‘’Δε τα κάνεις αυτά σε μένα…’’ – ΤΡΟΥΦ! (2/4)

//‘’Δε τα κάνεις αυτά σε μένα…’’ – ΤΡΟΥΦ! (2/4)

‘’Δε τα κάνεις αυτά σε μένα…’’ – ΤΡΟΥΦ! (2/4)

Έχεις αράξει όμορφα αγορίνα μου… Τσίλαρε, σε χαίρομαι έτσι καθισμένο φαρδύ πλατύ πάνω στην πολυθρόνα μου. Πρέπει να είναι κουραστικό να κάνεις όλες τις μετακινήσεις σου σα φυγάς, σα κατατρεγμένος. Ξέρω ότι ή το παίρνετε με τα πόδια από το Καναδά για να με βρείτε, ή σε αμπάρια καραβιών, ή λαθραία σε φορτηγά… πολλή μανούρα. Εγώ δεν θα είχα την υπομονή σας!

Ξέρεις τι μου κάνει εντύπωση; Όχι με εσάς, με εμένα; Να σου πω: το γήρας!

Το να γερνάς είναι μία πολύ καταθλιπτική κατάσταση, αλλά μπορείς να κάνεις πλάκα με αυτήν. Είσαι πιο άνετος με τον εαυτό σου πια, δεν έχεις να αποδείξεις τίποτα, αποδέχεσαι το ποιος είσαι και είναι πιο εύκολο να δώσεις. Οι φιλανθρωπίες που έκανα τα τελευταία χρόνια, μπορεί να ήταν τροφοδοτούμενες από τις τύψεις, αλλά στα νιάτα μου ούτε που θα σκεφτόμουν να δώσω κάτι από το υστέρημά μου για τους ξένους. Όσοι έχουν ανάγκη τα λεφτά, μα δεν τα έχουν για όποιους λόγους, τους θεωρούσα χαραμοφάηδες και ήμουν ένας σωστός Σκρουτζ, ξεμωραμένος και τα φύλαγα όσα είχα βγάλει σαν κόρη οφθαλμού. Μα τι να τα κάνω; Θα τα πάρω μαζί μου απόψε που θα με σφάξεις;

Άκου τώρα τι παίζει: σε αυτές τις συγκεντρώσεις σου δείχνουν σεβασμό, μα το παιδί μέσα πάντα απορεί, μέσα δεν αλλάζουν και πολλά, ενώ το εξωτερικό αλλάζει. Πάρα πολύ, λες: ‘’γιατί να μου μιλάνε σα να είμαι γέρος;’’ Ενώ είσαι γέρος και αυτό σου το βεβαιώνει ο καθρέφτης σου κάθε μέρα.

Σου είπα ήδη ότι έχουν περάσει πενήντα χρόνια από τότε που ήμουν τριαντάρης, μα πάντα στο νου μου νιώθω εικοσάρης, αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα και τα τέτοια. Όσο μεγαλώνω καταλαβαίνω καλύτερα τους ηλικιωμένους, την δική τους ιδιαίτερη μιλιά, την ραμολο-αργκό όπως την λέω. Σκέψου το λίγο, οι γέροι που έβλεπα εγώ στο Τέξας όταν ήμουν εικοσάρης φορούσαν σαλοπέτες και οι γριές έκαναν στο κομμωτήριο φουσκωτό το μαλλί τους. Έτσι έκαναν από τα νιάτα τους! Εμένα, παρά τα πλούτη που ήρθαν με τα χρόνια και το γεγονός ότι ζω σε αυτό το αρχοντικό, την μέρα κυκλοφορώ με τζινάκι και αν κάνει ζέστη ένα μπλουζάκι και ένα καρό πουκαμισάκι. Δεν καταλαβαίνω την γλώσσα και το ντύσιμο των νέων και εκείνοι λένε: ‘’κοίτα ο γέρος’’. Είναι τρομαχτική αυτή η εμμονή με το να παραμείνουμε στα νιάτα, ή έστω η δύναμη της συνήθειας. Νιώθω άνετα να μιλάω και να ντύνομαι όπως τότε και σε όλους φαίνομαι ραμόλι και ντυμένος με ξεπερασμένα ρούχα, μα εγώ νιώθω ακόμη νιάτο. Οι νέοι αδιαφορούν για εμάς –και καλά κάνουν- βλέπουν με την περιφερική όραση ότι είσαι γέρος, όχι της γενιάς τους, οπότε δεν ενδιαφέρονται. Το γκρι μαλλί και οι ρυτίδες σε κάνουν άνθρωπο άλλης κατηγορίας, υποκατηγορίας, δευτεροκλασάτο… Ενώ άλλοτε θα με κοιτούσαν με δέος λόγω της διάπλασής μου, τώρα μηχανικά κάνουν στην άκρη, όχι για να μου ανοίξουν το δρόμο από σεβασμό, αλλά από φόβο θα έλεγε κανείς, μην πέσουν πάνω μου και μολυνθούν με τα γεράματά μου. Μα ρε γαμώτο εγώ πάντα νιώθω νέος!

Στην ψυχή τουλάχιστον, το βάρος του σώματός μου είναι άλλο θέμα…

Ξέφυγα όμως και πάλι, οι γέροι το κάνουν αυτό!

Ελπίζω να μην σε έχω κουράσει με την όλη εξιστόρηση, δεν έχουν μείνει πολλά ακόμα, αλλά αφού ακούς που ακούς να μην σε πρήζω με άλλες ασυναρτησίες περί γήρατος, ας μπω πάλι στο ψητό.

Την εποχή που ήμουν πράγματι νέος…

Όπως σου είπα έχασα τις αισθήσεις μου.

Λυτρωτική λήθη…

Θα προτιμούσα να μείνω αναίσθητος για ώρες παρά να ξυπνήσω πάλι μέσα σε εκείνο τον εφιάλτη, μα μόλις συνήλθα είδα ότι μου είχαν αφαιρέσει το μπουφάν μου και με είχαν δέσει σε ένα δέντρο!

Τινάχτηκα με βία και μούγκρισα, καθώς το μόνο που κατάφερνα, κατά τα φαινόμενα, ήταν να σφίξω παραπάνω τα δεσμά μου.

«Δε τα κάνεις αυτά σε μένα ρε…» είπα εξοργισμένος σε όλους και σε κανέναν τους απ’ ότι φαινόταν. Και τότε είδα τον όχλο από μπροστά μου να ανοίγει, όχι όμως από την επίδραση των λεγόμενών μου πάνω τους, μα επειδή κάτι άλλο πλησίαζε.

Κοίταξα με απορία και είδα να κοντοζυγώνει ένα ακόμη από αυτά τα πλάσματα, το οποίο όμως διέφερε κατά πολύ από τα άλλα. Ναι, το σώμα του ήταν μπλε, σάπιο και αποστεωμένο, μα κούτσαινε περισσότερο από τους άλλους, ενώ στα ξερακιανά του χέρια κρατούσε κι έναν πυρσό. Με κοιτούσε με απορία λοιπόν και αντίστοιχα έκανα και εγώ το ίδιο και είδα ότι σε αντίθεση με τους άλλους αυτός φορούσε κόκκινο παντελόνι και κόκκινη σκούφια και είχε ένα μακρύ γένι. Στα μάγουλα οι τρίχες ήταν τούφες και τούφες, απλά από το πηγούνι και το προγούλι κατέβαινε ένα κιτρινισμένο και γεμάτο κόμπους λευκό μούσι, το οποίο έφτανε μέχρι τον αφαλό του. Τα μάτια με πύον και τσίμπλες, μα ολόλευκα! Ήταν σα τυφλός, μα μόλις πλησίασε αρκετά και με είδε, χαμογέλασε πλατιά. Τα δόντια ήταν μυτερά και κίτρινα, μα τα είχε όλα, παρά την μεγάλη ηλικία του όπως υπέθετα.

Ο γηραιότερος λοιπόν με πλησίασε και με έναν πυρσό ήρθε αρκετά κοντά για να παρατηρήσει το πρόσωπό μου.

«Τι στο πούτσο;» τον ρώτησα και μπορεί να έριχνα σε όλη την φυλή σας ενάμισι κεφάλι και, μα έτσι όπως με είχαν δέσει, ήμουν καθηλωμένος και δεν μπορούσα να κουνήσω ούτε το κεφάλι μου. Οπότε ήμουν και πάλι υπό το κράτος του πανικού.

«Γερός άντρας, δυνατός άντρας…» έκανε ο γέρος και από κάτω ακούστηκε μια οχλοβοή και ένας πανικός μουρμουρητών από την ίδια άγνωστη γλώσσα: «Τρουφ! Τρουφ! Τρουφ!»

«Τι σκατά θέλετε από εμένα φρικιά, αφήστε με ήσυχο.» ούρλιαξα σχεδόν, μα ήξερα ότι ήταν μάταιο, ότι και να έλεγα δεν είχε σημασία… Με καταλάβαιναν και το έβλεπα αυτό, μα το χαμόγελο του γέρου παρέμενε εκεί, γεμάτο κακία και αδημονία για κάποια έκπληξη που δεν ήθελα να μάθω.

«Γερός άντρας γονιμοποιήσει τη Μάνα, η Μάνα θα χαρεί με τον δυνατό άντρα…» έκανε και όλοι γέλασαν και επανέλαβαν την επωδό τους.

«Τι; Τι! Όχι, όχι!» φώναξα, μα ήδη με έλυναν για να με μεταφέρουν.

Με το που ελευθερώθηκαν τα χέρια μου, έριξα μία γροθιά κατευθείαν στο πρόσωπο του κοντινότερου πλάσματος. Το χέρι μου χώθηκε μέσα στο μάγουλο σα να έριχνα μπουνιά σε γλίτσα ή σε πουρέ και ανατρίχιασα μέχρι το μεδούλι. Το χέρι μου σταμάτησε στα οστά, μα η αντίσταση που βρήκε εκεί ήταν μηδαμινή. Ίσως να του είχα θρυμματίσει και το πρόσωπο!

Κάποιοι με κράτησαν, μα τους πέταξα μακριά με ελάχιστη δύναμη. Ήταν περίεργο, δεν με τροφοδοτούσε η οργή όπως θα πίστευα, μα η αηδία! Όλοι ήταν αδύναμοι σα κλαράκια, μα όταν μου όρμησαν όλοι μαζί για να με κρατήσουν όσο κάποιοι άλλοι με έλυναν, η μάζα τους με ακινητοποίησε. Νιώθοντας τα άκρα μου ελεύθερα λύσσαξα, τους έσπρωξα και πάλι και στροβιλίστηκα, πετώντας τους εδώ κι εκεί. Κλωτσούσα όποιον έβλεπα και προσπαθούσα να μην τους ξαναγγίξω ούτε για γροθιά.

Και ξαφνικά είδα κάποιους άλλους της φυλής σας που με έσκιαξαν μέχρι το μεδούλι!

Εμφανίστηκαν δυο θεριά που μου έριχναν μισό κεφάλι και δεν φαινόταν στο δέρμα τους η σήψη σε τόσο προχωρημένο στάδιο. Κρατούσαν στα χέρια τους κάτι ακόντια σα βουκέντρες και με σημάδευαν.

Παρέδωσα τα όπλα μέσα σε βρισιές…

Πίσω μου, άκουγα όσους είχα ρίξει να σηκώνονται αργά και με βογγητά και ο γέρος μίλησε και πάλι, σα να επιβεβαίωνε τον εαυτό του: «Γερός άντρας, δυνατός άντρας!»

«Άντε γαμήσου ρε.» του έκανα ήρεμα, με την οργή μου να βράζει, μα έβλεπα ότι δεν μπορούσε να ξεσπάσει. Τα νταμάρια αυτά ακόμη και χωρίς όπλα με είχαν.

Πήγε ο ένας από πίσω μου και με έσπρωξε απαλά, ενώ ο άλλος ήρθε στο πλάι μου. Ο γέρος άρχισε να μας οδηγεί και το υπόλοιπο μπούγιο ακολουθούσε, κοιτώντας με σα να ήμουν κάτι το αξιοθαύμαστο ή αξιοπερίεργο.

Το χωριό εκτεινόταν σε αρκετά μεγαλύτερη έκταση απ’ ότι είχα φανταστεί. Κάτω από τα πόδια μας βρίσκονταν πάντα εκείνα τα άνθη και εκατέρωθεν της κεντρικής οδού τα μανιταρόσπιτα και τα φαναράκια. Προχωρούσαμε και πλάσματα έβγαιναν συνεχώς από τα σπίτια τους και ενώνονταν με την όλη πομπή.

«Και γαμώ τις επιτροπές καλωσορίσματος έχετε… Ζώα!» μουρμούρισα και είδα όντα κάθε μεγέθους, ηλικίας και σταδίου σήψης. Τα πιο τρομαχτικά ήταν αυτά που ήταν ψηλότερα από εμένα και αυτό για έναν σχετικά ψηλό άντρα είναι πάντα φόβητρο. Όχι μόνο τα αρσενικά, μα και τα θηλυκά, με μπράτσα σα το μπούτι μου και κεφάλια με μία βλοσυρή, μα ηλίθια έκφραση. Κάποια έτρωγαν κάτι μαλακίες, έμοιαζαν σαν ένα μπλέξιμο φρούτου με πέτρα και ήταν ή λευκά ή μαύρα στο χρώμα. Φαίνονταν να τα απολαμβάνουν, μα με κοίταζαν σα βλάκες, με τη μπουκιά παγωμένη μέσα στο στόμα τους.

Φτάσαμε σε ένα σημείο που ο δρόμος σταμάταγε και οδηγούσε σε ένα μανιταρόσπιτο ψηλότερο από όλα. Αν όσα είχα δει μέχρι στιγμής μπορούσαν να σχετιστούν με κτίρια δύο ορόφων, αυτό άνετα έφτανε τους τέσσερις. Η οροφή φωτιζόταν από την σελήνη και έφτανε πάνω από τα ψηλότερα δέντρα και απορούσα αν ελικόπτερα το είχαν δει ποτέ. Εδώ οι κόκκινες βούλες ήταν μπλε, δεν νομίζω όμως να είχε ιδιαίτερη διαφορά. Ίσως να ήταν το αρχηγείο ή το παλάτι, δεν ξέρω. Είχε πάντως σημαντική θέση, γιατί όλοι σταμάτησαν.

«Τρουφ! Τρουφ! Τρουφ!» άρχισαν πάλι να λένε όλοι μαζί με ένα στόμα και οι φωνές τους δημιουργούσαν μια οχλαγωγία που με ξεκούφαινε. Άνοιξε η πόρτα και τότε είδα να βγαίνει από μέσα ένα κοντό πλάσμα και να κοιτά με καχυποψία. Ήταν της φυλής σας κι αυτό, μα ήταν σα νάνος.

Πλησίασε με γρήγορα βήματα τον γέρο της φυλής και κάτι είπαν όπου δεν κατάφερα να βγάλω άκρη, μα η ρημαδιασμένη λέξη επαναλαμβανόταν συνεχώς. Ο γέρος διέταξε τους δύο φρουρούς μου να τον ακολουθήσουν και στους άλλους έκανε νόημα να φύγουν. Μου φάνηκε περίεργο που άρχισαν οι μάζες να διαλύονται δίχως περισσότερα λόγια –ή έστω χειρονομίες. Δεν θέλω να ακουστώ καυχησιάρης ή ότι δέχτηκα πλήγμα στον εγωισμό μου, μα το προηγούμενο ενδιαφέρον τους ήταν σα να είχε εξανεμιστεί. Ή μπορεί απλά ήταν τόσο υπάκουοι. Δέχτηκαν την εντολή και έφυγαν, μα που να πάρει αυτό δεν θα συνέβαινε ποτέ σε κοινωνίες θνητών, οι περίεργοι θα παρέμεναν πάντα.

Ένιωσα την βουκέντρα στο πλευρό μου και κατάλαβα ότι είχα αφαιρεθεί και παρατηρούσα τον όχλο να σπάει, ενώ ο γέρος και ο κοντός είχαν προχωρήσει. Μούγκρισα για να εκφράσω την δυσαρέσκειά μου και ακολούθησα.

Περάσαμε το μικρό κηπάκο και μπήκαμε στο εσωτερικό του μεγάλου μανιταριού. Είδα ότι οι τοίχοι, η ψίχα του μανιταριού, ήταν σκαλισμένη και είχε αφαιρεθεί όπως όπως για να γίνει το εσωτερικό σα χώρος σπιτιού, ενώ παντού ολόγυρα υπήρχαν σαβούρες κάθε λογής: βουνά από βιβλία, αμόνια, εργαλεία, καθίσματα… Δεν έχω ιδέα τι τα θέλανε όλα αυτά, μα ουσιαστικά όλο το δωμάτιο ήταν ένα άνοιγμα για ένα τεράστιο κρεβάτι και πάνω του μία εξίσου τεράστια θηλυκή του είδους τους. Μόλις με είδε σηκώθηκε, για να με κοιτάξει καλύτερα και ίσως να έλεγε κανείς ότι ήταν σχετικά όμορφη, για ότι ήταν, αν απέφευγε αυτός που θα το έλεγε να κοιτάξει το σώμα της.

Το σώμα της ήταν γύρω στα δύο μέτρα ψηλό, με χέρια και πόδια λεπτά σα κλαδάκια, στήθη σακουλιασμένα και πεσμένα και τα πλευρά να διαγράφονται στην εντέλεια. Δεν είχε όμως κίτρινα μπαλώματα, ούτε υποψία από πύον στο δέρμα της. Η κοιλιά της ίσως να ήταν το πιο αηδιαστικό στοιχείο πάνω της: κρεμόταν σαν άδειος σάκος μέχρι τα γόνατά της και πραγματικά το δέρμα έμοιαζε με σακούλα όσο τίποτε άλλο που έχω δει στην ζωή μου.

Το πρόσωπό της όμως…

Δεν θα πω ψέματα, το πρόσωπό της ήταν πανέμορφο, αν μπορούσε κανείς να παραβλέψει το υπόλοιπο πακέτο ή αν μπορούσε να βρει ομορφιά στον λαό σας. Ήταν σαν γυναίκας στα είκοσι, στην καλύτερη ηλικία της, με μάτια ολόμαυρα και δέρμα σχεδόν φωτεινό γαλάζιο, ενώ τα μαλλιά της ήταν πλούσια και χρυσά και τα χείλη της κόκκινα σα το αίμα. Η αντίθεση ματιών και χειλιών στο πρόσωπο με αυτό το χρώμα ήταν κάτι το εξωτικό και αν δεν κατέβαζα το βλέμμα μου από τον λαιμό και κάτω, θα μπορούσα να την κλέψω και μάρτυς μου ο θεός ίσως να απατούσα και την γυναίκα μου μαζί της. Μα πάντα για εμένα μέτραγε το κορμί και εδώ το θέαμα ήταν αποτρόπαιο.

Αυτή έμαθα πως ήταν η Μάνα.

«Εσύ γονιμοποιήσεις Μάνα! Φυλή πεθαίνει! Πήγαινε!» μου έκανε ο γέρος και ο τρόπος που μιλούσε είχε ήδη αρχίσει να μου την δίνει στα νεύρα, μα ακούγοντας τα συγκεκριμένα λόγια τραβήχτηκα και παρά το τσούξιμο της βουκέντρας είπα: «Τι; Διάολε όχι! Διάολε όχι! Σόρυ μαντάμ, παραείστε όμορφη γι αυτά τα φρικιά, μα είμαι παντρεμένος.»

Έδειξα και την βέρα μου, μήπως και αυτό σήμαινε τίποτα, μα όλοι τους γέλασαν. Οι δυο φρουροί μου, κάρφωσαν τα όπλα τους στην γη και με έπιασε ο ένας από τα χέρια και ο άλλος από τα πόδια. Άρχισα να κοπανιέμαι και ο γέρος άρχιζε να μου βγάζει το παντελόνι…

«Τι στο διάολο κάνετε! Σταματήστε! Ανώμαλοι! Ζώα! Σταματήστε!» ούρλιαζα, μα ήταν μάταιο. Μου έβγαλαν το παντελόνι και με πέταξαν, γυμνό από την μέση και κάτω, μπροστά στην Μάνα.

Εκείνη με κοίταξε φιλήδονα και έγλειψε τα χείλη της χαμογελώντας λάγνα.

Και το σοκαριστικό; Ένιωσα το πέος μου να τινάζεται!

Ένιωσα ένα ακόντιο στην πλάτη μου και ένα σπρώξιμο που με ώθησε στο κρεβάτι. Μα ο τρόμος έκανε και πάλι την επιστροφή του, όλο αυτό που ζούσα ήταν παρανοϊκό, άρρωστο, δεν ήταν δυνατόν να έχω και στύση.

Ας πέθαινα, μα αυτό το τέρας δεν θα το πήδαγα…

Με έπιασε με το μαλακό της χέρι και το πέος μου παρέμεινε νεκρό. Προσπαθούσα να σκεφτώ το πύον και την σαπίλα και όχι το πόσο μου είχε λείψει η Νικόλ ή το σεξ. Πίεσα τον εαυτό μου να μην καβλώσει, εγώ σεβόμουν την Νικόλ μου, δεν έκανα εγώ τέτοια. Πόσο μάλλον με αυτή την αρρωστημένη σκύλα!

Πάλι καλά δούλεψε το κόλπο.

«Δυνατός άντρας μα αδύναμο πέος…» είπε με μια βαθιά και σέξι φωνή και προσπάθησα να σκεφτώ τροχαία ή ότι άλλο σάπιο μπορούσα, δεν έπρεπε να καβλώσω που να πάρει, δεν θα πατούσα το στεφάνι μου για να γαμήσω έναν εφιάλτη…

«Αύριο…» είπε και τότε μαύρισαν πάλι όλα.

Ξύπνησα σε ένα μέρος όπου ήταν απίστευτα σκοτεινά και ένιωθα κρύα πέτρα και χώμα κάτω από τον κώλο μου. Ψηλάφισα το πουκάμισό μου και πείστηκα εκείνη την στιγμή για το αν υπάρχει θεός, με μία μόνο αποκάλυψη: το πακέτο με τα τσιγάρα μου και ο αναπτήρας ήταν ακόμα εκεί! Παρά τις προηγούμενες αντιστάσεις μου και όλο το ταρακούνημα του αιώνα που είχα φάει, μέσα στην μικρή τσεπούλα ήταν ακόμα αυτά τα ιερά κειμήλια, που ίσως να βοηθούσαν στην σωτηρία μου.

Με τρεμάμενα χέρια άναψα τον αναπτήρα και κοίταξα γύρω μου.

Ήμουν σε κάποιου είδους χαμηλοτάβανη σπηλιά, στην μία άκρη υπήρχαν κάθετα πολύ χοντρά κλαδιά και στην άλλη μία ξύλινη πόρτα. Είδα το παντελόνι μου και τα παπούτσια μου και ντύθηκα μεμιάς. Για κάποιο λόγο γυμνός ένιωθα πιο ευάλωτος. Μόλις το έκανα αυτό στα τυφλά, άναψα για λίγο τον αναπτήρα και άρχισα να ταρακουνώ τα κλαδιά, αλίμονο όμως, ούτε καν έτριξαν, ούτε καν κινήθηκαν.

«Πούστη μου!» έβρισα σα να έφτυνα και ούρλιαξα και πάλι ταρακουνώντας τα με λύσσα. Μάταιο, δεν ένιωθαν μία.

Έπεσα πίσω και έκατσα με την πλάτη στον τοίχο.

Άναψα τον αναπτήρα μου και περιεργάστηκα έναν γύρο το μικρό χώρο. Πάτωμα από χώμα και πέτρα, ταβάνι και τοιχώματα από πέτρα, μα πέρα από αυτά ένα αξιοπρεπέστατο κελί. Καθαρό και για του λόγου το αληθές με μία ξύλινη καράφα κοντά στην πόρτα!

Κινήθηκα γρήγορα προς τα εκεί στα γόνατα και φώτισα μέσα: είχε νερό! Το ήπια με γρήγορες γουλιές, αδιαφορώντας μέσα στην δίψα μου για δηλητηρίαση ή οτιδήποτε άλλο και το άδειασα μέσα σε στιγμές.

Επέστρεψα στην θέση μου, με την πλάτη στη πέτρα και την πόρτα κάπου μπροστά μου μέσα στο σκοτάδι και η καράφα ακόμα στα χέρια μου: καλώς ή κακώς ήταν το μοναδικό μου όπλο, ίσως να έσπαγε ένα δύο κεφάλια πριν μου σβήσουν και πάλι τα φώτα…

Να με σκότωναν, για κάποιο λόγο, ήμουν σίγουρος ότι θα αργούσε η μέρα!

Άρρωστα ζώα μέσα και έξω τους…

Το κεφάλι μου βούιζε από εκείνα τα χτυπήματα, σε συγχρονισμό με την ταχυκαρδία μου, και λευκά κύματα από τα μάτια μου ήθελαν να φωτίσουν το χώρο γύρω μου, μα το μόνο που έκαναν ήταν να εμφανίζουν μια λευκή ομίχλη, η οποία ερχόταν κι έφευγε, δίχως να φωτίζει τίποτα τελικά.

Προσπάθησα να ηρεμήσω το λαχάνιασμά μου και σκέφτηκα τι με είχε οδηγήσει εδώ: η συνομωσία του Άντριους με τον Μπαμπούσκα και ένα φορτηγό. Έβρισα και πάλι και ψηλάφισα την τσέπη μου και τον θεό μου. Έβγαλα ένα τσιγάρο στα τυφλά, το έβαλα στο στόμα μου και το άναψα.

Αν κατάφερνα να ζήσω θα έπαιρνα την εκδίκησή μου…

«Δε τα κάνεις αυτά σε μένα ρε, όχι!» μονολόγησα και εκνευρίστηκα με την χιλιοειπωμένη μου ατάκα, που πάντα πήγαινε στο βρόντο απ ότι φαινόταν.

Για ένα ακαθόριστο διάστημα, ο νους μου ήταν ένα τουρλουμπούκι από εικόνες προσώπων, καταστάσεων και ακαθόριστων σκέψεων. Το πρόσωπο της Κλάριτυ έπαιρνε την μορφή του Μπαμπούσκα, το πρόσωπο της Νικόλ γινόταν ο Άντριους, το αμαξάκι μου γινόταν ένα με τα δέντρα που μου είχαν κλείσει το δρόμο και τα Τρουφ ξεπετιόνταν συνεχώς ανάμεσα σε όλα τα άλλα. Ήταν σα γαμημένος εφιάλτης πυρετού: σε λούπα και δίχως διέξοδο! Όποια πιθανή λύση και αν σκεφτόμουν για το πρόβλημά μου σίγουρα θα ήταν άκαρπη, όποια απόπειρα κι αν έκανα για απόδραση σίγουρα θα αποτύχαινε, ότι κι αν σκεφτόμουν πάντα έβρισκα αδιέξοδο. Σαν αυτό των μαγικών δέντρων. Και πάλι λούπα… «Αγκού» από την Κλάριτυ, «Είναι εύκολο να το βρείτε, δεν θα χαθείτε» από τον Μπαμπούσκα, «Σε λατρεύω ρε πούστη!» από την Νικόλ και «Αχ, αυτός ο κόσμος πέρα από τα δάση γίνεται όλο και πιο δυσνόητος για εμένα.» από τον Άντριους… Και πάντα, μα πάντα, η επωδός: «Τρουφ! Τρουφ! Τρουφ!»

Σκατά!

Αν δεν σάλευα, που δεν ήταν και τόσο μακριά από το Μανιταροχωριό το μπουρδέλο της τρέλας, τότε θα κατέληγα να την πηδάω την Μάνα και να πίνω και νερό στην υγειά της.

Πραγματικά, αλλάζει η ιδέα της αγάπης όσο γερνάς, φίλε μου. Όταν είσαι νέος σε οδηγεί το πέος! Αν ήταν ζεστή η φωλίτσα της και αν με είχαν για θεό εκεί πέρα, θα μπορούσα ένα μήνα μετά να καλαμπουρίζω με τους σάπιους Τρουφ και να την πηδάω δίχως παράπονα, λέγοντάς την ‘’γαλάζια αγαπούλα μου’’. Εγώ όμως σεβόμουν και τιμούσα το στεφάνι μου παρά τις καύλες μου!

Αχ, οι καύλες, όσο είσαι νέος αναθεματίζεις που τις έχεις ώρες ώρες και όταν γερνάς αναθεματίζεις που δεν τις έχεις. Άτιμο πράμα… Η αγάπη όμως είναι κάτι βαθύτερο. Βαθύτερο και από το πιο βαθύ μουνί, αν θα ήθελα να γίνω ποιητικός λόγω της ηλικίας… Όταν είσαι νέος, την αγάπη την παίρνεις για δεδομένη, αυτό είναι ένα από τα πολλά λάθη των νιάτων. Όταν μεγαλώνεις, την προσέχεις, παλεύεις να την συντηρήσεις και… Παραληρώ όμως και πάλι, βλέπω το μπερδεμένο βλέμμα σου, ας επανέλθω…

Κάτσε να δω που ήμουν…

Α, ναι! Στο γαμίδι το κελί ήμουν! Πού αλλού;

Όσο περνούσε η ώρα στα σκοτεινά, ο θυμός μου καταλάγιαζε και όσο ένιωθα ότι δε θα ερχόταν κανείς σύντομα να μου ανοίξει, όσο περίεργο και αν σου ακουστεί, είχα αρχίσει να βαριέμαι. Ναι, σε εκείνα τα δάση έμαθα ότι ο πανικός σε κάνει να σκέφτεσαι άκυρα για να ηρεμήσεις, όπως και ότι αν η καρδιά βαρεθεί να καλπάζει σε κάνει να βαριέσαι. Παιχνίδια του εγκεφάλου και σκατά, αλλά δεν είμαι γιατρός για να σου πω τι ακριβώς παίζει.

Κάπνιζα λοιπόν και ο μόνος τρόπος να με ηρεμήσω, ο μόνος τρόπος που ήξερα μια ζωή, όπως έκανα από πολύ μικρός ακόμα, ήταν να αρχίσω να μουρμουρίζω κάποιο σκοπό. Ίσως να βοηθούσε να ξεχαστώ για λίγο, οπότε ξεκίνησα να κάνω βαθιά μέσα στο λαιμό μου την μελωδία του regulator, ξέρεις: μουμ (παύση) μουχουμ, μουχουμ, μουχουμ (παύση) μπούμ μπουμ (παύση) μουχουμ μουχούμ, (παύση) μπουμ μπουμ!

Δεν το ξέρεις; Ή το ξέρεις και δεν με καταλαβαίνεις; Ναι, μάλλον αυτό είναι, κάνω σα χαζός. Δεν πειράζει και να μη το ξέρεις όμως, παλιό τραγούδι, παμπάλαιο πια… Μα έχει σημασία αυτό το τραγούδι, πολύ μεγάλη σημασία!

Κάτι περίεργο συνέβη ξαφνικά, μα είχε αρχίσει να με ηρεμεί τόσο ο σκοπός που αδιαφόρησα. Το δωμάτιο άρχισε να τρέμει ελαφρά, μαζί με το μουρμουρητό μου, ένιωθα κάτι σαν μια μικρή σεισμική δόνηση, μα για κάποιο λόγο δεν με ένοιαξε αν θα ερχόταν κατάρρευση ή οτιδήποτε. Ας με πλάκωναν και ας με σκότωναν οι πέτρες, εγώ θα έλεγα το τραγούδι μου και ας καιγόταν ο κόσμος. Ίσως να ήταν και η λύτρωσή μου ο θάνατος από το να γαμούσα εκείνη την σάπια. Χα χα, σάπια κυριολεκτικά.

Ντάξει, ντάξει, συγγνώμη, μια πλάκα κάναμε ρε αδελφέ, τσίλαρε!

Κοιτούσα το κενό το λοιπόν και κάπνιζα, με την μουσική να παίζει πεντακάθαρα μέσα στο κεφάλι μου, αφού το συγκεκριμένο τραγούδι ήταν από τα αγαπημένα μου και όταν μέσα στο κεφάλι μου άκουσα την κιθάρα, στην αρχή με την ήρεμη μελωδία και μετά με την παραμόρφωση, συνέχισα να μουρμουρίζω τον σκοπό. Η δόνηση συνέχιζε σταθερά, μα δεν με ένοιαζε μία.

Κάπνιζα και σούφρωνα τα χείλη μου προς τα κάτω με ένα στυλ ‘’χέστηκα τι θα γίνει’’ και όταν μέσα στο κεφάλι μου ήρθε η ώρα να τραγουδήσω, σκέφτηκα ότι είμαι στην σκηνή, σε ένα ήρεμα φωτισμένο μπαρ και με την Νικόλ ίσως να με κοιτά με δέος. Κοιτώντας το κενό μπροστά μου, μπήκα στο κουπλέ, όπως θα έμπαινα αν παίζαμε. Την σωστή στιγμή, αψεγάδιαστος στον συγχρονισμό. Δεν με ένοιαζε αν η φωνή μου ήταν βραχνή ή αν δεν ήταν τέλεια –άλλοτε όλοι θα με βεβαίωναν για το αντίθετο- και μπάσα είπα τους πρώτους στίχους…

«Oh I see that lantern/ trimmed low burning in our home/ and though I feel like cryin’…»

Και εκεί σταμάτησα και δεν θα πιστέψεις ποτέ γιατί…

Μπροστά στην πόρτα είχε φανεί ένα μεταλλικό φανάρι! Από το πουθενά, μέσα από μία ασημιά ομίχλη, ένα φανάρι είχε σχηματιστεί και έστεκε εκεί! Σιγά σιγά φώτιζε μέσα στον χώρο, με ένα φως που έδιωχνε μακριά κάθε σκιά και κάθε φόβο!

Ήταν απίστευτο…

«Άντε γαμήσου!» άκουσα μια φωνή και γυρνώντας έκπληκτος, είδα πίσω από τα κάθετα κλαδιά έναν πιτσιρικά να κοιτά το φανάρι έκπληκτος όσο κι εγώ.

«Ποιος σκατά είσαι εσύ;» απόρησα και τραβήχτηκα στην γωνιά μου και πάλι. Αν και παρατηρώντας τον δεν είχα τίποτε να φοβηθώ. Φαινόταν πιτσιρικάς και φλωράκος, πιο πολύ με είχε τρομάξει η αναπάντεχη παρουσία του παρά το ενδεχόμενο απειλής από αυτόν.

«Ματθαίος Ζιλερέλ, ψυχοπλάνος σεφ. Και από ότι φαίνεται φίλε μου, είσαι κι εσύ ένας ψυχοπλάνος.»

«Ένας ψυχο-τι;» απόρησα και τον περιεργάστηκα. Θα ήταν γύρω στα είκοσι πέντε, γεματούλης, ξανθός με διάσπαρτες τρίχες στο πρόσωπό του, μα ακόμα δεν είχε συμπληρωμένα γένια. Χα, φλώρος! Πράσινα μάτια και μια αγαθή, μα στοιχειωμένη έκφραση στο πρόσωπο. Ε, όσο γι αυτή δεν τον αδικούσα! Αν ήταν παραπάνω καιρό από εμένα εδώ, τότε θα τα είχε δει όλα ο κακομοίρης…

«Ψυχοπλάνος, εμ… μάγος καλλιτέχνης, ας πούμε πολύ απλά.» μου έκανε, σα να μην μπορούσε να περιγράψει με λίγα λόγια αυτό που μου έλεγε και απλά βολεύτηκε με μια πολύ τραχιά περιγραφή –όπως συνειδητοποίησα με τα χρόνια. «Μου πασάρεις ένα τσιγάρο ρε παίχτη;»

Σαστισμένος που έβλεπα άλλον έναν άνθρωπο σε εκείνο το μέρος, σίγουρα θα έχασκα σα χαζός όσο το έκανα. Με είχε πει ‘’παίχτη;’’; Τι στο πούτσο; Ούτε ο γέρος μου δεν με έλεγε έτσι! Του πάσαρα λοιπόν το πακέτο και ξανακοίταξα το φανάρι, ενθυμούμενος τον αναπτήρα προς στιγμήν και ανησυχώντας για το φως μας. Μα εκείνο έστεκε εκεί ακόμα! Ολοκαίνουριο και φωτεινότατο…

Κούνησα το κεφάλι μου, δίχως να πιστεύω αυτή την νέα τρέλα!

Ήθελα να το κάνω να χαθεί…

Μα ήταν πάντα εκεί και φώτιζε!

«Αχ ναι, μου είχε λείψει αυτό!» άκουσα τον πιτσιρικά από το δίπλα κελί και τον είδα να πέφτει προς τα πίσω, καθιστός με την πλάτη στην πέτρα και κοντά στα ξύλινα κάγκελα που μας χώριζαν και να απολαμβάνει την ζάλη του καπνού.

«Τι στο πούτσο συμβαίνει;» σχεδόν ούρλιαξα. Είχα βρει άνθρωπο, μπορούσα να μιλήσω και ίσως ο τυπάς να με ένιωθε… Ίδιες φρίκες ζούσαμε!

«Από πού να ξεκινήσω και που να τελειώσω…» έκανε ο πιτσιρικάς και χαμογέλασε σα να είχε κάνει ένα προσωπικό αστείο. Στρίμωξε το χέρι του ανάμεσα από τα ξύλα και μου ξανασυστήθηκε: «Ματθαίος Ζιλερέλ.»

«Το είπαμε.» αποκρίθηκα και του έσφιξα το χέρι. «Εμένα με λένε Άλεκ Κ…» πήγα να πω, μα με έκοψε πριν ξεστομίσω το επώνυμό μου.

«Α, α, α! Όχι, όχι, μην μου πεις επώνυμο! Οι ψυχοπλάνοι πρέπει να έχουν ψεύτικη ταυτότητα, τα σωστά και τα ορθά να τα τηρούμε!» μου έκανε και μου πάσαρε το πακέτο με τα τσιγάρα μου και τον αναπτήρα.

«Τι λες που να πάρει; Τι σκατά είναι αυτή η λέξη που επαναλαμβάνεις συνέχεια;» έκανα εξοργισμένος και ξανακοίταξα το φανάρι, ίσως με λίγη καχυποψία αυτή την φορά. Η έκπληξη όμως παρέμενε η ίδια μέσα μου. Δεν το πίστευα ότι έστεκε εκεί και φώτιζε! Ποιος το είχε φέρει; Είχε υλοποιηθεί από το πουθενά;

«Ωραία, βλέπεις αυτό το φανάρι; Να σου το εξηγήσω με ένα παράδειγμα…» έκανε ο πιτσιρικάς και ο τόνος του είχε αρχίσει να μου σπάει τα νεύρα. Ήταν λες και είχε το πάνω χέρι ή λες και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία στο οτιδήποτε για εκείνον.

«Ακούω.» έκανα μουγκρίζοντας, συγκρατώντας τα νεύρα μου με την συμπεριφορά του. Στο κάτω κάτω αυτός δεν μου έφταιγε και τίποτα. Ας μην ήμουν ούγκανος και με δαύτον…

«Μην τα παίρνεις, ηρέμησε. Λοιπόν, εσύ το έφτιαξες αυτό το φανάρι.» μου έκανε απλά και τα νεύρα μου επέστρεψαν.

«Τι εννοείς γαμώτο;» φώναξα χαομένος. Ε, δεν το έλεγχα, τι να κάνω;

«Όταν άρχισες να μουρμουράς την μελωδία, τα κελιά μας έτρεμαν. Όταν ξεκίνησες να τραγουδάς, ότι έλεγε ο πρώτος στίχος ήρθε στη ζωή. Ίσως να είχες όλη την ψυχή σου στο τραγούδι σου, για το ποια τραυματική εμπειρία στο ξεκλείδωσε μπορώ να φανταστώ, χεχε. Από την έκπληξή σου καταλαβαίνω ότι τώρα το ξεκλείδωσες…» μου απάντησε με την ίδια απλότητα, χαμογελαστός και ρούφηξε μια τζούρα από το τσιγάρο του.

«Να ξεκλειδώσω ποιο ρε γαμώτο, τι λες;» μπερδεμένος όσο ποτέ πριν.

«Τη ψυχοπλάνη ρε μπάρμπα, το χάρισμα. Κοίτα εκεί! Υπήρχε πριν φανάρι εκεί; Είδες να ανοίγει κανένας Τρουφ την πόρτα και να το αφήνει;» μου έκανε σα να μιλούσε με χαζό και εκνευρισμένος γύρισα προς το μέρος του: «Κι εσύ που τα ξέρεις όλα αυτά ρε; Και γιατί δεν μίλησες πριν που κοπανιόμουν σα τρελός ρε; Πριν που νόμιζα ότι ήμουν μόνος και θα σάλευα; Μίλα ρε…» τον πίεσα και βλέποντας τον να κάνει το τσιγάρο μου χαλαρός ήθελα να του σπάσω τα μούτρα.

«Δεν μίλησα ακριβώς επειδή κοπανιόσουν σα τρελός και μέσα στο σκοτάδι που να καταλάβω με τι είχα να κάνω; Και τα ξέρω επειδή σου είπα, είμαστε ομόφυλοι.» μου έκανε και σάστισα.

«Ώπα ώπα, είμαι παντρεμένος και με παιδί! Επειδή είμαστε κλεισμένοι εδώ και είμαστε οι μόνοι άνθρωποι, δεν σημαίνει ότι θα σου πάρω και πίπα, επειδή μιλάμε.» τον έκοψα φοβισμένος.

Τον άκουσα να ξεσπά σε γέλια και όταν συνήλθε επανέλαβε αργά: «Ομό-φυ-λοι. Όχι ομοφυλόφιλοι… Δεν νομίζω να είσαι ομοφοβικός;» ρώτησε και με κοίταξε με μισό μάτι.

«Εμ, όχι, εσύ;» έκανα σαστισμένος και μετά τίναξα το κεφάλι μου για να συνέλθω, σκεπτόμενος πόσο είχε ξεφύγει η κουβέντα. «Πες μου τι εννοείς που να πάρει, δεν καταλαβαίνω τίποτα.»

«Λοιπόν από μικρή ηλικία ήσουν καλλίφωνος ή μάθαινες εύκολα διάφορους σκοπούς;» με ρώτησε και δεν είχα ιδέα που το πήγαινε.

«Ναι, η μάνα μου μού έπαιζε μουσική όσο ήμουν στην κοιλιά της και μου λέει ότι από μωρό ακόμα μουρμούριζα τα νανουρίσματα που μου έλεγε. Εγώ δεν το θυμάμαι φυσικά.» απάντησα όπως κι αν είχε.

«Τέλεια, εγώ από πέντε χρονών έκανα για την αδελφή μου τα τέλεια σάντουιτς και από την Τετάρτη δημοτικού μαγείρευα για όλη την οικογένεια τα βράδια της Παρασκευής.» μου έκανε και χαμογέλασε λες και όφειλα να καταλάβω τι σκατά έλεγε.

«Τι με νοιάζουν τα σάντουιτς ρε;» ρώτησα αγριεμένος.

«Κλίση σε κάποια τέχνη από πολύ μικρή ηλικία. Να φανταστώ επίσης ότι με όλα όσα παίχτηκαν επάνω με τη Μάνα και τους Τρουφ φρίκαρες όσο ποτέ άλλοτε στην ζωή σου;» ρώτησε χαμογελαστός και πάλι.

«Εσύ τι λες;» έκανα ειρωνικά, δίχως να καταλαβαίνω τι λέει και με το χαμόγελο να με εκνευρίζει άπειρα.

«Ορίστε, ξεκλείδωσες το χάρισμα, φίλε μου είσαι ένας ψυχ…» άρχισε να λέει, σβήνοντας το τελειωμένο τσιγάρο του.

«Μη το πεις…» τον προειδοποίησα.

Τον είδα να χαμογελά σκανταλιάρικα.

«Ψυχοπλάνος!» μου είπε πεταχτά και άπλωσα το χέρι μου, μουγκρίζοντας, για να τον γραπώσω από τον λαιμό, μα είχε ήδη τραβηχτεί πέρα από την ακτίνα μου.

«Θα σε σκοτώσω ρε!» του φώναξα και πραγματικά το εννοούσα. Ναι, ήμουν φουλ απολίτιστος έπειτα από όλα όσα είχαν συμβεί…

«Α, οκ. Αφού δεν θες να μάθεις άλλα…» μου έκανε χαμογελώντας και μούγκρισα κοιτώντας το ταβάνι. Έπεσα πίσω αποκαμωμένος, έβγαλα ένα τσιγάρο, του πάσαρα ένα και του είπα, ανάβοντας το δικό μου: «Μίλα.»

Άναψε το τσιγάρο του στα καπάκια από το προηγούμενο και ξεκίνησε να μιλάει.

«Θες να σου κάνω μία επίδειξη της δικής μου, άχρηστης, δύναμης;» μου προλόγισε τα όσα θα ακολουθούσαν.

«Δείξε μου.» έκανα, έχοντας παραδώσει τα όπλα, αν ακολουθούσαν κι άλλες τρέλες θα τις δεχόμουν με την κούραση που είχα. Και γυπαετός να χόρευε καρσιλαμά δίπλα από το φανάρι μου, θα ανασήκωνα τους ώμους και θα έλεγα: ‘’Ε, συμβαίνουν αυτά, αυτά… πάνε και έρχονται’’. Διάολε, θα χτυπούσα και παλαμάκια και θα του έβαζα στο ράμφος και ένα τσιγάρο να τον κάνω το μέγιστο αλάνι τον χορευταρά μου.

Τον γυπαετό…

Με πιάνεις; Άστο, δεν ξέρω τι λέω!

«Ποιο είναι το αγαπημένο σου φαγητό.» με ρώτησε ο Ζιλερέλ. «Κάτι δύσκολο, κάτι που έφτιαχνε κάποιος που αγαπούσες, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει και σου έχει λείψει. Απλά πες μου.» μου είπε και η σοβαρότητά του δεν σήκωνε χαβαλέ τώρα ή νεύρα.

«Ε, ξέρω γω… Η μηλόπιτα της γιαγιάς μου ήταν γαμάτη.» είπα απλά και χαμογέλασα, ενθυμούμενος τα αστεία γάντια της και το ταψί όταν την έβγαζε από το φούρνο. Πως μύριζε όλο το σπίτι και πως μου χαμογελούσε όταν μου έφερνε το κομμάτι μου…

«Ωραία, πάρε τώρα μια χούφτα χώμα και πες μου την πρώτη λέξη που θα σου έρθει στο μυαλό για την γιαγιά σου.» συνέχισε σα να ήταν κανένας ταχυδακτυλουργός και εγώ θεατής που να πάρει.

Τον κοίταξα με μισό μάτι.

«Έλα κάντο, δεν έχω την τρελή δύναμη, αλλά δεν είναι κόλπο, πίστεψέ με.» μου είπε με την ίδια σοβαρότητα και συνέχισα.

«Πφφ, ξέρω γω… Ροζ.» έκανα ενθυμούμενος και πάλι τα γάντια. Γέμισα την χούφτα μου με χώμα και του την έδειξα νιώθοντας γελοίος. Εκείνος ακούμπησε το χώμα από την πάνω του μεριά και μουρμούρισε μηλόπιτα και ροζ. Ένιωσα το χέρι μου να μυρμηγκιάζει και όταν σήκωσε το δικό του, ένα κομμάτι μηλόπιτα ήταν μέσα στην παλάμη μου!

Τον κοίταξα με ανοιχτό το στόμα!

«Χρήσιμο ε; Πόσες μέρες έχεις να φας; Χώσου…» μου έκανε και νιώθοντας την κοιλιά μου να γουργουρίζει δάγκωσα με λαιμαργία το κομμάτι.

Και δεν θα το πιστέψεις ρε συ…

Η γεύση φίλε μου ήταν ίδια με αυτή της γιαγιάς!

Ένιωσα και πάλι πέντε χρονών, με τα πόδια μου να μην ακουμπούν το πάτωμα από την καρέκλα των μεγάλων που καθόμουν, με ένα ζεστό κομμάτι μηλόπιτα στο τραπέζι μπροστά μου και σχεδόν άκουσα την γιαγιά μου να μου λέει ότι είμαι μεγάλο παιδί! Ω ναι, ήμουν ένα μεγάλο παιδί πια, με μύες και μούσια, αυτό ήμουν! Και τούτη η μηλόπιτα, ψεύτικη ή όχι, ήταν μονάχα για την παρτάρα μου!

Έφαγα όλο το κομμάτι λαίμαργα και πραγματικά, έπειτα ένιωθα χορτάτος. Έφαγα κάθε ψίχουλο, αδιαφορώντας για το αν ήταν χώμα εν τέλει ή όχι…

«Αυτή είναι η δική μου δύναμη.» έκανε απλά όταν τον κοίταξα και φαινόταν απογοητευμένος. Βαθιά στεναχωρημένος…

«Κάτσε ρε, δηλαδή τώρα έφαγα χώμα;» απόρησα με γνήσιο μπέρδεμα και τον κοίταξα πάλι σα βλάκας, έτοιμος να φτύσω με αηδία, σκεπτόμενος τι μπορούσε να έχει κάτσει σε αυτό το κελί πριν από εμένα. Μα η επίγευση ήταν τόσο υπέροχη που να πάρει, τόσο τέλεια που ήθελα κι άλλο.

«Όχι, αυτό είναι το θέμα. Έχεις ακούσει που λένε ότι δεν χρησιμοποιούμε όλο το κομμάτι του μυαλού μας ή ότι κάποιοι σηκώνουν τραπέζια μόνο με την σκέψη ή ότι οι Σαολίν θάβονται ζωντανοί ή μέσα στο χιόνι και επιβιώνουν και λοιπά και λοιπά.»

«Ναι.»

«Ε, αν δεν πιστεύεις στην ψυχή, εμείς το κάνουμε με την δύναμη του νου. Αν πιστεύεις στην ψυχή, το κάνουμε με την δύναμη της ψυχής μας. Αν θεωρείς ότι εκπροσωπείς μία Τέχνη και έχεις κλίση σε αυτήν από πολύ μικρός, ένα σοκ από υπερφυσικά αίτια ή ένα δραματικό γεγονός αφυπνίζει το χάρισμα. Είναι σαν να σου δίνει το σύστημά σου μια άμυνα στο τι θα έρθει, σα να σκάει ηλεκτροσόκ συναισθημάτων και να στο ξεκλειδώνει. Ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Δεν ξέρω, όλα είναι εικασίες στις λεπτομέρειες, μα το αποτέλεσμα το βλέπεις. Ψυχοπλάνη.» είπε και πάλι και είχα σαστίσει, όλα για κάποιο λόγο έβγαζαν νόημα.

Παρέμεναν παρανοϊκά, σα τον χορευτή γυπαετό δηλαδή, μα ήταν η μόνη παράνοια με εξήγηση. Οπότε μου έκανε και θα έλεγα και ευχαριστώ κιόλας…

«Ψυχοπλάνη.» επανέλαβα κι εγώ σα κουτός πίθηκας, με την λέξη να ηχεί τώρα καλύτερα στα αυτιά μου. «Που τα ξέρεις όλα αυτά ρε;» ρώτησα και πάλι καχύποπτα.

«Από τον Νεκρόφσκι.» έκανε με βάρος στην καρδιά και σφίχτηκε με την σειρά της και η δική μου καρδιά.

«Ώπα, πώς τον είπες;» ρώτησα έκπληκτος.

«Μπόρις Νεκρόφσκι.» έκανε απορημένος.

«Αυτός είναι! Ο Μπαμπούσκας!» μονολόγησα και τον κοίταξα στα μάτια.

«Τι λες;» με ρώτησε μπερδεμένος.

«Κοντός, χοντρός, με ηλίθιο παχύ μουστάκι, με κακία στα μάτια και ένα γαμημένο χαμόγελο κάτω από το γαμημένο το μουστάκι του;» ρώτησα, αν και παραγινόμουν προσωπικός στη περιγραφή μου.

«Απ’ ότι θυμάμαι ναι.» έκανε εκείνος και ήταν η σειρά του να με κοιτάξει με έκπληξη.

Πέταξα το τσιγάρο μου στην άκρη και του όρμησα! Τον βούτηξα από τον λαιμό πριν προλάβει να μου ξεφύγει πάλι και άρχισα να σφίγγω. Είχα σαλέψει και επιτέλους κάποιος θα την πλήρωνε. Δεν σκεφτόμουν ότι ίσως να ήταν σύμμαχος ο χοντρούλης, μέσα στο θόλωμά μου ήθελα απλά να ακούσω τον λαιμό του να σπάει!

«Τι… σε… έπιασε;» πάλεψε να πει καθώς μου χτύπαγε τον πήχη με όλη του την δύναμη.

«Δουλεύετε μαζί ρε; Μίλα ρε!» του φώναξα και με γρατσούνισε. Τα νύχια του χώθηκαν βαθιά μέσα στη σάρκα μου και ένιωσα ένα έντονο τσούξιμο πόνου. Το φανάρι τρεμόπαιξε και τον άφησα πιο πολύ από το σοκ παρά από τον πόνο. Τον άκουσα να βήχει και το φως επανήλθε σταθερό. Το χέρι μου απλά το ένιωθα λίγο πιο ζεστό στο σημείο των ουλών, μα η αντίδραση του φαναριού με είχε κάνει να απορήσω και πάλι.

«Τι σκατά;» απόρησε ο Ζιλερέλ και με κοίταξε με φόβο.

«Που τον ξέρεις ρε; Μίλα ρε!» του φώναξα και έπιασα με μανία τα κάθετα κλαδιά. Άρχισα να τα κουνάω και ήθελα να τα σπάσω και μετά να τον σαπίσω στο ξύλο.

Μάταια…

Εκείνα πάντα μου αντιστέκονταν!

«Θα σου πω, θα σου πω, άραξε.» μου έκανε, πιάνοντας ακόμα το λαιμό του για να βεβαιωθεί ότι ήταν καλά. «Δεκαπέντε χρονών, είχε πεθάνει η μάνα μου από καρκίνο και είχα ξεκλειδώσει το χάρισμα. Ήρθε ένα βράδυ και με απήγαγε. Σκότωσε τον πατέρα μου και την αδελφή μου εκείνο το βράδυ. Πέρασα πέντε χρόνια στη Ρωσία με πειράματα κάθε λογής και όταν με βαρέθηκε με πέταξε εδώ.» είπε γρήγορα.

«Πόσο καιρό είσαι εδώ;» ρώτησα στον ίδιο τόνο με πριν.

«Δυο μήνες; Τρεις;» μου έκανε και σάστισα, ήταν πολύ μικρότερος από ότι είχα φανταστεί. Οι κακουχίες τον είχαν γεράσει πρόωρα και ένιωσα αρχίδι, βλέποντας τον ειλικρινή του τρόμο και βεβαιώθηκα ότι δεν παίζει να ψευδόταν. Ηρέμησα, του έδωσα άλλο ένα τσιγάρο και έκατσα ανάβοντας κι εγώ.

«Και νόμιζα ότι εγώ την είχα γαμήσει…» μονολόγησα.

«Την Μάνα;» με ρώτησε και χαλάρωσε κι αυτός, αν και με κάποια επιφυλακτικότητα οφείλω να ομολογήσω. Με είχε φοβηθεί το μάτι του! Ο κακομοίρης…

«Τι;! Όχι, θεέ μου όχι!» έκανα και ανατρίχιασα μόνο στην ιδέα. «Είμαι παντρεμένος με παιδί, αν ήταν να κερατώσω τη Νικόλ μου θα το έκανα για καμιά διάσημη, όχι γι αυτό το τέρας. Την αγαπάω την γυναίκα μου, το σέβομαι το στεφάνι μου.» εξομολογήθηκα.

«Δεν είναι και τόσο άσχημη…» έκανε εκείνος πιο πολύ μονολογώντας.

«Τι;!» φώναξα σχεδόν και πάλι από έκπληξη.

«Εμ, τι; Πώς νομίζεις ότι παραμένω ζωντανός;» σχεδόν κόμπασε! Αν ήταν δυνατόν!

«Σοβαρά;» ρώτησα ανατριχιάζοντας σύγκορμος.

«Αχά, η πρώτη μου γκόμενα και είμαι περήφανος πατέρας είκοσι ενός παιδιών. Ένα μήνα η κάθε εγκυμοσύνη, κάθε εγκυμοσύνη εφτάδιμα, γι αυτό είναι έτσι η κοιλίτσα της.» είπε και τις τελευταίες τρεις λέξεις τις χρωμάτιζε… αγάπη; Τι σου είπα πιο πριν για καύλες και αγάπη και την σύγχυση των δύο όταν είσαι μικρός…

Κοιλίτσα!

Παναγία μου δηλαδή…

Είχα παγώσει!

Το σοκ ήταν απίστευτο…

«Τι;» απόρησε σαν να τον είχα προσβάλλει.

«Λυπάμαι ρε φίλε.» έκανα σοβαρά και ήθελα να τον πιάσω από τον ώμο, μα μόλις σήκωσα το χέρι μου έκανε να τραβηχτεί φοβισμένος. Του έκανα νόημα να αράξει…

«Μην λυπάσαι, τουλάχιστον δεν θα πεθάνω παρθένος.» είπε και γέλασε.

«Δεν θέλω να σχολιάσω, ας αλλάξουμε θέμα σε παρακαλώ.» πραγματικά υπήρχε παρακάλι στην φωνή μου.

«Πες μου. Τι θες να μάθεις…» είπε χαμογελώντας και με ύφος επιστήμονα και παντογνώστη.

«Τι νομίζεις ότι παίζει εδώ;» ρώτησα χωρίς να σχολιάσω το υφάκι του.

«Απίστευτα σπάνια φάση, μα συμβαίνει: στοίχειωμα νεκρού ψυχοπλάνου.» μου έκανε σοβαρός και βαρύς.

«Τι εννοείς;» ρώτησα μπερδεμένος.

«Πάρε για παράδειγμα το τσαρδί του Κέβιν Τικ Τοκ…» μου είπε λες και τον ήξερα τον τυπά.

«Τι μανία είναι αυτή με τα ψευδώνυμα;» αγανάκτησα.

«Μου είπες ότι είσαι παντρεμένος με παιδί, θα ήθελες να τους βρεις νεκρούς μόνο και μόνο επειδή είσαι ότι είσαι; Υπάρχουν άνθρωποι που μας κυνηγούν, τον έναν τον είδες σήμερα που να πάρει. Πώς θα σε λένε λοιπόν;» με ρώτησε και μπερδεύτηκα.

«Τι εννοείς;».

«Βρες ψευδώνυμο ρε.»

«Ε, ξέρω γω…» έκανα και σκέφτηκα, μα το πρώτο που μου ήρθε ήταν η ατάκα που είχα πετάξει κοροϊδευτικά στον Μπαμπούσκα: ‘’Γουστάρεις ξυλεία μαν μου;’’. Ε, δεν πειράζει. Έκανε και αυτό: «Άλεκ Τιμπερ, ξέρω γω…»

«Τέλειο! Απλό και φαίνεται φθαρμένο, κανονικό όνομα, καλύτερο και από το κανονικό σου μη σου πω!»

«Το ‘’ξυλεία’’;»

«Σώπα μην το υποτιμάς, ξέρω εγώ και αυτό είναι ένα τέλειο ψευδώνυμο. Δεν θα ξέρει κανείς από πού τους ήρθες. Θα σε χάνουν, θα ψάχνουν όλα τα μαγαζιά ξυλείας της Αμερικής και του Καναδά για να σε βρουν, θα τρέχουν σε εργοτάξια και εσύ θα αράζεις με το γυναικάκι σου και άστους να κουρεύονται οι φουσκωτοί μπετόβλακες. Όσο για τον Νεκρόφσκι, το αρχίδι, τον γαμημένο…» άρχισε να λέει με πάθος, μα τον έκοψα.

«Εντάξει εντάξει, κατάλαβα. Μου είπες για τον Μπαμπούσκα και θα επιστρέψουμε σε αυτό και στους φουσκωτούς του, πες μου τώρα τι παίζει με το τσαρδί του Κέβιν Τικ Τοκ.»

«Ναι, ναι, συγνώμη.» έκανε και πήρε μια βαθιά ανάσα για να συνέλθει. «Η ψυχοπλάνη που λες, διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, αν κάποιος έχει κλίση σε μια τέχνη και η ψυχή του τρέμει από αυτή όταν δημιουργεί, τότε μπορεί να γίνει ψυχοπλάνος. Σχεδόν σίγουρα, αρκεί να του γαμηθεί η ζωή σε κάποια φάση. Υπήρχε ένας τυπάς για παράδειγμα, ο Έις, ο οποίος έχτιζε πύργους από τραπουλόχαρτα και τους επισκεπτόταν στο εσωτερικό τους. Είχε χάσει την γκόμενα του σε ένα ατύχημα με αεροπλάνο. Ο ίδιος πέθανε από ένα αεράκι. Τον πλάκωσαν οι τοίχοι του τελευταίου πύργου του. Υπήρχε ένας άλλος, ντιτζέι στο Λος Άντζελες, που νόμιζε ότι το να παρτάρεις είναι τέχνη. Τι να πω, δεν υπάρχει εξήγηση στο τι μπορεί να είναι τέχνη, μη με κοιτάς έτσι… Σάλεψε ένα ολόκληρο μαγαζί και ο τυπάς που είδες τον σκότωσε. Όχι ο ίδιος δηλαδή, οι φουσκωτοί του. Και υπάρχουν και περιπτώσεις σαν αυτή του Κέβιν Τικ Τοκ και πιστεύω ότι σε τέτοια φάση έχουμε μπλεχτεί.»

Είχε αρχίσει να με κουράζει το υφάκι του. Ήταν ο μεγαλύτερος φλώρος που είχα συναντήσει ποτέ στη ζωή μου και το έπαιζε αλάνι, μόνο και μόνο επειδή ήξερε όσα ήξερε. Τον έκοψα. Αν τον άφηνα θα μπορούσε να μιλάει για ώρες…

«Ο Τικ Τοκ, μαν μου…» του θύμισα.

«Α, ναι! Αν ο ψυχοπλάνος αυτοκτονήσει πάνω στο τελευταίο του κατασκεύασμα, μερικές φορές αυτό συνεχίζει να ζει. Μερικές φορές άβουλο και σε κώμα, μερικές μισεί τα πάντα σαν θνητός που ανακάλυψε ότι δεν υπάρχει θεός, είναι δημιούργημα δίχως δημιουργό και δίχως σκοπό και τα ρέστα. Είναι απίστευτα σπάνιο, μα συμβαίνει. Ακόμη πιο σπάνιο είναι το δημιούργημα να σκοτώσει τον δημιουργό, μα και πάλι συμβαίνει το ίδιο: συνεχίζει να ζει δίχως αυτόν! Τέσπα, ο Κέβιν ήταν ρολογάς στις αρχές του εικοστού αιώνα. Λονδρέζος. Αλλοίωνε τον χρόνο και ταξίδευε μέσα σε αυτόν με τα ρολόγια του. Σάλεψε σε μία φάση και μετακόμισε στο Γκρίνουιτς. Έχτισε ένα σπίτι εκεί και λένε ότι αυτοκτόνησε εκεί μέσα.» είπε τονίζοντας το ‘’λένε’’ με ύποπτη φωνή, μα τον έκοψα και πάλι.

«Στο Γκρίνουιτς; Με δουλεύεις ρε;» είχα αρχίσει να ξελαμπικάρω και για κάποιο λόγο ένιωθα ότι με δούλευε.

«Άκου, η φάση γίνεται πιο άρρωστη: ένας τυπάς χρόνια μετά, φοιτητής, νοίκιασε το σπίτι. Ξέρεις περίεργη νοικάρισσα, κοψοχρονιά το νοίκι, τρελή ευκαιρία που θα έπρεπε να τον βάλει σε υποψίες. Όταν όμως σκέφτεσαι με την τσέπη σου εθελοτυφλείς ενίοτε. Αχ, καταραμένη φτώχια… Τέσπα, τι να κάνεις… Ο φοιτητής που λες άρχισε σιγά σιγά να χάνει επαγγελματικά ραντεβού ή να πηγαίνει ώρες νωρίτερα. Το σπίτι στη μια μεριά ήταν ας πούμε στις έντεκα και το άλλο μισό στη μία. Το σημείο μηδέν στο κέντρο του σπιτιού, θα όφειλε να είναι στις δώδεκα, μα εκεί ήταν το σημείο μηδέν. Αποφάσισε λοιπόν ένα βράδυ να κλειδωθεί μέσα και να προσπαθήσει να βγάλει άκρη με την φάση. Την επόμενη μέρα η νοικάρισσα τον βρήκε, αλλά το πώς τον βρήκε είναι το θέμα. Ένα μάτσο κόκκαλα με λευκά μακριά μαλλιά και με έναν ομφάλιο που είχε χωθεί στο πάτωμα ανάμεσα στις τάβλες του σπιτιού. Όσο για το κορμί του; Ή ο σκελετός από αυτά τα κόκκαλα; Ξέρεις πώς ήταν; Ενώ το σώμα ήταν ενήλικα, κάποια άκρα ήταν παιδιού και… το πιάνεις το νόημα. Σκατά, το σπίτι τον αλλοίωσε…» έκανε σοβαρός και ένιωθα να ανατριχιάζω μέχρι το μεδούλι μου. Μα έκλεισα το στόμα μου, πριν πέσει το τσιγάρο μου που κρεμόταν από εκεί, και είπα: «Πίπες.»

«Φίλε πήγα στο σπίτι. Ήταν όλο πεντακάθαρο εκτός από μία γραμμή σήψης στο κέντρο του. Ήταν μία ελληνική σειρά που έβλεπα μικρός, Κωνσταντίνου και … δεν έχει σημασία, ήταν η ίδια φάση αλλά σε θρίλερ…» μου έκανε και ο φόβος στο πρόσωπό του, δήλωνε ότι όντως είχε πάει.

Έπρεπε να αλλάξω θέμα, όλα αυτά τα σκατά με αρρώσταιναν.

«Κάτσε ρε, Έλληνας είσαι;»

«Ναι! Με λένε Ματθαίο, στο είπα. Γιατί;»

«Το Ζιλερέλ που κολλάει;»

«Ψευδώνυμο, μου αρέσουν οι Γάλλοι και μου το έδωσε ο Νεκρόφσκι. Λογοπαίγνιο για τον Ζυλ Ντε Ρε, είχε βλέψεις για εμένα, μα δεν του έκανα την χάρη.» είπε αινιγματικά.

«Πες μου τι έγινε…»

«Με ήθελε για πράκτορά του, δηλητηριαστή ή ανακριτή, μα έπειτα από λίγες αποστολές δεν ήθελα άλλο. Δεν το είχα μέσα μου, δεν θέλω να κάνω κακό στον κοσμάκη. Του είπα ότι θέλω να την κάνω, με νάρκωσε και ξύπνησα εδώ. Παίζει να με λυπήθηκε. Συνήθως ή σκοτώνει ή κάνει φυτά τους υποτελείς του. Βέβαια αν με έκανε φυτό δεν θα λειτουργούσε πια η ψυχοπλάνη, αλλά δεν ξέρω γιατί στάθηκα τόσο τυχερός.»

«Κάτι μου λέει ότι δε τα λες όλα Ζιλερέλ.» πίεσα, εφόσον παρέμενε μυστήριος.

«Κάτσε ρε κύριος… Που ξέρω εγώ αν δεν σε έστειλε εσένα ο Νεκρόφσκι και είσαι απλά ένας πολύ καλός ηθοποιός που θέλει να με ξεκάνει μόλις βρει την ευκαιρία;» μου έκανε καχύποπτα.

«Τι λες μωρέ;» αγανάκτησα με την παράνοια των λεγόμενών του.

«Μπορώ να ξέρω αν είσαι ή δεν είσαι μαζί του;» επέμεινε.

«Να μαι μαζί του μωρέ; Τον σιχαίνομαι.» ομολόγησα απηυδισμένος.

«Και εγώ που το ξέρω αυτό; Σε ήξερα από χτες;» μου είπε κοιτώντας με μισό μάτι.

Έμεινα να τον κοιτάω σα χάνος!

Μου το έπαιζε μάγκας ο μπούλης! Πολύ αέρα είχε πάρει με όλα αυτά τα τσιγάρα και τα πάρε δώσε μας… Ίσως να είχε σαλέψει όσο καιρό ήταν εδώ, μα είχε δίκιο ο τρελάρας: δεν μπορούσε να το ξέρει!

«Οκέι, στο δίνω αυτό. Δηλαδή δεν θα μου πεις άλλα;» ρώτησα κουρασμένος.

«Θα σου πω όσα ξέρω, αλλά όχι όλα.» είπε αινιγματικά.

«Δεν βγάζει νόημα αυτό.» έκανα μπερδεμένος.

«Εσύ στην θέση μου δεν θα ήσουν επιφυλακτικός;» με ρώτησε.

«Ναι, αλλά είμαστε σύμμαχοι.» είπα αθώος σα βλάκας.

«Ο χρόνος θα δείξει.» πρόσθεσε στον ίδιο τόνο.

«Ξεκόλλα ρε.» ξέσπασα νευριασμένος.

«Εσύ ξεκόλλα, σου ορκίζομαι ότι δεν θα σου πω ψέματα, μα δεν θα σου τα πω όλα. Δεν είναι έντιμο αυτό από μεριά μου;» μου δικαιολογήθηκε.

«Είναι.» έκανα κουρασμένος και μείναμε να κοιταζόμαστε καχύποπτα σα γαμημένα πεντάχρονα.

«Πες μου λίγα ακόμα γι αυτό το μέρος.» είπα εν τέλει.

«Το περιβολάκι του διαόλου…» μουρμούρισε στα ελληνικά και φυσικά δεν κατάλαβα λέξη.

«Τι είπες;»

«Το περιβολάκι του διαόλου…» επανέλαβε, λες και αυτό έβγαζε νόημα και άρχισα να εκνευρίζομαι.

«Μίλα ρε να σε καταλαβαίνω…» του είπα και εδώ ας κάνω άλλη μια παρένθεση.

Όταν χρόνια μετά έμαθα ελληνικά και του ζήτησα να μου πει τι είχε πει εκείνο το βράδυ, γέλασα με το χαρακτηρισμό, μα εκείνος είχε παραμείνει σοβαρός. Δεν ξέρω έπειτα από όλα όσα είχε περάσει τι σημασία είχαν αυτές οι λέξεις μέσα στο κεφάλι του, μα εγώ πάντα γελάω όταν σκέφτομαι τον συνδυασμό των λέξεών του. Άκου εκεί το περιβολάκι του διαόλου, χα χα χα! Μερικές φορές έλεγε κιόλας: ‘’Χουνέρι στο περιβολάκι του διαόλου!’’ και παρά τα όσα είχαμε ζήσει εκεί, πάντα έλιωνα, έχει πλάκα η σειρά των λέξεων ώρες ώρες.

Χουνέρι στο περιβολάκι του διαόλου…

Τέλος πάντων, είπαμε πολλά ακόμα εκείνο το βράδυ και με τα χρόνια βεβαιώθηκα ότι όσα μου είπε ήταν αλήθεια. Ναι, μου είχε κρύψει κάποια πράγματα, μα δεν είχε πει ψέματα. Πολύ σύντομα γνώριζα όλα όσα γνώριζε κι εκείνος. Μα εκείνο το βράδυ μου αποκάλυψε με μία εξιστόρηση όλα όσα είχε ζήσει από το θάνατο της μητέρας του μέχρι να βρεθεί στο ‘’περιβολάκι’’ και τα περισσότερα είχαν ανατριχιαστικές λεπτομέρειες που δεν θέλω να επαναλάβω. Κάποια πράγματα που μου είπε στο μέλλον βέβαια κάλυψαν κάποια κενά από εκείνη την αφήγηση, μα εκείνο το βράδυ είχα απορροφηθεί και δεν παρατήρησα τις ελλείψεις της ιστορίας του.

Τον είχα συμπαθήσει όμως τον κερατά και με τον καιρό κατάλαβα ότι η επιφυλακτικότητα εκείνης της βραδιάς ήταν κατανοητή, αν όχι αυτονόητη. Μπορεί όταν σταματήσαμε να μιλάμε να τον χαρακτήρισα στο νου μου ρουφιάνο και να είχα ακόμα τις υποψίες μου, μα ήταν παιδί διαμάντι.

Με τα χρόνια έμαθα ότι ο Ματθαίος είχε ένα κακό χούι: υιοθετούσε τον τρόπο ομιλίας του συνομιλητή του. Δε λέω, όλοι το κάνουμε λίγο πολύ, μα με τον Ματθαίο ήταν σχεδόν σα να αλλοτριώνεται ο χαρακτήρας του! Είχε τύχει να συναντηθούμε σε επαγγελματικά ραντεβού, με τρεις διαφορετικές ομάδες ανθρώπων την ίδια μέρα, και τον έβλεπα να αλλάζει το λέγειν του σα να φόραγε νέο κουστούμι. Δεν έμπαινε όμως σε ρόλους, ήταν πάντα ο ίδιος καλούλης, χοντρούλης φλώρος που ήξερα. Απλά με εμένα θα μίλαγε μάγκικα, με κάποιο πελάτη αποστειρωμένα και τυπικά, με κάποιο χρηματοδότη με ευχέρεια λόγου και πλούσιο λεξιλόγιο, ενώ με τις κοπέλες θα μάσαγε τα λόγια του και θα ήταν από τις λίγες φορές που δεν πολυμιλούσε. Ναι, συνήθως δεν έβγαζε το σκασμό, του άρεσε ο ήχος της φωνής του και η κοινωνικοποίηση, μα με τις γυναίκες πάγωνε μια ζωή.

Αχ, ο Ζιλερέλ μου…

Ήμασταν φίλοι για σαράντα χρόνια με τον Ματθαίο και εσείς που να πάρει μου τον φάγατε κι αυτόν! Κερατάδες…

Θα προχωρήσω στην τραγική μέρα σε λίγο φίλε μου, αλλά πριν το κάνω θέλω να σου πω τι ειπώθηκε εκείνο το βράδυ πριν πάψουμε να μιλάμε και χαθούμε και πάλι στις σκέψεις μας μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.

Θέλω να σου μεταφέρω την υπόσχεση που έδωσα και η τύχη με την μοίρα με βοήθησαν να εκπληρώσω την επόμενη μέρα…

«Μην φοβάσαι, θα σε βγάλω από εδώ. Θα φύγουμε μαζί. Αύριο κιόλας!» του είπα καθησυχαστικά.

«Και πως σκοπεύεις να το κάνεις αυτό;» με ρώτησε χαμογελώντας κουρασμένος. Δεν ήλπιζε πια και σε πολλά, ήταν τόσο καιρό σε αυτή την κατάσταση που η ελπίδα ήταν κάτι που φοβόταν πια.

Του εξήγησα το σχέδιό μου λοιπόν και πάλι καλά όλα πήγαν κατ’ ευχήν.

Την επόμενη μέρα έγινε μακελειό…

(10/3/2016 | guest art by Captain Jimmy)

By | 2018-05-11T10:33:48+00:00 Μάιος 11th, 2018|