντηση.

«Όπως φαίνεται, αυτός ο τρομερός και μακρινός πόλεμος, χτύπησε τελικά και την δική μου πόρτα. Είμαι ο Πιότρ Μπαλούγιεφ. Συναντήσατε ήδη τη σύζυγο μου, Νάντια. Η κυρία εκεί είναι η Σβετλάνα και δίπλα της ο Ντιμίτρι, ο υπηρέτης μου.»

Ο Μορτιέ ένιωσε αμέσως ενοχλημένος από τον άντρα. Ήταν η θεατρική του αβρότητα, το παρουσιαστικό του; Δεν μπορούσε να αποφασίσει.

«Υπάρχουν άλλοι στο σπίτι;»

«Μόνο υπηρετικό προσωπικό. Είναι κάτω στο μαγειρείο.»

Ο Μορτιέ γύρισε προς τους άντρες του:

«Σηκωθείτε όρθιοι και μαζέψτε τα όπλα σας» φώναξε, «Ντοσινί, Μπουτόν, Γκαρνιέ, Τουσσό, ψάξτε στον πάνω όροφο και στήστε σκοπιά στα παράθυρα. Μορώ, Φουρνιέ, ψάξτε το ισόγειο. Πέντε από σας θα πάρετε τον νεαρό να σας δείξει την κουζίνα. Κουβαλήστε ό,τι φαγώσιμο βρείτε.»

Η ένταση της φωνής του τους έβγαλε από την νάρκωση της ζέστης. Το χιόνι έλιωνε ακόμα στις στολές τους. Σκόρπισαν με στρατιωτική πειθαρχεία για να εκτελέσουν τις εντολές του. Επέστρεψε την προσοχή του στον Μπαλούγιεφ. Ο ηλικιωμένος άντρας δεν είχε χάσει την ψυχραιμία του και ο Μορτιέ ένιωθε ξανά στρατιώτης, κι όχι ζητιάνος.

«Ποιος είναι ο σκοπός σας, στρατηγέ;» ρώτησε ο Μπαλούγιεφ με έναν τόνο που ξάφνιασε τον Μορτιέ.

«Παρακαλώ, καθίστε» είπε στον ρώσο νοικοκύρη.

Ο Μπαλούγιεφ επέστρεψε στην πολυθρόνα του και η Νάντια κάθισε με την Σβετλάνα στον καναπέ. Ο Μορτιέ κοίταξε τη σύζυγο και εκτίμησε για άλλη μια φορά την ομορφιά της. Αισθανόταν λιγότερο κουρελής τώρα από τη στιγμή που την είχε αντικρίσει στο χολ. Οι υπόλοιποι άντρες, παρέμειναν σε στάση προσοχής πίσω από τον συνταγματάρχη τους.

«Ο αυτοκράτορας σας πέρασε από δω πέντε μέρες πριν» είπε ο Μπαλούγιεφ. «Δεν σταμάτησε στο δάσος βέβαια, κατευθύνθηκε αμέσως για το ποτάμι. Θα ξέρετε ήδη πώς έκαψε τις γέφυρες που έχτισε για να περάσει απέναντι. Καθόλου έντιμο για την στρατιά του. Μέρες τώρα ακούμε ότι έρχονται οι δικοί μας. Αλλά μάλλον το ξέρετε ήδη αυτό.»

«Το ξέρουμε και θα τους περιμένουμε» είπε ο Μορτιέ.

«Μπορώ να σας δώσω όσα τρόφιμα χρειάζεστε και ρούχα» είπε ο Μπαλούγιεφ, «Ξέρω κάποιους ψαράδες που διαθέτουν βάρκες στην όχθη…»

«Δεν πρόκειται να το βάλουμε στα πόδια ξανά» τον έκοψε ο Μορτιέ. «Σε έναν κόσμο που βασιλεύει ο πόλεμος, η άνετη και προστατευμένη σας ζωή σε αυτό το σπίτι είναι σχεδόν ύβρις. Μια προσβολή στις αισθήσεις!» Πλησίασε τον Ρώσο. «Έχετε πιάσει ποτέ όπλο στη ζωή σας; Πού ήσασταν όταν μπήκε η Μεγάλη Στρατιά στα χώματα σας; Ο υπηρέτης σας είναι σε στρατεύσιμη ηλικία. Γιατί δεν είναι στο μέτωπο;»

Ο ηλικιωμένος άντρας άκουγε σκεφτικός, χωρίς να προδίδει κάποια αντίδραση. Άφησε το μπαστούνι του όρθιο στο μπράτσο της πολυθρόνας του.

«Η ζωή είναι σκληρή, στρατηγέ. Δύσκολο για έναν άνθρωπο να φτάσει στην ηλικία μου χωρίς να δει πόλεμο. Γεύτηκα τον θάνατο, αν αυτό με ρωτάτε. Γνώρισα την απώλεια. Δικαιούμαι την ειρηνική μου γωνία στον κόσμο, χωρίς να μου το υπενθυμίζει ο κάθε ένστολος που διψάει για αίμα και δόξα.»

«Εγώ βλέπω ότι είστε ασφαλής και βολεμένος εδώ στην “γωνία σας” ενώ χιλιάδες συμπατριώτες σας πέφτουν νεκροί στα πεδία των μαχών. Την ξέρω την στάση σας. Είστε ένας δειλός και αδύναμος άντρας.»

Ο Μπαλούγιεφ επέστρεψε ένα χαμόγελο στο συνοφρυωμένο βλέμμα του Μορτιέ. Την στιγμή διέκοψε το ξαφνικό κροτάλισμα του πολυέλαιου πάνω από τα κεφάλια τους. Έσβησαν τα μισά κεριά του, γεμίζοντας τα ανήσυχα πρόσωπα τους με σκιές. Ο Μορτιέ ξεθηκάρωσε ξανά το ξίφος του και τράβηξε το πιστόλι του. Ακολούθησαν βίαιοι γδούποι από το ταβάνι. «Ποιος είναι πάνω;» φώναξε προς την Ρώσο. «Ποιους κρύβεις;!»

Έτεινε την αιχμή της λεπίδας του στον καθιστό άντρα.

«Δεν κρύβω κανέναν» απάντησε ο Μπαλούγιεφ.

Μια ομοβροντία από πυροβολισμούς και κραυγές απλώθηκαν από τον επάνω όροφο σε όλο το σπίτι. Ο Μορτιέ ούρλιαξε προς τους άντρες του.

«Δεχόμαστε επίθεση! Κολμπέρ, στον επάνω όροφο!»

Με τα όπλα τους έτοιμα ξεχύθηκαν προς τις σκάλες. Ο Μορτιέ άρπαξε έναν από τους άντρες του και έδειξε τον Μπαλούγιεφ και τις γυναίκες.

«Πρόσεχε τους!»

 

Όταν έφτασε στο χολ, η μυρωδιά του μπαρουτιού αιωρούνταν πυκνή. Είδε τρεις από τους άντρες του πεσμένους στις μαρμάρινες σκάλες. Οι υπόλοιποι σημάδευαν και πυροβολούσαν προς την κορυφή της σκάλας. Έκπληκτος, είδε καμιά δεκαριά στρατιώτες της Τσαρικής Φρουράς να κατεβαίνουν, ανταποδίδοντας πυρ. Δύο τους είχαν πέσει νεκροί. Περισσότεροι εμφανίζονταν πάνω στην κουπαστή από πίσω. Μέχρι να ανεβεί στο πρώτο σκαλοπάτι, οι δύο πλευρές χίμηξαν η μια στην άλλη με τις ξιφολόγχες τους προτεταμένες.

Ο Μορτιέ εκτίμησε ότι δεν θα κέρδιζαν την σύγκρουση. Πισωπάτησε και έτρεξε στο σαλόνι, κλειδώνοντας πίσω του την πόρτα. Η εικόνα μπροστά στο τζάκι τον εξόργισε. Ο νεαρός Ντιμίτρι είχε επιστρέψει από την κουζίνα και στεκόταν με ένα ματωμένο μαχαίρι πάνω από τον στρατιώτη που είχε αφήσει πίσω. Τον είχε σκοτώσει. Δεν έβλεπε πουθενά τους πέντε που είχαν πάει με τον Ντιμίτρι στην κουζίνα.

Άδειασε αμέσως το πιστόλι του στον νεαρό, που έπεσε στη φλοκάτη με το μέτωπο ανοιγμένο. Η Σβετλάνα άφησε μια κραυγή και κατέρρευσε στον καναπέ. Η Νάντια πήγε να κρυφτεί πίσω από τον σύζυγο της αλλά ο Μορτιέ την έφτασε με δύο δρασκελιές. Την άρπαξε από το μπράτσο και την έσυρε προς το τζάκι. Ο Μπαλούγιεφ έκανε να κινηθεί εναντίον του αλλά ο Μορτιέ τον σταμάτησε με το βλέμμα του.

Είχε τη λεπίδα του στον λαιμό της γυναίκας.

«Μπορείς να το σταματήσεις όλο αυτό τώρα» είπε ο Μπαλούγιεφ.

«Δεν ξέρω τι εννοείς» είπε ο Μορτιέ καγχάζοντας.

«Δεν χρειάζεται να χυθεί άλλο αίμα» συνέχισε ο Μπαλούγιεφ, «Σου προσφέρω ό,τι θέλεις, τρόφιμα, ένα γούνινο παλτό, διαφυγή…»

«Και ποιος σου είπε ότι θέλω να φύγω;»

Κρατώντας τη γυναίκα στην αιχμή του ξίφους του, έλυσε τα ζωνάρια του με το ένα χέρι και τα άφησε να πέσουν στο πάτωμα. Ξεκούμπωσε τη στολή του και στη συνέχεια το πουκάμισο από κάτω. Τράβηξε το ύφασμα και γύμνωσε το στέρνο του. Στις ανταύγειες του τζακιού, όλοι τους είδαν το μεγάλο τατουάζ, το πεντάλφα γεμάτο με λατινικούς στίχους.

Πριν μιλήσει κανείς τους, ο Μορτιέ έκοψε τον λαιμό της Νάντιας με μια ξαφνική κίνηση. Στις κραυγές του Μπαλούγιεφ και της Σβετλάνας, η νεαρή γυναίκα κατέρρευσε καταγής, ψεκάζοντας με το αίμα της τα πλακάκια μπροστά στο τζάκι.

Αμέσως ακούστηκαν χτυπήματα από την πόρτα του σαλονιού. Προσπαθούσαν να την γκρεμίσουν απ’έξω.

Ο Μορτιέ το αγνόησε. Έσκυψε και βούτηξε δύο ακροδάχτυλα στο αίμα. Διέτρεξε το περίγραμμα του τατουάζ του βάφοντας το κόκκινο, επαναλαμβάνοντας κάποια επίκληση στα λατινικά. Ο Μπαλούγιεφ τρέκλισε προς την πεσμένη του σύζυγο και γονατίζοντας περίλυπος, την τράβηξε στην αγκαλιά του.

 

Τα κεριά στον πολυέλαιο έσβησαν με μιας, στεφανώνοντας το σκηνικό με σκοτάδι. Οι φλόγες στο τζάκι πετάρισαν και χαμήλωσαν μένοντας καυτές ρυτίδες στους μαυρισμένους κορμούς. Ο Μορτιέ σταμάτησε τις επικλήσεις του. Κοίταξε στο σκοτάδι και χαμογέλασε. Η αίσθηση του δαίμονα ήταν πηχτή στο δέρμα του. Ο Αζερνάκι είχε έρθει.

«Αίμα για σένα. Αυτή η όμορφη γυναίκα. Αυτή η αθώα ψυχή. Τεμαχισμένη άδικα. Ποτισμένη με δάκρυα εκείνων που την αγαπούν. Η πίκρα του πολέμου. Το μεγαλείο του πολέμου. Στο χαρίζω. Δώσε μου ξανά τη δύναμη της πλάνης! Κάνε με δυνατότερο από τον Πλιάτοφ. Δώσε μου απεριόριστη δύναμη, ικανή να δημιουργήσει περισσότερο από έναν λόχο. Μια ολόκληρη Μεγάλη Στρατιά δική μου. Ανάθεμα στον Τσάρο και ανάθεμα στον Ναπολέοντα! Δώσε μου την αυγή ενός Αιώνιου Πολέμου!»

Ο Μπαλούγιεφ και η Σβετλάνα είδαν ένα περιστρεφόμενο σκοτάδι, περίεργα ορατό στον σκοτεινό φόντο του δωματίου, να αιωρείται από πάνω τους. Στάθηκε για λίγο πάνω από το σώμα της Νάντιας και εκτίμησε την προσφορά. Μετά κινήθηκε προς τον Μορτιέ. Ο ψυχοπλάνος ένιωσε αμέσως την οργή του δαίμονα. Κάτι δεν έστεκε σωστά. Κοίταξε κατάματα το σκοτάδι και πήγε να πει κάτι. Δεν πρόλαβε.

Άκουσε τον απύθμενο βρυχηθμό του Αζερνάκι.

«Με εμπαίζεις;!»

Ο Μορτιέ δέχτηκε επώδυνο πλήγμα στο πρόσωπο του. Άφησε μια κραυγή και κατέρρευσε, η στολή του κουρέλια, με μια συνεχόμενη ουλή εκεί που ήταν η δεξιά του πλευρά, από το πρόσωπο ως το πέλμα του ποδιού του. Το σπαθί του κροτάλισε άχρηστο στα πλακάκια. Η φωτιά επανήλθε στο τζάκι. Ανίκανος να μιλήσει, σήκωσε το ένα του μάτι προς τον Μπαλούγιεφ. Ο Ρώσος τον κοίταζε συμπονετικά.

«Δεν πειράζει, συνταγματάρχα. Δεν φταις εσύ. Ο πόλεμος είναι το μόνο που ξέρεις. Είναι το μόνο που σε νοιάζει.»

 

Εκείνη τη στιγμή, ένα απαλό φως εμφανίστηκε πάνω από τα κεφάλια τους. Η ένταση και η λάμψη του απλώθηκε και γέμισε όλο το σαλόνι.

Ο Μορτιέ κοίταξε τα δύο νεκρά σώματα στο πάτωμα και άφησε ένα επιφώνημα με μισό στόμα. Δεν έβλεπε πλέον ανθρώπινα σώματα αλλά δύο μαριονέτες σε ανθρώπινο μέγεθος. Ήταν βαμβάκι που εξείχε από το ανοιγμένο μέτωπο του Ντιμίτρι. Τα πλακάκια μπροστά στο τζάκι δεν είχαν ψεκαστεί με αίμα αλλά πριονίδια. Και το κεφάλι της Νάντιας, στραμμένο προς το μέρος του, του χάριζε ένα γυάλινο βλέμμα από τα ψεύτικα μάτια της. Και το πιο περίεργο, οι σπάγκοι που τις κινούσαν ήταν ορατοί τώρα, προσαρμοσμένοι στις κλειδώσεις τους και κομμένοι.

«Δεν τη ζήτησα εγώ αυτή την ευλογία» είπε ο Μπαλούγιεφ. «Σε άκουσα να την αποκαλείς πλάνη, εγώ όμως τη λέω ευλογία. Δεν ήξερα καν ότι ήταν υπαρκτή. Ένας απλός κουκλοποιός ήμουν στο Χέλσινφορς. Έφτιαχνα μαριονέτες για ντόπιους και περιπλανώμενους θιάσους, αλλά και παιχνίδια. Ζούσα μια παραμυθένια ζωή με την γυναίκα μου και τον γιο μου, τον Ντιμίτρι. Πίστεψα την ψευδαίσθηση ότι θα κρατούσα την ασχήμια του κόσμου μακριά από την οικογένεια μου. Μετά ξέσπασε πόλεμος, ξανά, μεταξύ Σουηδίας και Ρωσίας, ξανά. Πού να τρέξει ένας Ρώσος παντρεμένος με Σουηδέζα; Δεν με ενδιαφέρει η ταυτότητα των στρατιωτών που μας βρήκαν στο αγροτόσπιτο μας. Τους έχασα και τους δύο και έκλαψα πάνω από τα σκοτωμένα τους κορμιά, ψάχνοντας το κουράγιο να θέσω τέρμα στη ζωή μου. Και τότε ήρθε αυτό το φως, άκουσε τον πόνο μου και ήρθε. Έλαμψε μέσα στην ψυχή μου και χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω, ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Σηκώθηκα και ήρθα εδώ. Είχα όση ξυλεία ήθελα στη διάθεση μου. Έπλασα τη Νάντια και τον Ντιμίτρι και όλους όσους ήθελα για να έχω μια φυσιολογική ζωή. Μια παραμυθένια ζωή. Η γυναίκα μου θα έμενε νέα και όμορφη για πάντα και ο γιός μου θα είχε την ηλικία που στερήθηκε. Έχουμε το δικαίωμα να αρνούμαστε τη βία, τον σκοτωμό, τον θάνατο. Φαντάσου να το αποζητούσαν όλοι.»

Το φως συνέχισε να δυναμώνει.

Εκείνη τη στιγμή γκρεμίστηκε η πόρτα του σαλονιού και μπήκε μέσα η Τσαρική Φρουρά. Πλησίασαν το τζάκι και έμειναν ακίνητοι.

«Δεν το σχεδίασα αυτό, συνταγματάρχα» συνέχισε ο Μπαλούγιεφ. «Μαντεύω ότι αυτά είναι τα στρατιωτάκια που είχα φτιάξει για τον Ντιμίτρι, το πραγματικό αγόρι που υπήρξε ο γιός μου. Ήταν τα αγαπημένα του παιχνίδια όταν ζούσε. Μόνο αυτά κουβάλησα μαζί μου από την παλιά μου ζωή. Τα είχα φυλαγμένα σε ένα σεντούκι, επάνω. Φαντάζομαι ότι διαισθάνθηκαν ότι κινδυνεύαμε. Όπως σου εξήγησα, δεν την κατανοώ ακόμα αυτή την ευλογία.»

Ο Μορτιέ είχε ξανακούσει για τους ψυχοπλάνους στους οποίους ανήκε ο Πιότρ Μπαλούγιεφ. Τους καλλιτέχνες. Δεν τον είχαν απασχολήσει ποτέ. Τους θεωρούσε αδύναμους, ασήμαντους, σπατάλη των δυνάμεων που κατείχαν. Η δική του πίστη ανήκε στην ισχύ των δαιμόνων. Και γνώριζε ότι ήταν ένας ηττημένος πια. Ο Ρώσος τον πλησίασε και έσκυψε προς το μέρος του.

«Θα σε βοηθήσω όσο μπορώ» είπε και τα πάντα χάθηκαν στο λευκό φως.

 

Η Άνοιξη ξεμύτισε αργά στο Ρωσικό χώμα, έλιωσε τα χιόνια, έφερε τα χελιδόνια, τράβηξε στην επιφάνεια το χλωρό χορτάρι και τα λουλούδια. Ο Χειμώνας και ο πόλεμος έγιναν ανάμνηση, ένα κακό όνειρο. Οι Κοζάκοι του Πλιάτοφ δεν είχαν κάνει τελικά την εμφάνιση τους. Ο αέρας μύριζε γύρη και ελπίδα. Οι υπηρέτες είχαν στήσει το τραπέζι με τις ψάθινες καρέκλες στο χορτάρι. Ο Πιότρ και η Νάντια απολάμβαναν βουτήματα με το τσάι τους και η Σβετλάνα καθισμένη παραπέρα, έπαιζε το βιολοντσέλο της. Ενδιάμεσα, το μικρό αγόρι ήταν καθισμένο καταγής και έπαιζε με τα στρατιωτάκια του. Μεραρχίες Ρώσων και Γάλλων βάδιζαν προς μια επική σύγκρουση στο ζεστό χώμα. Ο Μπαλούγιεφ είχε αποφασίσει να ξαναδώσει στον γιο του την ανέμελη, παιδική ηλικία, όπου ο πόλεμος δεν είναι παρά ξένες, μακρινές ιστορίες για παιχνίδι. Δίπλα στο αγόρι, καθισμένη στραβά σε μικρό σκαμνάκι, ήταν η αγαπημένη μαριονέτα του Ντιμίτρι, ο Γάλλος Ουσάρος. Η στολή και το κράνος του ήταν μια καθ’ όλα πιστή απομίμηση της πραγματικής στολής. Έλαμπε καθαρή κάτω από τον μαγιάτικο ήλιο. Το αγόρι ήταν πολύ μικρό για να κατανοήσει το στοιχειωμένο βλέμμα της κούκλας, να νιώσει τον πόνο που σχημάτιζαν τα χαρακτηριστικά της. Ο κουκλοποιός είχε βάλει όλη του την τέχνη για να δώσει ένα αγέρωχο και υπερήφανο ύφος στην έκφραση της μαριονέτας. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι παραπάνω. Μέρα με τη μέρα όμως, με στρατιωτικές μάχες να εξελίσσονται στο χαλί ή στο χώμα, μπροστά στα γυάλινα του μάτια, ο Γάλλος Ουσάρος έλιωνε σαν κερί από την οδύνη.

 

 

Τέλος

About the Artist:

Ντίνος Χατζηγιώργης
Bio:

O Ντίνος Χατζηγιώργης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1963. Ζει στη Χαλκίδα. Απόφοιτος σχολής κινηματογράφου, ασχολήθηκε επαγγελματικά με το σενάριο από το 1988. Το 1994, κέρδισε το Κρατικό Βραβείο Σεναρίου για την ταινία του Γιάννη Τυπάλδου Terra Incognita (1993). Μέχρι το 2005 συνεργάστηκε με στούντιο κινουμένων σχεδίων ως σεναριογράφος, με την Artoon του Νίκου Βεργίτση στην Αθήνα στη σειρά «Πανδώρα και Πλάτωνας», και τη Hahn Film στο Βερολίνο, για τη σειρά «School for Little Vampires». Διηγήματά του έχουν τυπωθεί στο ένθετο «9» της Ελευθεροτυπίας, στο «Φανταστικά Χρονικά», το ελληνικό «Asimov’s», «Συμπαντικές Διαδρομές» και «ΕΦ ΖΙΝ». Το διήγημά του «Πικρό Χώμα» έχει βραβευτεί στον 2ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό του περιοδικού ΥΦΟΣ το 2008. Συμμετείχε σε τρεις ανθολογίες με διηγήματα του φανταστικού: «Προς την Ελευθερία» στη συλλογή Ονείρων Σκιές το 2008, «Χιροσίμα Μπαχαλάκι» στη συλλογή Εφαρμοσμένη Μυθομηχανική το 2014 και «Εξιλέωση» στη συλλογή «Αλλόκοσμοι» (Ρενιέρη, 2017). Κυκλοφόρησε διαδικτυακά την προσωπική ανθολογία τρόμου «Νυχτερινή Παράδοση» το 2011. Το βιβλίο του «Στάχτη στα Μάρμαρα» κυκλοφόρησε το 2019 από τις Εκδόσεις Πηγή, ενώ το 2021, από τις ίδιες εκδόσεις, κυκλοφόρησε το »Ο λύκος της θάλασσας». Το 2020 συμμετείχε στην ανθολογία »Πολεμικές Ιαχές» με το διήγημά του »Κόκκινο Αίμα».

Link
By | 2021-04-22T19:21:41+00:00 Απρίλιος 22nd, 2021|