Ένας Τεξανός ξυλοκόπος στον Καναδά – ΤΡΟΥΦ! (1/4)

/, Scriptorium/Ένας Τεξανός ξυλοκόπος στον Καναδά – ΤΡΟΥΦ! (1/4)

Ένας Τεξανός ξυλοκόπος στον Καναδά – ΤΡΟΥΦ! (1/4)

Ξέρω για ποιο λόγο είσαι εδώ και δεν πρόκειται να σε εμποδίσω, απλά δώσε μου λίγο χρόνο. Απ’ ότι φαντάζομαι, και από τις κραυγές που άκουσα, ξέρω ότι ήδη σκότωσες τους υπηρέτες μου, ξέρω ότι ήρθες για εμένα! Δε θα σε εμποδίσω όταν έρθει η ώρα, αλλά πριν γίνει αυτό άσε με να σου πω πως έγινε και φταίω εγώ για την οργή σου. Δε θέλω να δικαιολογηθώ ή να σε κάνω να αλλάξεις γνώμη, αλλά απλά άσε αυτό τον γέρο να πει μία τελευταία ιστορία προτού εκπνεύσει τα λοίσθια. Μετά θα έχεις χρόνο για την εκδίκησή σου…

Μην με αγριοκοιτάζεις!

Είμαστε μόνοι στο σπίτι, είμαι γέρος, είσαι οπλισμένος… Άραξε!

Τι; Εκνευρίστηκες; Ε, μάθε ότι μου το χρωστάς αυτό, μου χρωστάς ένα παραλήρημα, μην ακούς καν αν δεν θες, μα θα μου δώσεις λίγο χρόνο. Έπειτα από τόσα χρόνια κυνήγι είναι το λιγότερο που μπορείς να μου δώσεις.

Κάτσε και άκου λοιπόν…

Δεν θες να κάτσεις; Όπως νομίζεις. Εγώ ξεκινάω και αν θες άκου, αλλιώς κόψε μια βόλτα και έλα σε καμιά ώρα να με σφάξεις. Δεν θα σε εμποδίσω. Αν πας να με σφάξεις νωρίτερα όμως θα σε εμποδίσω.

Και ξέρεις που οδηγεί αυτό…

Ω ναι, κάποιος θα καταλήξει νεκρός από τους δυο μας απόψε.

Έχεις μια ευκαιρία, μην τα θαλασσώσεις.

Έτσι κι αλλιώς εγώ βαρέθηκα να ζω στο κυνήγι.

Μόκο, λοιπόν, φιλαράκι και άκου. Αν θες μπορείς να θαυμάσεις ή να κάνεις κάποια οξυδερκή παρατήρηση –αμφίβολο μάλλον- ή να σχολιάσεις κάτι.

Μα θ’ ακούσεις την ιστορία μου.

Και μετά έχεις την άδειά μου να με σκοτώσεις!

Δεν είναι δύσκολο να θυμηθώ πότε και πως ξεκίνησαν όλα, αυτό όμως που μου κάνει εντύπωση είναι το πόσο γρήγορα τρέχει ο χρόνος. Θα σου τα πω όλα, με πάσα ειλικρίνεια, για την ψυχοπλάνη και για τα συμπαρομαρτούντα, μα δεν ξέρω πόσα θα καταλάβεις και πόσα θα πιστέψεις. Ή πόσα έχουν και σημασία πια…

Όλα άρχισαν λοιπόν πριν από πενήντα χρόνια, το 2010, στρογγυλό έτος, μα θα το θυμόμουν έτσι κι αλλιώς με όλα όσα συνέβησαν. Θεέ μου, μισός αιώνας αν το καλοσκεφτείς… Τέλος πάντων, ζούσα σε μια μικρή πόλη του Τέξας και τριαντάριζα. Η πόλη λεγόταν Μπράουνσβιλ και είχε όλα όσα χρειαζόταν μία πόλη, για να είναι αρκετά αυτόνομη και να γαλουχεί ανθρώπους μικρόνοες και φοβικούς. Ναι, μεγαλώναμε με τον ρατσισμό και την ξενοφοβία να χτίζεται μέσα από το σπίτι μας από μικρά παιδιά ακόμη, μεγαλώναμε με τον φόβο για τις μεγάλες πόλεις και τους κινδύνους που έκρυβαν, μεγαλώναμε, μα μόνο στο σώμα απ ότι φαίνεται και όχι στη νόηση, όπως θα μάθαινα με τα μεταγενέστερα ταξίδια μου.

Τριαντάριζα όπως προείπα, αυτό όμως δεν με έκανε και τόσο ώριμο αφού η ζωή μου δεν είχε αλλάξει και πολύ από την εφηβεία μου. Είχα παρατήσει το σχολείο στο λύκειο και κορόιδευα τον εαυτό μου ότι ήμουν σωστός ενήλικας, κάνοντας περιστασιακές δουλειές ίσα ίσα για να βγάζω κάποιο χαρτζιλίκι. Χαμάλης, ψιλικατζής, βενζινάς, ντελιβεράς… ότι θες είχα κάνει, μα κάποια στιγμή απλά έριξα τα μούτρα μου και πήγα να δουλέψω με τον πατέρα μου ξυλοκόπος. Έτσι και αλλιώς, ουσιαστικά, εκείνος και η μάνα μου με συντηρούσαν. Κυρίως αυτός δηλαδή, η μάνα μου ήταν άνεργη και αν τις έδινε κανένα ψιλό ο πατέρας της, άλλαζε με την μία χέρια και κατέληγε στην τσέπη μου. Και όταν λέω ξυλοκόπος, μην φανταστείς ότι ο πατέρας ήταν ξυλοκόπος, όχι, μαραγκός ήταν, χρήματα είχε, μα σχεδόν όλα πήγαιναν στην επιχείρηση και στους εργαζόμενους του. Απλά εγώ δούλευα την κορδέλα, την πλάνια και ενίοτε το αλυσοπρίονο ή το τσεκούρι, σε χαμαλίκια από εδώ κι από εκεί.

Άλλο όμως ήταν το πάθος μου…

Φυσικά και ήταν άλλο το πάθος μου δηλαδή, όποτε ήμουν στην δουλειά αναθεμάτιζα. Πες με χασομέρη, πες με τεμπέλη, πες με άχρηστο… πες με ότι θες, μα δεν είχα δικιά μου οικογένεια και στα δικά μου έξοδα ήμουν αρκετά λιτοδίαιτος. Δεν ζητούσα πολλά για να περνάω καλά.

Πού ήμουν, τι έλεγα;

Α, ναι το πάθος μου!

Είχαμε μία μικρή μπάντα μαζί με κάτι φίλους που λες. Ρεμάλια όλοι μας και κάποτε είχαμε βλέψεις για μεγάλα πράγματα. Όνειρα για περιοδείες και τα ρέστα, αλλά όταν κοντεύεις τα τριάντα συμβιβάζεσαι με αυτά που έχεις και αυτό δεν είναι ποτέ εύκολο. Δεν είναι απαραίτητα κακό, απλά είναι δύσκολο. Για κάποιο λόγο δεν ήθελα να κάνω οικογένεια ή να έχω κάποια σταθερή δουλειά. Ποιος ροκάς θα ήθελε κάτι τέτοιο εδώ που τα λέμε; Ήθελα μόνο να μπεκροπίνω, να γαμάω και να ροκάρω. Νύχτα μέρα, εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο, 365 μέρες το χρόνο.

Αυτό θα ήταν το ιδανικό.

Τη ζωή όμως ή τη βρίσκεις ή σε βρίσκει και σε εμένα έγινε το τελευταίο. Ήμασταν σε ένα μπαρ με τα αγόρια και δεν ξέραμε αν παίζαμε για εμάς ή για το γεμάτο μαγαζί, μα νιώθαμε όλοι μας σα θεοί. Είχα κατεβάσει καμιά δεκαριά μπύρες και με εμπειρία δέκα χρόνων καπνίσματος μάλμπορο η φωνή μου ήταν ότι έπρεπε για τις στονεριές που παίζαμε. Ναι, παίζαμε στονεριές και όχι μόνο μέσα στη πόλη. Είχαμε παίξει και έξω και σε δυο τρεις άλλες πόλεις εκεί γύρω, μα όλα ήταν σόου της μιας βραδιάς με τα λεφτά να έχουν εξανεμιστεί μέχρι το βράδυ της επόμενης. Είχαμε παίξει και σε πανηγύρια και σε φεστιβάλ, είχαμε παίξει μέχρι και σε μαγαζιά με συρματόπλεγμα να μας χωρίζει από το κοινό, με μπύρες να σπάνε και καβγάδες να ξεσπάνε ολόγυρα και όσο περισσότερο το μπουρδέλο που δημιουργούσε η μουσική μας, στην αρχή, τόσο πιο πολύ το χαιρόμασταν. Όσο μεγαλώναμε όμως, θέλαμε ένα ήρεμο βράδυ –οι περισσότεροι είχαν και κανονικές δουλειές την επόμενη βλέπεις- και την αμοιβή μας για να τα πιούμε. Είχαμε αρχίσει να φλωρεύουμε…

Το βράδυ όμως που με βρήκε η ‘’ζωή’’ τους είχα πρήξει: θα το καίγαμε για τελευταία φορά. Θα μαστουρώναμε, θα πίναμε τον κώλο μας και το σόου θα ήταν ότι καλύτερο θα είχαμε παίξει ποτέ. Και ας μην ξαναπαίζαμε έπειτα. Ποτέ ξανά…

Που έτσι και έγινε, αλλά για άλλους λόγους.

Την είδα λοιπόν στην άλλη μεριά του μαγαζιού και φοβήθηκα μη κάνω σαρδάμ στα λόγια, μα γρήγορα την χαρακτήρισα στο νου μου σαν απλή χαζογκόμενα για να ηρεμήσω και να συνεχίσω να το παίζω κουλ. Το μεγάλο Ζ είχε έρθει με την μορφή της και από το πρώτο βούλιαγμα στο στήθος ήξερα ότι αυτή δεν ήταν σαν τις άλλες.

Χόρευε υπέροχα και ήταν το τελειότερο πλάσμα που είχα δει ποτέ. Γκομενάκι πρώτης τάξεως. Φορούσε ένα τζιν κομμένο στο ύψος του φερμουάρ και αν φυσούσε δυνατά ίσως να άρπαζε καμία πνευμονία από εκεί κάτω, πιο πολύ φαρδιά ζώνη το έλεγες παρά παντελόνι… Τα καλλίγραμμα μακριά πόδια της οδηγούσαν σε καουμπόικες μπότες με κρόσσια. Το μπλουζάκι της κάλυπτε μονάχα το στήθος της και η κοιλιά της ήταν επίπεδη με ένα σκουλαρίκι στον αφαλό που θα κόλαζε και άγιο. Ήταν ξανθιά, με γαλάζια μάτια και κόκκινα πλούσια χείλη, που όταν μου χαμογέλασε σχεδόν με ανάγκασε να χαμογελάσω κι εγώ σε απόκριση. Μαγευτική και αυτό δε το έλεγα ποτέ τότε για τα μουνιά. Στο τέλος της βραδιάς είχε ιδρώσει από το κοπάνημα και το σταρένιο της δέρμα γυάλιζε σα να είχαμε κιόλας πηδηχτεί. Πράγμα που δεν άργησε να γίνει.

Με ένα μπουκάλι ουίσκι, που μου έδωσε ο μαγαζάτορας επειδή του γεμίσαμε το μπαράκι, πήγαμε στο αμάξι μου και συνεχίσαμε εκεί το παιχνίδι. Η μουσική έπαιζε δυνατά και ήμασταν στο δάσος έξω από τη πόλη, οπότε κανείς δε θα μας ενοχλούσε. Όλα ήταν τέλεια και όταν ήρθε στη μεριά μου, πάνω στη θέση του οδηγού και με καβάλησε τότε πραγματικά ήξερα ότι η ζωή ήταν ωραία.

Πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωθα ερωτευμένος. Δεν υπάρχει καλύτερο συναίσθημα φίλε μου. Η γκόμενα ήταν απλά θεά. Καμία σχέση με τις προηγούμενες περιπέτειές μου. Πραγματική τίγρη. Δε σήκωνε μαλακίες. Αν ύψωνα τη φωνή ή έκανα να τη χτυπήσω μπαρούτιαζε και αφού μου πέταγε ότι έβρισκε μπροστά της άρχιζε τις φάπες και τα μπουκέτα. Δεν παιζόταν. Και μετά πάντα ήθελε σεξ. Χα, απίστευτη!

Την λέγανε Νικόλ και ήταν τέσσερα χρόνια μικρότερή μου. Μπαργούμαν, μα εκείνο το βράδυ είχε ρεπό. Πολύ σέξι, την είχα ξαναδεί παλιότερα, μικρή πόλη βλέπεις, αλλά εκείνη τη χρονιά είχε κάνει πλαστική στο στήθος οπότε την πρόσεξα για κάποιο πολύ συγκεκριμένο λόγο. Δύο λόγους για να είμαι ακριβής, ο γιατρός είχε κάνει τρομερή δουλειά. Χε χε, ναι, το ξέρω ήμουν και παραμένω άθλιος αλλά με τον καιρό την αγάπησα. Και το έφαγα το κεφάλι μου.

Η Νικόλ βλέπεις, ήταν από τις γκόμενες που χτίζονται μέσα σου. Στην αρχή είσαι μέτρια καυλωμένος μαζί της, δεν σε ξετρελαίνει το πρόσωπο ή κάτι συγκεκριμένο μα έχει αυτό το κάτι. Δεν μιλάω τώρα για τα βυζιά της, μα είχε αυτό το απροσδιόριστο κάτι. Ήταν το βλέμμα της -που όταν της μίλαγα ήταν σα να ρουφάει κάθε λέξη- ήταν ο συνδυασμός παιδούλας και γυναίκας κανονικής, ήταν η προσωπικότητά της; Δεν έχω ιδέα. Μα τις επόμενες μέρες μου έγινε σαν εξάρτηση. Ήθελα να την βλέπω καθημερινά. Ήθελα να πηγαίνουμε βόλτες και να μιλάμε. Δεν ήταν μόνο το σεξ, ήταν όλη της η ύπαρξη. Με έκανε να νιώθω όπως καμία δεν με είχε κάνει να νιώσω στο παρελθόν. Και μπορεί όταν κοιτούσα το πρόσωπό της να μην έλεγα ότι είναι το δεκάρι το καραμπινάτο, μα χτιζόταν μέσα μου η ομορφιά της. Χτιζόταν μέσα από την πανέμορφη προσωπικότητά της και μαζί με αυτήν, χτιζόταν και κάτι άλλο. Ο έρωτας, η αγάπη, δεν ξέρω, μια πληθώρα συναισθημάτων. Και όταν χτίστηκε για τα καλά αυτό το πράγμα, δεν υπήρχε καμία άλλη για εμένα, δεν είχα μάτια για άλλη, θα πέθαινα για εκείνη στη στιγμή.

Φυσικά αυτά δεν τα είχα εκφράσει, έκανα την φάση μας να φαίνεται ότι στηρίζεται στο σεξ και μόνο. Μα θα το είχε καταλάβει. Χα τι λέω, σίγουρα το είχε καταλάβει… Η γυναίκα ήταν τσακάλι!

Θυμάμαι λοιπόν, λίγους μήνες μετά, ήταν βράδυ τετάρτης Ιουλίου. Κοιτούσαμε τα πυροτεχνήματα και κατεβάζαμε ένα μπουκάλι βότκα και παγωτό σοκολάτα, ξαπλωμένοι πάνω σε ένα κόκκινο σεντόνι. Ήμασταν έξω από τη πόλη, είχαμε υπέροχη θέα, πίσω μας το δάσος, από κάτω μας το γρασίδι και το αμάξι να παίζει στη διαπασών ροκιές του ογδόντα χωρίς να με απασχολεί αν θα έμενα από μπαταρία.

Ήμουν μαζί της και ένιωθα θεός.

Ήταν περίεργη όμως, σιωπηλή, σκεπτική. Δεν ήταν η συνηθισμένη Νικόλ. Δεν ήταν η Νικόλ που είχα μάθει, η Νικόλ μου. Όταν τη ρώτησα τι είχε, εκείνη δεν ήθελε να μου πει και με τα πολλά της το έβγαλα με το τσιγκέλι.

Και όταν μου είπε ένιωσα σα να έπεσε μια βόμβα…

Είχε κάνει τεστ εγκυμοσύνης και είχε βγει θετικό. Την ρώτησα αν ήταν δικό μου το μωρό και μου είπε να μη κάνω το χαζό, αυτό εννοούταν. Τη ρώτησα αν ήταν σίγουρη και μου είπε πως ναι. Ρώτησα αν ήταν 100% σίγουρη και μου είπε πως τον τελευταίο καιρό ένιωθε σκατά. Τι ρώτησα σαν κλασσικός άντρας της εποχής μου: τι κάνουμε τώρα κι εκείνη μου δήλωσε ορθά κοφτά πως το μούλικό μου δε θα το πέταγε.

Έπλεξε τα χέρια κάτω από το στήθος της και πήγε στο αμάξι. Έκατσε στη μεριά της και έκλεισε τη μουσική. Ήθελα να την αρχίσω στα μπινελίκια αλλά είχα παγώσει. Τι να έκανα; Δεν ήμουν έτοιμος για τέτοιες ευθύνες! Την αγαπούσα όμως που να πάρει. Μάζεψα το σεντόνι και τα πράγματα, τα πέταξα στο πορτ μπαγκαζ κάνοντάς το περισσότερο μπουρδέλο απ’ ότι ήταν και μπήκα μέσα βροντώντας τη πόρτα.

Την οδήγησα σιωπηλά μέχρι τη πόλη και μου κρατούσε μούτρα σα να ήταν κανά πεντάχρονο. Όταν την άφησα έξω από το σπίτι των γονιών της τής είπα ‘’οκέι’’. Με ρώτησε ‘’τι οκέι;’’. Της είπα ‘’θα το κρατήσουμε το γαμημένο γιατί σε λατρεύω που να πάρει’’. Χαμογελαστή έσκυψε μέσα, μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί και έφυγε κουνώντας μέσα στη χαρά της αυτό τον υπέροχο κώλο της.

Αχ, κάποτε έπρεπε να τελειώσουν τα παιχνίδια, μα αυτό δυστυχώς έγινε πολύ γρήγορα. Πάρα πολύ γρήγορα, ένιωθα λες και όλα έτρεχαν γύρω μου εκείνο τον καιρό, ήταν λες και η κοιλιά της δεν μεγάλωνε αργά και σταδιακά, μα φούσκωσε και ξεφούσκωσε σε χρόνο ντε τε, πετώντας έξω μια μπεμπούλα. Και εννιά μήνες μετά την συζήτηση, που είχε σφραγιστεί με γεύση σοκολάτας και βότκας στα στόματά μας με εκείνο το πεταχτό φιλί, ήμουν ένας χαζομπαμπάς δίχως δουλειά, δικό μου σπίτι ή κάποιο αξιόλογο μέλλον για να διασφαλίσω την οικογένειά μου.

Μέσα σε αυτούς τους εννιά μήνες, από το σπίτι μου ακολούθησε η γνωστή γκρίνια και οι ήδη τεταμένες σχέσεις με τον πατέρα μου έσπασαν εντελώς. Όταν παρατεντώνεις το σκοινί λογικό είναι ότι θα σπάσει. Μέχρι τότε ζούσα στο γκαράζ, όπου υπήρχε ένα μικρό κρεβάτι και το στερεοφωνικό μου. Εκεί κάναμε πρόβες με τα παιδιά κι εκεί πάρκαρα το αμάξι μου μια στο τόσο, στις αναπάντεχες κακοκαιρίες. Όταν όμως ο πατέρας μου έμαθε για το γάμο και το γκάστρωμα –και δυστυχώς όχι με αυτή τη σειρά- με έδιωξε με τις κλωτσιές. Ο γάμος ήταν κλειστός και μόνο οι μητέρες μας και κάποιοι φίλοι ήταν παρόντες. Οι πατέρες μας μισιούνταν πια και αν συναντιούνταν στον δρόμο ή δεν κοιτάζονταν ή προσπερνούσαν με ταχύτητα ο ένας τον άλλον μουρμουρίζοντας βρισιές. Ο γέρος της Νικόλ με θεωρούσε αλήτη και πούστη, ενώ ο δικός μου θεωρούσε την Νικόλ ξετσίπωτη και πουτάνα. Και οι δύο δεν μιλούσαν στα παιδιά τους και οι δύο ακούγανε τα ίδια παρακάλια από τις γυναίκες τους για συμφιλίωση. Φαντάσου το λίγο, η μάνα μου να υποστηρίζει τη Νικόλ, η μάνα της Νικόλ να υποστηρίζει εμένα και να συναντάνε το ίδιο τείχος και την ίδια κρυάδα. Α, ναι, και οι δυο μας έλεγαν κακομαθημένα κωλόπαιδα και ότι ήμασταν τελικά κλασικά μοναχοπαίδια! Τόσο όμοιοι και τόσο μίσος να τους χωρίζει… Ήταν κάπως αστείο αν το σκεφτείς, μα τότε μας σπάραζε την καρδιά. Υπήρχε αγάπη που να πάρει, δεν ήμασταν κωλόπαιδα και το μικρό θα το λατρεύαμε με το που θα έσκαγε μύτη. Έγινε ο γάμος, μα δεν θελήσαμε δώρα, μόνο κάποια χρηματική βοήθεια, αν ήθελαν. Με αυτή, με κάτι μικροοικονομίες που είχα στην άκρη και με την βοήθεια της μάνας μου και της μάνας της Νικόλ βρήκαμε ένα μικρό τροχόσπιτο και παλέψαμε για ένα διάστημα να τα φέρουμε πέρα. Όταν όμως γεννήθηκε και η μικρή τότε καταλάβαμε ότι όντως τα πράγματα ήταν σοβαρά. Τα φέρναμε δύσκολα πέρα και αναγκάστηκα να πουλήσω και τη μάστανγκ μου για να βγάλουμε κανα δυο μήνες αξιοπρεπώς. Όταν οι καβγάδες και η γκρίνια άρχισαν και μέσα στο τροχόσπιτο, που για ένα μικρό διάστημα ήταν το καταφύγιό μας, ήξερα ότι έπλεα πια σε βαθιά νερά και αν δεν έκανα κάτι θα πνιγόμουν.

Ένα βράδυ έπινα στο μπαρ που δούλευε η Νικόλ, περιμένοντας το σχόλασμά της, όταν με προσέγγισε ένας φίλος από τη δουλειά. Ο πατέρας μου είχε απαγορεύσει σε όλους τους εργαζόμενούς του να μου μιλούν, απειλώντας τους με απόλυση αλλά πάλι καλά δεν χώνευα κανέναν από εκεί. Εκτός από τον Τζον. Καλό παιδί ο Τζον. Με πλησίασε λοιπόν σα να τον κυνηγούσαν και μου μίλησε για μία εποχιακή δουλειά στον Καναδά. Κοιτούσε πάνω από τον ώμο του όσο μου μιλούσε και ένιωθα λες και κάναμε κάποια συναλλαγή για ντρόγκια. Ήταν πολύ περίεργος, ο πατέρας μου είχε σφίξει πολύ το ζωνάρι και τους είχε και με το μαστίγιο. Τέλος πάντων, αυτό που έχει σημασία δεν είναι το πώς μου τα είπε αλλά το τι μου είπε. Και είπε ότι οι έξι μήνες του χειμώνα και του φθινοπώρου εκείνης της χρονιάς της ζωής μου άξιζαν 30.000 δολάρια. Στην ξενιτιά, που λέει ο λόγος βέβαια, μα πολύ καλή ευκαιρία για να είναι αληθινή.

Το συζήτησα με τη Νικόλ και έπειτα από δάκρυα και φωνές είδαμε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση. Θα ξύλιαζα –χαχα να κι ένα λογοπαίγνιο που αν δεν ερχόμουν Ελλάδα δεν θα το μάθαινα ποτέ- θα έχανα έξι μήνες από το μεγάλωμα της κόρης μου, θα έτρωγα κατάρες από τους πατέρες μας, αλλά τα λεφτά ήταν σχεδόν ονειρικά στη κατάσταση που βρισκόμασταν και τα είχαμε ανάγκη.

Οπότε έφυγα για τον Καναδά και εκεί όλα έγιναν ένα μπουρδέλο…

Και μπορεί να έχω χρησιμοποιήσει ήδη πολλές φορές αυτή την λέξη, μα πραγματικά, δεν έχεις ιδέα. Ή μάλλον έχεις! Γιατί στον Καναδά ήρθα σε επαφή με την φάρα σας και ήρθε η ζωή μου τούμπα.

Ο Καναδάς, όπως ίσως να ξέρεις, διαφημίζεται σαν μία χώρα γεμάτη φλώρους και καλοπροαίρετα ανθρωπάκια. Ε λοιπόν, η όψη που είδα ήταν ακριβώς η αντίθετη, πιο δύστροπους μαλάκες δεν είχα συναντήσει ποτέ στην ζωή μου και σκέψου, ήξερα τον πατέρα μου από την ανάποδη, πιο πολύ από την καλή μεριά του. Ίσως όμως να έπεσα στην εξαίρεση και όχι στον κανόνα. Δεν ξέρω…

Έκλεισα τα εισιτήρια και μέχρι την τελευταία μέρα προσπαθούσα να μην σκέφτομαι το ταξίδι και όσα θα έπονταν. Εκείνες της μέρες της αναμονής λοιπόν, κοιμόμουν τις πρώτες πρωινές ώρες, έπαιζα με το μωρό, ξύπναγα αργά το μεσημέρι και ρεμπέλιαζα γενικά. Η μέρα όμως πλησίαζε και όσο και αν προσπαθούσα να το ξεχάσω, η σκιά ήταν εκεί όταν έπινα, έτρωγα ή έκανα σεξ με την γυναίκα μου. Την περίμενα να επιστρέψει από την δουλειά κάθε βράδυ, κάναμε έρωτα προσπαθώντας να μην ξυπνήσουμε την μικρή και κοιμόμασταν αγκαλιά. Μιλούσαμε για τα πάντα, μα όχι για το ταξίδι.

Όταν ήρθε όμως το πρωινό του ταξιδιού, ετοίμασα έναν χακί σάκο και παράχωσα μέσα κάμποσα ρούχα, βιαστικά για να ξεμπερδεύω και με αυτό. Φίλησα στο μέτωπο την Κλάριτυ που με αποχαιρέτησε με ένα αγκού του δικού της ‘’μπλαμπλέ’’ -όπως λέγαμε με την Νικόλ- και ετοιμάστηκα να φύγω.

Έξω από το τροχόσπιτο με περίμενε η σκυθρωπή Νικόλ και μου είπε διστακτικά: «Ελπίζω όλο αυτό να στρώσει κάπως τα πράγματα…»

«Να είσαι σίγουρη γι’ αυτό μωρό μου.» της απάντησα χαμογελώντας αλαζονικά, δίχως να πολυπηγαίνω τους αποχαιρετισμούς.

«Σόρυ ρε συ αν ώρες ώρες κάνω σα τρελαμένη σκύλα.» είπε δίχως ακόμα να με κοιτά στα μάτια, αξιολάτρευτη σα μικρό κοριτσάκι.

«Μωρό μου σε αγαπάω επειδή είσαι μια τρελαμένη σκύλα.»

Χαμογέλασε διστακτικά και με κοίταξε δαγκώνοντας το κάτω χείλος της προς στιγμήν.

«Κι εγώ σε αγαπάω.» μου ψέλλισε και ήξερα ότι εννοούσε κάθε λέξη.

Την βούτηξα από την μέση και την φίλησα και ανταποκρίθηκε με πάθος. Μου ψιθύρισε στο αυτί: «Σίγουρα δεν έχουμε χρόνο να κάνουμε το ζώο με τις δύο πλάτες;» και γελώντας της είπα: «Όλα μας τα λεφτά πήγαν στα εισιτήρια, αν χάσω το αεροπλάνο την γαμήσαμε και όχι με τον τρόπο που θες…»

Εκείνη κατένευσε και μου είπε ξαφνικά, σα να το θυμήθηκε μόλις: «Σου έχω ένα δώρο!»

Απόρησα με γνήσια έκπληξη, ήξερα ότι τα οικονομικά μας ούτε ένα πακέτο τσιγάρα δεν μας επέτρεπαν για δώρο, μα την είδα να τρέχει μέσα και να επιστρέφει με κάτι πίσω από την πλάτη της.

«Αυτό είναι για εσένα.» μου έκανε και μου έδωσε ένα τσεκούρι. «Για καλό ξεκίνημα στη νέα σου δουλειά.»

Την φίλησα και άκουσα το κορνάρισμα από το φορτηγάκι του Μάικ. Την άφησα και την άκουσα να μου λέει: «Σε λατρεύω ρε πούστη!»

«Κι εγώ μωρή πουτάνα!» της φώναξα και γελώντας μπήκα στο φορτηγάκι του ντράμερ μας. Έτσι κοροϊδεύαμε τους πατέρες μας, προσπαθούσαμε να γελάσουμε με το τραγικό της κατάστασης… Ώρες μετά ήμουν στο Καναδά, την επόμενη κιόλας έπιανα δουλειά και τρείς μήνες μετά από αυτό, το τσεκούρι που ήταν το τελευταίο δώρο της γυναίκας μου, βαφόταν με αίμα.

Βλέπω το γυάλισμα στα μάτια σου φίλε μου και ξέρω ότι αυτό δεν θέλεις να το ακούς να αναφέρεται ελαφρά τη καρδία, μα σε βεβαιώνω: μόνο έτσι δεν αναφέρεται. Πόνεσα για όσα έκανα εκεί και το πλήρωσα. Μπορεί όχι άμεσα, μα μέσα στο πλήρωμα του χρόνου μετάνιωσα για κάθε έναν από εσάς που έσφαξα σα να ήταν ζώο ή κάτι κατώτερο από αυτό.

Ας μην προτρέχω όμως…

Το ταξίδι ήταν κουραστικό, πολύωρο και βαρετό. Έφτασα στο αεροδρόμιο και από εκεί με παρέλαβαν τρεις μπρατσωμένοι τύποι που με οδήγησαν στον καταυλισμό του εργοταξίου που θα δουλεύαμε. Μου έδειξαν την κουκέτα μου και παραήμουν κουρασμένος για να πιάσω κουβεντούλες με τους άλλους εργάτες που ήταν εκεί. Ξεράθηκα στον ύπνο λοιπόν και την επόμενη ξύπνησα προτού χαράξει και με οδήγησαν στο αφεντικό.

Δεν θα σε κουράσω με τα διαδικαστικά, ούτε με αυτή την δουλειά ούτε με τις επόμενες που ίσως να ξέρεις. Με κυνηγήσατε όπου κι αν ήμουν και ξέρω ότι γνωρίζεις όλα τα επαγγέλματα που έχω κάνει. Θα σου πω όμως γρήγορα όσα μου πήραν μέρες και μήνες, για να επιταχύνω προς το ζουμί της ιστορίας.

Αφού αποφάσισες να με ακούσεις θα μοιραστώ μαζί σου όλα όσα οφείλεις να ξέρεις. Χαίρομαι που κάθισες, άραξε, σα το σπίτι σου… Σπάνια ένας γέρος βρίσκει ακροατήριο που να ενδιαφέρεται να ακούσει, πόσο μάλλον όταν ανοίγει την καρδιά του και μιλάει για πράγματα που τον στοιχειώνουν τόσα χρόνια και δεν τα έχει πει πουθενά…

Ο Άντριους Κλέυ, το αφεντικό που λες, μου έδειξε τα κατατόπια. Το εργοτάξιο χωριζόταν σε μέρη: ήταν οι κοιτώνες μας και το γραφείο, το εστιατόριο και οι εξωτερικές τουαλέτες. Πέρα από αυτά υπήρχαν οι αποφλοιωτήρες, οι αποθήκες, και τα πάρκιν των φορτηγών. Με τον καιρό έμαθα ότι υπήρχε και ελικοδρόμιο στην άλλη άκρη του ποταμού, ενώ ο ποταμός που κατέληγε σε εμάς ήταν η γρήγορη λύση για να παραμένει το ξύλο ζωντανό με τους χυμούς του και ο ευκολότερος τρόπος μεταφοράς.

Εκεί φυσικά υπήρχε ένα θεματάκι: μερικές φορές οι κορμού έφραζαν την ροή του ποταμού και ή υπήρχε ένας τυπάς με ένα μακρύ ξύλο που στην άκρη του είχε ένα τσιγκέλι για να ξεφράξει το ρέμα ή ‘’ένας τρελός-λαγός’’ όπως τους έλεγαν, ο οποίος έβαζε δυναμίτη και ευχόταν το φιτίλι να ήταν αρκετά μακρύ για να προλάβει να επιστρέψει πίσω. Όλα αυτά περπατώντας πάνω στους κορμούς με τον κίνδυνο να πέσεις μέσα στο νερό και να πεθάνεις από ασφυξία, αφού το ενδεχόμενο να βγεις στην επιφάνεια ήταν μηδαμινό. Αλλά αν δεν πήγαινες από αυτό στον Άγιο Πέτρο, υπήρχε πάντα το ενδεχόμενο να σου έρθει ένας κορμός στο κεφάλι από την έκρηξη, εφόσον πετάγονταν μέτρα στον αέρα. Οι στατιστικές μέχρι και πριν λίγες δεκαετίες, προτού πιάσω δουλειά εκεί, έδειχναν ότι ένας ξυλοκόπος πέθαινε την μέρα. Κάθε μέρα! Για τουλάχιστον δύο αιώνες!

Όπως φαντάζεσαι ήδη ένιωθα το στομάχι μου να δένεται κόμπος. Μου είπε ότι το τσεκούρι μου δεν θα μου χρειαζόταν την πρώτη μέρα και με οδήγησε στην άκρη της κατασκήνωσης. Εκεί μου γνώρισε τον Τζακ και μου είπε ότι οι δυο μας θα κόβαμε με πριόνι κάποια δέντρα.

«Πρώτη σου μέρα;» είχε ρωτήσει ο Τζακ απλά όταν ο Άντριους μας άφησε.

«Ναι.» απάντησα το ίδιο απλά, κοιτώντας τον με το ένα μάτι όπως με κοιτούσε κι εκείνος.

«Ένα θα σου πω: πολύ καφέ! Λίγο αν ‘’κοιμάσαι’’ στην ώρα της δουλειάς πέθανες. Δεν υπερβάλλω, μερικές φορές το δέντρο το κόβεις και ελπίζεις να πέσει από την μία μεριά, μα κλωτσάει και πέφτει από την άλλη. Αν δεν σε πλακώσει μπορεί να σου σπάσει τα μούτρα ή να σε αφήσει ανάπηρο με το σπάσιμό του. Τα μάτια σου ανοιχτά το λοιπόν και καφέ.»

«Έγινε, φχαριστώ.» του έκανα σοβαρός και κινήσαμε μέσα στο δάσος.

Βρήκαμε ένα πριόνι και εκείνος το άρπαξε από την λαβή της μίας μεριάς ενώ εγώ από την λαβή της άλλης. Και δώστου. Στην αρχή ήμασταν τόσο ασυγχρόνιστοι που ο Τζακ άρχισε να με βρίζει, δεν το πολύ είχε το θέμα με την υπομονή. Απόρησα γιατί δεν χρησιμοποιούσαμε αλυσοπρίονα, μα αργότερα έμαθα ότι πέρα από καψόνι για να μάθεις τα εργαλεία, ήταν και είδος δέντρου που το αλυσοπρίονο το καταστρέφει. Ηλίθιο ξύλο το σάμπα, πολύ μαλακό, η καρμανιόλα που χρησιμοποιούσαμε ήταν ότι έπρεπε, δεν το θρυμμάτιζε.

«Όταν σπρώχνω τραβάς και όταν τραβάω σπρώχνεις, ξύπνα ζώο!» ούρλιαξε λοιπόν και έτσι έγινε. Αυτές ήταν οι οδηγίες. Τέρμα οι κουβέντες. Με τις ανάσες μας να δίνουν τον ρυθμό και τις εκπνοές μας να κρατούν το τέμπο. Δέκα δέντρα μετά είχε αρχίσει να σουρουπώνει, τα χέρια μου είχαν καταματώσει και το σώμα μου υπέφερε. Επιστρέψαμε κι εγώ ήμουν ξεθεωμένος. Έφαγα όπως όπως και ξεράθηκα στον ύπνο.

Με ξύπνησαν δέκα ώρες μετά και ένιωθα σα να είχα κλείσει τα μάτια μου πέντε λεπτά μόλις. Ολόκληρο το σώμα μου ήταν πιασμένο και πονούσα παντού. Ο Τζακ μου είπε ότι αν άφηνα το πιάσιμο και ντάντευα το σώμα μου, ο πόνος δεν θα έφευγε ποτέ, η δουλειά ήταν η καλύτερη λύση. Είδα τα χέρια μου και οι παλάμες ήταν σα ξεσκισμένες. Μου πέταξε ένα ζευγάρι γάντια και μου είπε να φυτρώσω αρχίδια. Και πάλι στο δάσος και πάλι δέκα δέντρα. Και με τον πόνο στο κεφάλι μου συνεχώς να καλπάζει και ο Τζακ απλά να μου λέει να πάρω καμιά ασπιρίνη για να χωθούμε και πάλι. Τρίτη μέρα το ίδιο, με τον πονοκέφαλο να τον καταπολεμώ με ασπιρίνες. Τέταρτη μέρα το ίδιο, πέμπτη μέρα είχα αρχίσει να παίρνω το κολάι και ο πονοκέφαλος είχε χαθεί. Δεν θα σε κουράσω με λεπτομέρειες. Πέρασαν οι βδομάδες και πέρασα από το πριόνι στο αλυσοπρίονο και την θέση του Τζακ την πήρε ο Μπιλ. Άλλος τρελάρας. Με έμαθε να το χειρίζομαι σαν επέκταση του χεριού μου και μετά συνεχώς μου ούρλιαζε να κάνω πιο γρήγορα και να μην ‘’κοιμάμαι’’. Από τον πρώτο μήνα την σιχάθηκα αυτή την ατάκα, όλη την είχαν καραμέλα εκεί πέρα. Εγώ δεν μίλαγα όμως, σκεφτόμουν τα λεφτά και μέσα μου έβραζα.

Θα σε πάω στην επίμαχη μέρα το λοιπόν. Ήμουν εκεί ήδη τρεις μήνες και είχα μάθει πια τα κατατόπια, το σώμα μου είχε χτιστεί και μερικές φορές απλά με έβαζαν να κόβω κούτσουρα και να τα πηγαίνω με το φορτηγάκι στην κοντινή πόλη. Γι αυτό χρησιμοποιούσα το δώρο της Νικόλ. Αυτή ήταν και η πιο χαλαρή δουλειά, με τα πιο εύκολα λεφτά για την επιχείρησή μας και αν ήμουν με καλό αφεντικό να με επιβλέπει, ξεμπερδεύαμε γρήγορα και αράζαμε για καμιά μπύρα σε ένα από τα μαγαζάκια της μικρής πόλης.

Το κόψιμο κούτσουρων ήταν πραγματικά υπέροχο, με λίγα κοψίματα και ελάχιστη κούραση γέμιζες ολάκερες στοίβες. Δούλευες ένα τρίωρο και μετά ασχολιόσουν με μαλακίες γραφειοκρατικά. Ήμουν από τους παλιούς πια και κάποιοι με συμπαθούσαν. Και έχοντας παλιώσει είχα εκτιμήσει κι εγώ το τι κάναμε εκεί πέρα. Τους πρώτους μήνες ένιωθα ότι κάνω το πιο ανούσιο πράγμα στο σύμπαν, ‘’ζώα του δάσους’’ μας έλεγα, μα αυτό άλλαξε κάπως με τον καιρό.

Το κόψιμο του ξύλου ρε φίλε είναι γενικά ηδονή. Η καταστροφή της φύσης για όποια οδό κι αν πάρει αργότερα δεν με ενθουσίαζε τόσο σαν ιδέα, αλλά το σφίξιμο του σώματος, το τέντωμα των μυών σα να είναι σκοινιά, ο ιδρώτας, το κάψιμο του κορμιού λόγω της δουλειάς και η μυρωδιά… Αχ, η μυρωδιά του ξύλου που κόβεται και αυτή από το φρέσκο πριονίδι είναι ηδονή φίλε μου. Αν υπάρχει καλύτερη μυρωδιά είναι αυτή από τους χυμούς μιας γυναίκας εκεί κάτω της ή ενός καλού πιάτου φαγητό έπειτα από μεγάλη πείνα. Μα η μυρωδιά του ξύλου είναι απλά υπέροχη, από τις αγαπημένες μου, δεν την αλλοίωσε ακόμα και η μνήμη όλων όσων ακολούθησαν…

Και όσο για την δουλειά, ναι, το παραδέχομαι, όταν φυτρώσεις αρχίδια και αναλάβεις τις ευθύνες σου, αντρωθείς με αυτή και την δεις σα σύμμαχο και όχι σαν εχθρό, είναι ο καλύτερός σου φίλος. Βλέπεις τι αξίζεις από το τι βγάζεις, πόσα πιάνουν τα χέρια σου και πόσο κόβει το μάτι σου, από τι είσαι φτιαγμένος και από τι δεν είσαι. Ειδικά σαν χειρώνακτας που ήμουν εκείνη την περίοδο, η εκτίμηση για όλους αυτούς τους ανθρώπους μεγάλωσε μέσα μου απίστευτα. Μια ζωή τους θεωρούσα ηλίθια, αμόρφωτα ζώα, δίχως να σκέφτομαι τις καταστάσεις και το τι τους οδήγησε εκεί, μα ένα σου λέω: όλοι τους είναι εν δυνάμει φιλόσοφοι. Ακόμα και το μεγαλύτερο αρχίδι στην δουλειά, θα σου πέταγε μια ατάκα, με λεξιλόγιο ίσως και φτωχότερο από το δικό μου, μα θα σε άφηνε στο τόπο.

Ξέρεις γιατί;

Νομίζεις ότι όταν δουλεύεις με το σώμα ο νους αδρανεί; Τα κάνεις όλα μηχανικά και αποβλακώνεσαι; Δεν στροφάρεις γι αυτό είσαι μέσα στα πριόνια και τις οικοδομές και τα σίδερα και το οτιδήποτε; Λάθος φίλε μου! Είσαι απίστευτα μόνος και έχεις μόνο εσένα και το κεφάλι σου για παρέα. Είσαι όλη την μέρα μέσα στο κεφάλι σου, ειδικά αν ξέρεις την δουλειά και τα χέρια σου κινούνται ‘’μηχανικά’’ όπως πιστεύεις, τότε κι αν σκέφτεσαι τα πάντα. Όλη σου τη ζωή, όλα σου τα λάθη, όλα όσα έχασες ή κέρδισες, αναπολείς, αναλύεις και είσαι ολομόναχος μέσα στο κεφάλι σου. Γι αυτό οι περισσότεροι πίνουν: δεν αντέχουν όσα βρίσκουν εκεί μέσα. Αν βέβαια απορροφηθείς πολύ, ε, ξέρεις τι παίζει με τα ατυχήματα…

Αλλά τι έλεγα ρε γαμώτο; Α, ναι!

Εκείνη την μέρα λοιπόν, έκοβα αμέριμνος τα κούτσουρά μου, όταν είδα έναν περίεργο ανθρωπάκο να πηγαίνει στο γραφείο του Άντριους. Ο τυπάς ήταν αδιάφορος: κοντόχοντρος με μουστάκι και κοστούμι σα δικηγόρος. Από πίσω του είχε έναν μπρατσωμένο τυπά με το όπλο του να φαίνεται στο πλάι του στρατιωτικού του παντελονιού. Πολύ περίεργο σκέφτηκα, μα συνέχισα την δουλειά μου.

Και τις σκέψεις μου φυσικά: σκεφτόμουν τα πρώτα ραντεβού και το πόσο μου είχε λείψει το σώμα της γυναίκας μου. Όχι μόνο το γαμήσι αλλά και οι αγκαλιές και τα πειράγματα και όλα. Ήταν σαν γατί ρε γαμώτο, ήταν υπέροχη και μου έλειπε πολύ περισσότερο απ ότι μου λείπει τώρα. Μπορεί να είχα συνηθίσει τη δουλειά μα κάθε μέρα μέσα μου η οργή έβραζε με ασίγαστη φλόγα, ακόμη ένιωθα ότι έχανα χρόνο από το μεγάλωμα της μικρής και μου έλειπαν σε βαθμό αρρώστιας. Το ξέρεις αυτό το συναίσθημα, αυτό το ηλίθιο μα και όμορφο συναίσθημα; Να είναι σα να κρατάει ο άλλος ένα κομμάτι σου και εσύ δίχως αυτό νιώθεις μισός, άχρηστος, ανάπηρος σωματικά και ψυχικά; Μάλλον υποθέτω ότι κρατά την καρδιά σου και γι αυτό νιώθεις αυτή την ανησυχία και την ανάγκη να την πάρεις πίσω…

Αχ, δεν ξέρω, μωρολογήματα γέρου…

Έπειτα από λίγο που λες, είδα τον τυπάκο να έρχεται προς το μέρος μου, με τον Άντριους να προπορεύεται. Χαμογελούσε ο Άντριους, μα ήταν κάπως περίεργος, δεν μπορούσα όμως να καταλάβω μεμιάς τι έπαιζε.

«Άλεκ εξαιρετικά νέα!» μου έκανε.

«Τι είναι Άντριους;» ρώτησα βαριεστημένα.

«Ο κύριος Νεκρόφσκι από εδώ αγόρασε ένα παλιό οίκημα στην άλλη μεριά του δάσους και αγόρασε ένα φορτηγό κούτσουρα για κάψιμο ενώ σκέφτεται να επενδύσει και στην επιχείρησή μας.» μου εξήγησε και η χαρά του με διασκέδαζε.

«Γουστάρεις ξυλεία μαν μου;» ρώτησα ειρωνικά τον κοντόχοντρο άντρα που με κοιτούσε με ένα παράξενο χαμόγελο καρφωμένο στο πρόσωπό του.

«Έλα, έλα τώρα χαζομάρες.» έκανε αμήχανος ο Άντριους. «Λοιπόν, φορτώστε ένα φορτηγό και θα σου δώσω τον χάρτη για εκείνο το μέρος.»

«Γιατί να μην ακολουθήσω τα παλικάρια, εγώ παίζει να χαθώ, δεν τα ξέρω τα μέρη.» έκανα εύλογα.

«Έχουμε άλλες δουλειές να προσέξουμε.» είπε ο Νεκρόφσκι και η προφορά του ήταν βαριά και μπάσα. «Είναι εύκολο να το βρείτε, δεν θα χαθείτε.» μου έκανε στον πληθυντικό και κατένευσα.

Φώναξα δυο τρεις πιτσιρικάδες που μόλις είχαν έρθει στην δουλειά και δεν ήθελα να περάσουν το μανίκι που είχα περάσει κι εγώ και με βοήθησαν με το φόρτωμα. Πήγα στο γραφείο μετά από κάμποση ώρα να πάρω τα ανάλογα χαρτιά και τα συμπαρομαρτούντα.

Και εκεί άρχισαν να γίνονται περίεργα τα πράγματα και θα έπρεπε να μου ξινίζει η φάση, μα όσο δούλευα ήμουν στον αυτόματο, σκεπτόμενος μόνο το παραδάκι στο τέλος της σεζόν. Και υπάκουσα ο βλάκας δίχως πολλά πολλά. Όσο σκέφτομαι αυτή την στιγμή και πως θα έπρεπε να του κατεβάσω τα μούτρα… Τέλος πάντων, μην προτρέχω.

Μπήκα στο μικρό γραφειάκι του Άντριους και του είπα ότι το φορτηγό ήταν έτοιμο να ξεκινήσει. Ρώτησα ποιους να έπαιρνα μαζί μου, να με βοηθήσουνε με το ξεφόρτωμα.

«Κανέναν.» μου έκανε απλά και είχε πάλι εκείνη την απροσδιόριστη έκφραση πίσω από την μάσκα σοβαρότητας, αυτό που αργότερα μου έδωσε να καταλάβω ότι κάτι μου έκρυβε και ίσως να τον έζωναν και οι τύψεις…

«Τι εννοείς;»

«Έχουν δικούς τους ανθρώπους και θα σε βοηθήσουν εκείνοι στο ξεφόρτωμα, δυστυχώς σήμερα τους χρειάζομαι όλους εδώ, έχουμε πολλή δουλειά.»

«Πολύ δουλειά δεν έχουμε και το ξέρεις Άντριους, εσύ απλά θες να μας τρέχεις. Αλλά εντάξει, αν είναι όλοι ντούκια σαν τον μπράβο του Μπαμπούσκα τότε δεν θα είναι θέμα.»

«Νεκρόφσκι».

«Το ίδιο μου κάνει. Έχεις τον χάρτη;»

«Πέρασε ο πιτσιρικάς του Τζακ τον προορισμό στο gps. Ξέρεις πως λειτουργεί αυτό το μαραφέτι;»

«Ε απλά θα το κοιτάω και θα μου πει φτάσατε, σα βιντεοπαιχνίδι είναι…»

«Αχ, αυτός ο κόσμος πέρα από τα δάση γίνεται όλο και πιο δυσνόητος για εμένα.» έκανε με έναν απίστευτα βαρύθυμο τρόπο, λες και δεν μίλαγε μόνο για το μηχάνημα στο καντράν του φορτηγού.

«Πολύ ποιητικός γίνεσαι με τα γεράματα Άντριους. Έχεις τα χαρτιά;»

«Αν φτάσεις στην ηλικία μου ίσως να παραληρείς κι εσύ άνευ λόγου.» μου είπε και μου έδωσε τα χαρτιά και έφυγα. Δεν είναι αστείο; Είμαι αυτή την στιγμή δεκαπέντε χρόνια γηραιότερος απ’ ότι ήταν τότε ο Άντριους και ακόμα τον σκέφτομαι σοφότερο και πιο γερασμένο από εμένα. Είχε δίκιο όπως βλέπεις.

Ας συνεχίσω όμως…

Μπήκα στο φορτηγάκι και ο Τζίμι, ο γιος του Τζακ, είχε ήδη κουρντίσει το ρημαδόπραμα. Προσπάθησε να μου εξηγήσει πώς να το φτιάξω κι εγώ μετά για να επιστρέψω, μα δεν πολυσκάμπαζα από αυτά και δεν ήθελα να ασχοληθώ. Του είπα ότι θα πρόσεχα την διαδρομή και θα επέστρεφα χρησιμοποιώντας την μνήμη μου.

«Από μνήμης;» θαύμασε.

«Ναι, είναι κάτι που εσείς οι νέοι δεν το πολυκάνετε.»

Έβαλα στη θέση του συνοδηγού το τσεκούρι μου και ξεκίνησα. Αυτό ήταν ένα χούι που είχαν αρχίσει να με κοροϊδεύουν. Όπου και να πήγαινα το κουβαλούσα μαζί το ρημάδι. Τι να κάνω όμως; Την αγαπούσα την γυναίκα μου και μου έλειπε. Το ίδιο και την κόρη μου και αυτό ήταν το μόνο που είχα για να τις θυμάμαι. Δεν είχα ούτε κινητό που να πάρει, ξέρεις να έχω εικόνες εκεί και να αναπολώ… Όχι, ήμουν λίγο αρχαίος ως προς την τεχνολογία.

Έβαλα μπρος την μηχανή, έκανα όπισθεν και κίνησα, με την μαλακία στο καντράν να μου δείχνει που βρίσκομαι. Είχα ζητήσει από τον Τζίμι να μου φτιάξει μία κασέτα με μουσικές, ήταν ο μόνος βλέπεις που έμενε κοντά στην πόλη και μαζί με τον πατέρα του κοιμόντουσαν σπίτι τους κάθε βράδυ, μα εκείνος αντί για κασέτα είχε φτιάξει ένα σι ντι και το έβαλα στο μηχάνημα να παίξει.

Δεν θα μπορούσα να ταξιδεύω χωρίς μουσική, τις πρώτες μέρες απελπιζόμουν. Δεν με εκνεύριζε η νέα θέση, προς θεού, αυτό ήταν ευλογία, μα έκανα τα περισσότερα δρομολόγια και πόσες φορές να συζητήσεις για μαλακίες με τον συνεπιβάτη σου; Δεν τα πολυπήγαινα τα άσκοπα μπλαμπλα. Ήμουν εργατικός μα δεν ήμουν γλύφτης, χαίρομαι που σε εκείνη την κοινότητα κάτι έλεγε αυτό.

Το σι ντι είχε μέσα Clutch και άλλα, οπότε καμιά φορά σιγοτραγούδαγα τα λόγια. Ήταν πάθος η στόνερ φίλε μου, με τα χρόνια έσβησε αυτό, μα ήταν πάθος. Αλάνια να κάνουν μουσική για αλάνια, ούτε δήθεν και ‘’και καλά ψαγμενιές’’. Απλά πράγματα και αν έσκαγε και φυσαρμόνικα θυμόμουν τα νιάτα μου.

Βγήκα στην κεντρική οδό και πήγαινα με την ταχύτητα που επέτρεπε το φορτίο μου, μην έπαιρνα και κανένα κακομοίρη στον λαιμό μου, ενώ την μουσική την είχα αρκετά χαμηλά για να θυμάμαι τις στροφές και τα ρέστα. Πήγαινα και σιγοτραγουδούσα, σκεπτόμενος το καλοκαίρι με την Νικόλ, την ζέστη του Τέξας και την γεύση του ουίσκι. Κοίταξα το τσεκούρι μου και ασυναίσθητα το χάιδεψα.

Είχα σκαλίσει πάνω στην λαβή τα ονόματά τους, ένα βράδυ που δεν είχα ύπνο πριν κανα δυο βδομάδες. Νικόλ και Κλάριτυ, η μικρή ήταν η διαύγειά μου, ναι, ενώ η μαμά της ήταν ο πρώτος έρωτας της ζωής μου και έτσι ήθελα να μείνει. Αυτή την γυναίκα δεν θα την απατούσα ποτέ. Όχι μόνο επειδή ήταν δυναμίτης και δεν θα είχε θέμα να αφήσει την κόρη μας ορφανή από πατέρα αν την κεράτωνα, αλλά κυρίως γιατί όποτε μου χαμογελούσε και έμπαινε στην αγκαλιά μου για να κοιμηθεί σα γατί, ξεχνούσα την φτώχια, ξεχνούσα ότι ζούσαμε σε ένα γαμημένο τροχόσπιτο και το μόνο που είχε σημασία ήταν να μην κουνιέμαι πολύ αναπνέοντας για να μην ταράξω τον ύπνο της…

Ρομαντικές σάχλες, το ξέρω, μα θα τους έδινα τον κόσμο ρε. Αν τον είχα… Οπότε έσφιξα το τιμόνι, έπνιξα τον θυμό που έβραζε τόσους μήνες στα άντερά μου και οδήγησα. Έφτασα στην πόλη και έκανα μια στάση για έναν καφέ.

Μπήκα στο μαγαζάκι, χαιρέτησα την Λίτα στο ταμείο και ζήτησα το γνωστό καφέ, ζεστό και σκέτο. Πήγα για ένα κατούρημα μέχρι να γίνει η παραγγελία και με παρατήρησα στο καθρέφτη του νιπτήρα όσο έπλενα τα χέρια μου. Τα μούσια μου είχαν θεριέψει, είχα αρχίσει να καραφλιάζω αν και μόλις τριάντα ετών –πάλι καλά το έκρυβα με ένα σκουφάκι γιατί θα κόλλαγα αν κάποιος το σχολίαζε- και πραγματικά, το σώμα μου μέσα σε μόλις τρεις μήνες είχε χτιστεί. Μέσα από το κόκκινο και μαύρο καρό πουκάμισο διαγραφόταν ένα σώμα που ενώ τώρα που έχεις μπροστά σου ένα απολειφάδι, έναν γέρο, δεν θα το πίστευες ότι πρόκειται για το ίδιο παλικάρι. Ενώ τα χέρια μου… Τα χέρια μου από τους κάλους των πρώτων ημερών και από την δουλειά είχαν γίνει σα φτυάρια και είχαν σκληρύνει σε τρομερό βαθμό.

Έκλεισα τη βρύση, τα σκούπισα και τα χάζεψα για λίγο. Αναρωτήθηκα αν θα καύλωναν ή αν θα ξενέρωναν την Νικόλ, γέλασα με τον εαυτό μου και βγήκα. Πήρα τον καφέ μου, πλήρωσα, χαιρέτησα και κίνησα για το τελευταίο κομμάτι της διαδρομής.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει, καθώς άφηνα την μικρή πόλη πίσω μου, μα προχώρησα. Ένιωθα μια ανησυχία, δεν ξέρω γιατί, ίσως επειδή θα ήταν δύσκολο να εντοπίσω τον δρόμο της επιστροφής στο σκοτάδι. Να το γκάζωνα; Να βιαζόμουν; Όχι, έτσι θα υπέκυπτα σε αυτό τον άγνωστο μάγκωμα και ίσως να έπαιρνα και κανέναν καημένο άνθρωπο στο λαιμό μου. Οι κανόνες ήταν κανόνες. Τιμώντας τους είχα καταφέρει να κάνω πιο εύκολη την ζωή μου εκεί και σκόπευα να παραμείνω τύπος και υπογραμμός μέχρι το τέλος.

Έσφιξα τα δόντια για να μην πατήσω το πεντάλ και απόρησα: και ο θυμός που έβραζε, δεν έπρεπε να ξεθυμάνω; Στην δουλειά πολλές φορές είχα κάνει τον μαλάκα, μετά τι θα έκανα; Δεν ήθελα να μπεκροπίνω και να χτυπάω τη γυναίκα μου… Και αυτός ήταν ο κανόνας που ελάχιστοι ξέφευγαν. Πάλι καλά ο πατέρας μου ήταν ένας από αυτούς που ξέφευγαν από τον κανόνα μα και πάλι, ήταν πάντα περίεργος. Ή τα ρούχα δεν ήταν καλά σιδερωμένα και στην θέση τους για να τα φορέσει την επόμενη στην δουλειά, ή δεν απαντούσα αμέσως όταν με φώναζε ή μάσαγα πολύ δυνατά, ή η μάνα μου αργούσε πάντα στις βόλτες της… Θα το έκανε θέμα ακόμα και αν αργούσε πέντε λεπτά, θα σήκωνε όλο το σπίτι στο πόδι. Και ειδικά με το φαγητό, εκεί η μάχη δεν είχε ποτέ τέλος. Πότε του βρώμαγε, πότε δεν ήταν στη σωστή θερμοκρασία, πότε δεν ήταν καλά αλατισμένο, της έβγαζε το λάδι της κακομοίρας της μάνας μου, ενώ εκείνη τα υπέμενε όλα και τον δικαιολογούσε με την κούραση της δουλειάς. Η κούραση ναι, ήταν σεβαστή, μα δεν θα του δικαιολογούσα τίποτα εγώ, δεν ξέρω πως τα υπέμενε. Έμαθα να μην παραπονιέμαι ποτέ για το φαγητό όταν υπήρχε, δεν με ένοιαζε και τόσο, μα ο καθένας έχει τις περιέργειές του. Εγώ όμως δεν θα φώναζα ποτέ στην Κλάριτυ αν κατάπινε το γάλα της πολύ δυνατά, ούτε θα έπρηζα την Νικόλ αν δεν είχε ξεπαγώσει καλά την πίτσα. Δεν θα γινόμουν και σε αυτό σα τον πατέρα μου, η διαιώνιση της δουλειάς αρκούσε.

Αν δεν ξεθύμαινα όμως κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, θα αρρώσταινα, το ένιωθα ότι θα σάλευα. Ίσως κανένα καυγαδάκι σε κανένα μπαρ…

Ναι αυτό ήταν!

Σκέφτηκα το σώμα να σφίγγει για να ρίξει γροθιές και να δεχτεί τα ίδια και χαμογέλασα. Συνέχισα να οδηγώ και το φως είχε ήδη πέσει, η σελήνη ανέβαινε και το χιόνι διστακτικά ξανάπεφτε πάλι.

Προχώρησα λοιπόν και δεξιά και αριστερά μου μόνο δέντρα υπήρχαν, μπρος και πίσω σκότος που να πάρει. Έμπαινα σε ιδιωτική περιοχή και πάλι καλά θα τέλειωναν τα ντράβαλά μου. Αποφάσισα να το πατήσω λιγάκι, οπότε μόλις πήρα την στροφή και ανέβηκα μια ανηφόρα κάμποσων μέτρων, μετά το πίεσα λίγο το γκάζι, αφήνοντας την πόλη πίσω μου για τα καλά.

Δεν ξέρω πόση ώρα έτρεχα στα σκοτεινά, μα η ταχύτητα δεν ήταν τόση ώστε να μην μπορώ να ελέγξω το αμάξι, ναι, εντάξει, δεν είχα αλυσίδες και είχε χιονίσει και αν πεταγόταν κανένα ζώο θα γινόταν έτοιμο να συσκευαστεί για κονσέρβα, μα για κάποιο λόγο ήμουν σίγουρος ότι δεν θα πετύχαινα άνθρωπο εδώ –μέχρι την ιδιοκτησία του Μπαμπούσκα τέλος πάντων- οπότε ας ξεμπέρδευα μια ώρα αρχύτερα.

Και ΜΠΑΜ!

Δεν ξέρω τι σκατά έγινε, μα κάπου χτύπησε το αμάξι και έφερε μια στροφή ενενήντα μοιρών για να μείνει στάσιμο και με την μηχανή να καπνίζει και το σι ντι να κολλάει από την σύγκρουση και μετά να συνεχίζει. Ειδικά αυτή η παραφωνία με τρέλανε, οπότε έκλεισα την μουσική και βγήκα έξω.

Είχα σκάσει μετωπική με έναν κορμό στην μέση του γαμημένου πουθενά! Αν δεν είχα την ρημάδα την ζώνη ασφαλείας θα είχα ανοίξει το κεφάλι μου!

Καντήλιασα την ηλιθιότητά μου με κάθε βρισιά γνωστή στο λεξιλόγιό μου και κοίταξα πίσω μου να δω τον δρόμο: να πήγαινα μπροστά δεν έπαιζε, ένα ολόκληρο πεσμένο δέντρο έκλεινε τον δρόμο που να πάρει. Και τότε άρχισαν τα περίεργα φίλε μου…

Εκεί που έπρεπε να υπάρχει ο δρόμος πίσω μου υπήρχαν μόνο δέντρα!

Ήμουν σίγουρος ότι είχα έρθει από έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο, μα να που τώρα αντί για δρόμο έβλεπα δέντρα ίδια με αυτά στα πλάγιά μου.

«Τι στο…» απόρησα και στράφηκα προς τα μπρος, σκεπτόμενος να μετακινήσω τον κορμό. Μα να που με χτύπησε το δεύτερο σοκ: δεν υπήρχε πεσμένος κορμός, μα άλλα δέντρα! Τόσο πυκνά το ένα με το άλλο που ούτε εγώ μόνος μου δεν χώραγα, δεν κάνω λόγο για το φορτηγό…

Πήγα στο αμάξι και κατέβασα μεμιάς τον καφέ. Είχε παραμείνει περισσότερος από το μισό ποτηράκι και ένιωσα την καρδιά μου να καλπάζει. Χτύπησα το κεφάλι μου στο πλαίσιο της πόρτας και ένιωσα τον πόνο βουβό και το τράνταγμα έντονο. Το κουτούλι ήταν δυνατό και με βεβαίωσε για την τρομαχτική αλήθεια: Ήμουν ξύπνιος!

«Τι σκατά…» μονολόγησα και ξανακοίταξα γύρω μου.

Από καταμεσής ενός άδειου δρόμου στο κέντρο ενός μικρού ξέφωτου, με τη μούρη του φορτηγού στραπατσαρισμένη και το δάσος να μας σφίγγει το κλοιό λες και ήταν ζωντανό!

Σε μια τρέλα, βούτηξα το τσεκούρι μου από την θέση του συνοδηγού και όρμησα προς το πρώτο δέντρο που έστεκε μπρος μου. Στιβαρά και σίγουρα χτυπήματα, μα όταν το μέταλλο έβγαινε από τον κορμό εκείνος ήταν και πάλι ανέπαφος. Χωνόταν και τον θρυμμάτιζε, τραβιόταν και νάτος ολοκαίνουριος!

«Τι στο διάολο!» αναφώνησα και ο τρόμος άρχισε να με ζώνει. Δεν ήμουν ποτέ χέστης, μα αυτός ο αποπροσανατολισμός και το σοκ των αισθήσεών μου με έκαναν να αγχώνομαι και να πανικοβάλλομαι όσο ποτέ άλλοτε. Ήταν σα την χειρότερη ταινία τρόμου και εγώ ήμουν μέσα στην οθόνη της τηλεόρασης, δίχως να βλέπω το γυαλί όμως για να το σπάσω και να φύγω…

Η σελήνη φώτιζε ατάραχη και οι νιφάδες έπεφταν αδιάφορες και τότε, από την μία λάμπα που λειτουργούσε ακόμα στην μάσκα του φορτηγού, είδα ένα άνοιγμα ανάμεσα στην στοίχιση των δέντρων!

Δίχως δεύτερη σκέψη –ή την ιδέα μην χαθώ να με πολιορκεί- έσφιξα την λαβή μου στο τσεκούρι μου, πήγα στο φορτηγάκι και φόρεσα το μπουφάν μου σβέλτα. Ψωλόκρυο είχε και πάλι και παρά την λύσσα μου το ένιωθα να με περονιάζει. Κουμπώθηκα μέχρι το λαιμό, άρπαξα έναν φακό για το ελεύθερο χέρι μου και χώθηκα μέσα στις συστάδες, με το τσεκούρι να σημαδεύει μπροστά.

Όποιος κερατάς έπαιζε με το μυαλό μου θα του πάσαρα το μυαλό του στα χέρια του, δεν τα κάνεις αυτά σ εμένα, όχι! Μόνο και να τον έβρισκα τον πούστη τον Μέρλιν του Καναδά και θα τον άφηνα ακέφαλο!

‘’Δεν τα κάνεις αυτά σε εμένα, όχι!’’ ξανασκέφτηκα και χώθηκα μέσα στο δάσος.

Κάμποσα μέτρα μετά φρούμαζα σα γέρικο άλογο από την πεζοπορία και τον πανικό και ήμουν σίγουρος ότι είχα χαθεί. Αν έσκαγε ο Μέρλιν και με ρώταγε αν χάθηκα θα υπέγραφα χαρτιά, θα έβαζα στάμπες, θα του χαμογελούσα και θα του έκανα το κεφάλι κιμά έπειτα από όλα τα γραφειοκρατικά.

Ένιωθα την τρέλα να στριφογυρνά στον σβέρκο μου και να χώνεται στο μυαλό μου ξύνοντάς το σα σύρμα για τα ταψιά, ένιωθα το στομάχι μου κόμπο από τον τρόμο, τα μάτια μου ήταν γουρλωμένα σα του λεμούριου και σε κάθε ήχο φώτιζα με το φακό και γύρναγα με το τσεκούρι μουγκρίζοντας και τα δόντια μου ήταν σφιχτά σε σημείο που με πόναγαν τα σαγόνια μου. Σάλιο ξεραινόταν στην άκρη των χειλιών μου και στο μούσι και ιδρώτας με έλουζε. Λυσσασμένος αγροίκος που να πάρει.

Και για όλα αυτά έπρεπε φυσικά να ευχαριστήσω τον Άντριους, γιατί τώρα η άγνωστη έκφρασή του ήταν φανερό ότι ήταν τύψεις. Τύψεις που με έστελνε στο στόμα του λύκου!

Κάποια στιγμή νευρίασα με τον εαυτό μου.

Δεν είχα ιδέα που πήγαινα, τα είχα παίξει, είχα το βλέμμα του τρελού και περπάταγα μέσα στο δάσος με ένα τσεκούρι και έναν φακό. Πλέον ήμουν εντελώς χαμένος και δεν μου είχε κόψει ούτε στιγμή να πάρω μαζί τον ασύρματο, αν και ήμουν σίγουρος ότι εδώ δεν θα έπιανε σήμα ούτε για πλάκα. Θα άκουγα πιο πολλά χιόνια από όσα είχα αφήσει πίσω μου στην κυριολεξία.

Κλώτσησα τον κορμό ενός δέντρου και ούρλιαξα με μία κραυγή που θα έκανε τα ζώα να φύγουν τρέχοντας. Αν υπήρχαν γαμημένα ζώα σε αυτό το κωλόδασος. Ούτε μια αλκή δεν είχα δει, μα αν έβλεπα θα την κομμάτιαζα μόνο και μόνο για να ξεθυμάνω και γάμα τους φιλόζωους.

Ήταν μια κραυγή άναρθρη και μακρόσυρτη σα να με βίαζε άλογο. Έπεσα στα γόνατα και όταν τέλειωσε η ανάσα μου, τέλειωσε και η κραυγή μου. Αν με άκουγα τώρα ίσως να γέλαγα, μα το γέλιο σε εκείνη την φάση της ζωής μου φαινόταν ξεριζωμένο και αδιανόητο στο μυαλό μου.

Κοίταξα ολόγυρα.

Δεν είχα ανησυχήσει κανένα και κανείς δεν είχε τρέξει να με βοηθήσει.

Γαμημένη ερημιά!

Βρήκα μια κοτρόνα κι έκατσα πάνω της, άφησα στα πόδια μου το τσεκούρι, σε σημείο που μπορούσα ανά πάσα στιγμή να το γραπώσω και τον φακό τον έβαλα ανάμεσα στα πόδια μου να δείχνει μπροστά. Αν κάτι μου την έπεφτε πισώπλατα θα ήταν μια ευκαιρία για καυγά, αλλά και να πέθαινα δεν με ένοιαζε πια. Αρκεί να έχωνα δυο τρία μπουκέτα πριν ψοφήσω και θα έφευγα χαρούμενος!

«Δε τα κάνεις αυτά σε μένα ρε…» μονολόγησα λες και μέτραγαν τα λόγια μου, μα η απειλή μου πήγαινε στο βρόντο και έβγαινε θλιβερή από το στόμα μου πια σα παράπονο γυναικούλας. Έβγαλα το πακέτο με τα τσιγάρα μου και είδα ότι είχα ακόμα δεκαπέντε μέσα. Άναψα ένα και προσπάθησα να ηρεμήσω.

Να ηρεμήσω…

Σκατά, η καρδιά μου και οι αισθήσεις μου είχαν άλλη άποψη πάνω στο θέμα.

Και τότε μέσα στον απόλυτο πανικό, το μυαλό μου άρχισε να κόβει βόλτες όπου να ναι και δεν ήξερα ότι συμβαίνει αυτό, μα συμβαίνει, πίστεψέ με: μετά από πολύ ώρα πανικού το μυαλό θέλει να νιώσει οικεία και σκέφτεται βλακείες.

Τι σκέφτηκα;

Πόσο μου είχε λείψει το χόρτο που να πάρει! Από το καλοκαίρι είχα να μαστουρώσω. Η γνωστή μεταλλική του γλίτσα όσο κατέβαινε και το άγχος να κάνει φτερά και να φεύγει. Ναι, ένα τσιγαριλίκι θα βοηθούσε πολύ τώρα. Μπορεί να περπάταγα για ώρες χαζογελώντας και σκαλώνοντας με τους κορμούς, αλλά όλος αυτός ο πανικός θα την είχε κάνει από το παράθυρο που λένε κανονικά και εγώ θα του είχα κουνήσει και λευκό μαντίλι σε αποχαιρετισμό. Αν είχα…

Έκανα το ξενέρωτο τσιγάρο μου και προσπάθησα να καλμάρω τα νεύρα μου. Κοίταξα ερευνητικά ολόγυρα με τον φακό μου και δεν είχα ιδέα ούτε από πού είχα έρθει ούτε που πήγαινα. Όλα ήταν τα ίδια. Ένα τοπίο καρμπόν λες και ο θεός είχε βαρεθεί και είχε πει: «Γάμα το, δεν θα πατήσει κανείς ποτέ εκεί, κάντα όλα ίδια να ξεμπερδεύεις μωρέ!».

Τότε κάτι εντόπισα ανάμεσα στις συστάδες και γούρλωσα πάλι τα μάτια σα γατί που κυνηγά το λέιζερ! Εστίασα μουγκρίζοντας και τινάχτηκα όρθιος, δαγκώνοντας την γόπα με τα μπροστινά μου δόντια και κοιτώντας, σα να μου είχα ρίξει ηλεκτροσόκ στο κώλο…

Υπήρχε μια υπόνοια μονοπατιού για να με κάνει να προχωρήσω ευθεία κάποια στιγμή, μα δεν ήξερα που θα με έβγαζε.

Ίσως να υπερέβαλλα και μέσα στο μυαλό μου, ίσως ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι να έβγαινα πάλι στο πολιτισμό τελικά ή στην περιοχή του Μπαμπούσκα, μα αυτό το πράγμα με τα δέντρα που μου είχαν κλείσει τον δρόμο νωρίτερα ακόμα δεν έβγαζε νόημα. Δεν είχα μαστουρώσει εδώ και πόσους μήνες και μια ζωή μόνο χορταράκι του θεού έκανα, ποτέ δεν είχα φάει τόσες φρίκες. Ούτε κατά προσέγγιση, όλο αυτό ήταν αληθινό και αυτό με φρίκαρε.

Και το μυαλό μου πάλι άρχισε να βολτάρει λες και δεν είχα βρει το μονοπάτι ποτέ…

Με το χόρτο τις πρώτες φορές από ένα σημείο και μετά απελπιζόμουν και αν έπαιζε πολύ καλή μουσική ίσως το κεφάλι μου να έβλεπε εικόνες περίεργες, μα πάντα εντός του, γύρω μου όλα ήταν γνώριμα και βαρετά. Ίσως να έριχνα λίγο παραπάνω γέλιο και να πέρναγα καλά μα ποτέ δεν είδα δράκους ή μονόκερους όπως νόμιζε η μάνα μου.

Τώρα τι ήταν αυτά τα ζωντανά δέντρα στη μέση του πουθενά γαμώτο;

«Ξεκόλλα μαλάκα!» μου έκανα και πέταξα το τσιγάρο μου με τον δείκτη. Το εκτόξευσα μακριά το ρημάδι και να πάει να γαμηθεί η πυρασφάλεια και οι κανόνες που μας είχαν πει για το δάσος. Ας λαμπάδιαζε ολάκερο, ούτε που με ένοιαζε, ίσα ίσα, τότε η πυροσβεστική ή κάποια ομάδα διάσωσης θα ερχόταν μια ώρα αρχύτερα και θα με μάζευε. Και θα τους έλεγα ότι δεν ήμουν εγώ αυτός που το έκανε αλλά ένας δράκος χαχα

Άρπαξα φακό και τσεκούρι και συνέχισα. Προχωρούσα και προχωρούσα, όταν κάποια στιγμή είδα ένα μυστήριο τιρκουάζ φως σε απόσταση. Δεν μπορείς να φανταστείς την χαρά μου…

Άνοιξα βήμα και τα δέντρα άρχισαν σιγά σιγά να αραιώνουν και μπροστά μου δημιουργούταν ένα άνοιγμα.

Και εσύ ειδικά ξέρεις πολύ καλά τι βρήκα εκεί…

Φίλε μου, το ξέρω ότι γι αυτό το λόγο είσαι εδώ: εκδίκηση για όσα έκανα στο σπίτι σου, στην πατρίδα σου. Το ξέρω ότι έχεις κάθε λόγο να έχεις μία οργή μέσα σου που μπορεί και να μην ακούς καν όσα σου λέω, μα αν όντως ακούς δεν έχω ιδέα πόσα από όσα λέω βγάζουν νόημα για εσένα. Έχει περάσει μισός αιώνας από τότε, το γεγονός ότι κάθεσαι και με ακούς τόση ώρα το εκτιμώ απίστευτα, το σέβομαι ότι δεν με σκότωσες με το που με είδες όπως έκανες με τους υπηρέτες μου, μα δώσε μου λίγο χρόνο ακόμα. Ίσως να ήμουν απότομος πιο πριν, μα τώρα θα δεις, η ιστορία μου θα κυλάει σε ευθεία, τέρμα τα μπρος πίσω, ότι ήταν να μάθεις για εμένα πριν να φτάσω στην πατρίδα σου στα είπα, ξέρεις όλη μου την ζωή μέχρι εκείνο το σημείο με το νι και με το σίγμα.

Από εδώ και πέρα θα προχωράω μόνο μπροστά, απλά άκου με…

Η πατρίδα του καθενός είναι όμορφη πάντα στα μάτια του. Ακόμα και αν είναι σκατά, το ξέρω φίλε μου, είμαι από ένα κωλοχώρι του Τέξας και μπορεί τώρα πια να μένω Ελλάδα, μα μου λείπει ώρες ώρες. Κανένα χώμα σαν αυτό που μπουσούλησες όταν ήσουν μπέμπης, κανένα! Μου λείπει η μητρική μου γλώσσα και όλα αυτά, αλλά εδώ, αυτό το νησί, ήταν το καλύτερο καταφύγιο. Έχουν κάνει και άλλη απόπειρα να με εκδικηθούν μέσα στα έτη, μα μόνο εσύ έφτασες τόσο κοντά και εγώ δεν έχω πια τους μύες ή την ενέργεια να σας πολεμήσω.

Βαρέθηκα να πολεμάω…

Ας επιστρέψω όμως στην εποχή που ήμουν νέος και μόνο από μεταφορικές μάχες γνώριζα και οι πραγματικές ακόμα δεν είχαν λάβει χώρα και ας επιστρέψω στην είσοδό μου στην πατρίδα σου, τότε, πενήντα χρόνια πριν.

Ήμουν σίγουρος ότι κάτι με είχαν ποτίσει, ή ίσως να ήμουν σε κώμα και να ζούσα όλη αυτή την φρικιαστική εμπειρία, γιατί αν δεν ήταν μαστούρα ή εφιάλτης, δεν είχα ιδέα τι ζούσα. Πριν μόνο εκείνα τα δέντρα, τώρα αυτό που ανοιγόταν μπροστά μου.

«Μας ψεκάζουν…» ψέλλισα και ναι, ήταν ηλίθια σκέψη, μα βγήκαν μόνα τους τα λόγια από τα χείλη μου, καθώς αυτό που έβλεπα με έκανε να απορώ και είχα παγώσει από το σοκ όσων πλημύριζαν τα μάτια μου.

Με έκπληκτο βλέμμα και με τα χέρια πεσμένα στο πλάι από δέος –ναι, ήταν δέος, δεν φοβάμαι την λέξη- είδα κάτι που δεν είχε θέση σε όλα όσα είχα ζήσει μέχρι τότε στην ζωή μου.

Το δάσος ολόγυρα έφτιαχνε έναν αχανή φράχτη που μέσα του έκρυβε την χώρα σας. Το έδαφος ήταν καλυμμένο από κίτρινα άνθη λες και το ψύχος του χειμώνα δεν το άγγιζε ποτέ, ενώ το χιόνι που έπεφτε, έλιωνε πριν αγγίξει την γη. Έκανε ζέστη εκεί, μα δεν μπορούσα να σκεφτώ την ζέστη, βλέποντας τα φαναράκια με το τιρκουάζ φως σε στύλους εδώ κι εκεί. Και τα κτίρια, τα κτίρια που να πάρει ήταν τεράστια μανιτάρια! Μανιτάρια με ύψος δυόροφων κτισμάτων, με ξύλινες πόρτες και οροφές λευκές με κόκκινες βούλες. Κρήνες και συντριβανάκια με κρυστάλλινο νερό και στον αέρα μια μελωδία από καμπανάκια που αν δεν έπαιζε με τα νεύρα μου ίσως να με ηρεμούσε.

Έτρεξα προς τα συντριβανάκια και ήπια λαίμαργα, παρατώντας στο πλάι μου τον φακό και το τσεκούρι. Δεν σκέφτηκα ούτε δηλητηρίαση ούτε τίποτα. Μόνο νερό και συνειδητοποίησα πόσο διψούσα. Το στόμα μου ήταν σα τσαρούχι έπειτα από εκείνο το τσιγάρο που είχα κάνει λαχανιασμένος πριν από ώρα. Το στόμα μου κολλούσε και το σάλιο είχε πήξει. Έπινα και έπινα και τότε άκουσα κάτι σουρσίματα πίσω μου.

Πάγωσα.

Τίποτα, σιωπή.

Ξανάπια σα γάιδαρος στο στάβλο και πάλι σούρσιμο!

Γύρισα απότομα και έπιασα το τσεκούρι μου με βρεγμένα χέρια για να πάθω κι άλλο σοκ!

Τότε, διστακτικά, άρχισαν να εμφανίζονται τα αδέλφια και οι γονείς σου, οι γείτονες και οι γνωστοί σου και δεν μπορούσε το μυαλό μου να αντιληφθεί πως μέσα σε αυτό το όνειρο ζούσε αυτός ο εφιάλτης! Πώς τόση φρίκη κατοικούσε μέσα σε αυτά τα παραμυθένια σπιτάκια!

Συγχώρα με, μην εκνευρίζεσαι, κάτσε πάλι. Δεν θα μιλήσω με υποτίμηση ή κακία, μα σκέψου τα στερεότυπά μας: ίσως οι ανθρώπινες γυναίκες να σου φαίνονται εσένα άσχημες, ίσως εμείς να σου φαινόμαστε βαρετοί… Με τον ίδιο τρόπο, όταν είδα τους πρώτους από εσάς με πολιόρκησε ένα σοκ, ένας πανικός. Πρέπει να καταλάβεις ότι δεν γνώριζα ότι υπάρχετε, δεν είχα ιδέα ότι υπάρχουν άλλους είδους θνητά όντα πέρα από τους ανθρώπους και τα ζώα και εσάς δεν μπορούσα να σας ταξινομήσω ούτε στα μεν ούτε στα δεν. Μην τρελαίνεσαι, δεν σε είπα ζώο, συγγνώμη αν κατάλαβες αυτό, μα δεν ήσασταν ούτε λευκοί, ούτε μαύροι, ούτε κίτρινοι, ούτε ινδιάνοι που να πάρει… ήσασταν μπλε!

ΜΠΛΕ!!!

Σας είδα να ξεμυτάτε ένας ένας και ο πανικός απλά με έζωσε περαιτέρω. Φορούσατε κάτι ηλίθια λευκά παντελόνια από λινό –όχι ηλίθια, συγγνώμη, περίεργα, ας τα πούμε περίεργα- και κάτι παρόμοια σκουφιά, μα το δέρμα σας ήταν μπλε! Όχι γαλάζιο και απλά αλλόκοτο, αλλά γεμάτο ουλές και σα μελανιασμένο από το κρύο ή λες και σας είχε δείρει κάποιος, λες και σας είχαν σαπίσει στο ξύλο. Όπου το δέρμα δεν ήταν μπλε, ήταν κίτρινο σε μπαλώματα σα μώλωπες σε επούλωση, ενώ αλλού το δέρμα κρεμούσε και σακούλιαζε ή έβγαζε πύον πηχτό σα κρέμα. Σα κρέμα Βαυαρίας που να πάρει και δεν είναι αστείο, έκτοτε έκοψα και αυτά τα ντόνατ ενώ ήταν τα αγαπημένα μου, πάντα θα μου θυμίζουν το πύον στο δέρμα και στα μάτια σας. Και τα μάτια… Πέρα από τις ξεραμένες τσίμπλες και το πύον από την μόλυνση που σας κατέτρωγε, ήταν ολόμαυρα, δίχως λευκό! Τα στήθη των γυναικών σας στραγγισμένα και σακουλιασμένα, οι άντρες ασθενικοί και λιπόσαρκοι…

Άρχισα να ουρλιάζω και τότε είδα όλο το χωριό να τρέχει προς το μέρος μου!

Ερχόσασταν όλοι με σπασμωδικές κινήσεις και μουρμουρίζοντας «Τρουφ! Τρουφ! Τρουφ!»

Ε, πες με φλώρο, πες με ότι θες, μα δεν άντεξα ο άνθρωπος…

Λιποθύμησα!

(5/3/2016 | guest art by Danos Studios)

By | 2018-11-26T19:14:27+00:00 Μάιος 10th, 2018|