Και έζησε κανείς καλά; – ΤΡΟΥΦ! (4/4)

//Και έζησε κανείς καλά; – ΤΡΟΥΦ! (4/4)

Και έζησε κανείς καλά; – ΤΡΟΥΦ! (4/4)

Πραγματικά κυλάει ο χρόνος γρήγορα όταν κοιτάς πίσω. Πόση ώρα μονολογώ που να πάρει; Ελπίζω να μην σε κούρασα, δεν έχει μείνει πολύ ακόμη. Ξεμπερδεύουμε και με ξεπαστρέφεις, μα άσε με να κλείσω όλο αυτό το λογύδριο. Τα πενήντα χρόνια που απέμειναν να σου διηγηθώ δεν θα πάρουν πολλή ώρα. Αχ! Όσο γερνάς γίνεσαι πιο συνειδητός με το χρόνο, υπολογίζεις τον χρόνο, παρατηρείς πιο πολύ το ρολόι και ξέρω πως είναι να τον σπαταλάς χρόνο από τον άλλο.

Ας μπω λοιπόν στο προκείμενο να τελειώνουμε…

Η τρελή ιδέα του Ζιλερέλ λοιπόν είχε ως εξής: θα επιστρέφαμε μία φορά το χρόνο και θα σας κλέβαμε τις τρούφες!

Κανείς δεν γνώριζε αυτό το μέρος, η απειλή βλέπαμε ότι μπορούσε να αναχαιτιστεί και θα φτιάχναμε τις ζωές μας από αυτό… Θα ανοίγαμε μια αλυσίδα εστιατορίων και θα έκανε εκείνος τις επαφές που έπρεπε και για τους δυο μας. Και να πάει να γαμηθεί η ξυλεία. Από εδώ και πέρα μόνο καλοπέραση!

Δεν ήταν και άσχημο πλάνο, πέρα από αυτό τον κόσμο της παράνοιας είχα και μια οικογένεια να θρέψω και ήξερα ότι όταν θα σίγαζε η μανία της μάχης θα έπρεπε και πάλι να βρω κάτι για να βιοποριστώ. Κάτι νόμιμο, καλά τα σφαξίδια μα δεν θα ζούσα από αυτό, εκεί έξω υπήρχαν νόμοι και δεν θα περνούσε τέτοιο μακελειό ατιμώρητο, όποιοι ηθικοί κώδικες και αν υπήρχαν για τον σκοπό του.

Μα πρώτα έπρεπε να κλείσω κάποιους λογαριασμούς που είχα αφήσει ανοιχτούς.

Αφήσαμε το Μανιταροχωριό να καίγεται και ψάξαμε στις αποθήκες τους. Πάλι καλά εκεί είχαν μόνο τσουρουφλιστεί τα πράγματα, μα δεν είχαν λαμπαδιάσει. Γεμίσαμε το λοιπόν δύο τρεις σάκους με τρούφες -και λευκές και μαύρες, δεν κάναμε διακρίσεις- και είπαμε να την κάνουμε. Είδαμε κάμποσα παιδάκια Τρουφ να μας κοιτάνε τρομαγμένα, μα παρά το σφίξιμο στο στήθος, δεν σχολιάσαμε και απλά τα προσπεράσαμε –βλέποντάς τα με την άκρη των ματιών μας να ζαρώνουν από τον τρόμο.

Ίσως να ήσουν κι εσύ ένα από αυτά, συγχώρα με αν σε είχαμε τρομάξει ή σου είχαμε φανεί σα τέρατα, τώρα γνωρίζεις όλα όσα προηγήθηκαν, οπότε μπορείς να κρίνεις ανάλογα…

Φορτωθήκαμε τους σάκους όπως έλεγα και κινήσαμε έξω από το χωριό. Ο Ζιλερέλ ήξερε το δρόμο, κάποτε τον είχαν αφήσει λάσκα να κυκλοφορεί ανάμεσα στην κοινότητα, όπως μου είχε πει, οπότε δεν αργήσαμε να βρούμε το σαραβαλιασμένο φορτηγάκι μου. Δέντρα να κλείνουν τον δρόμο μπροστά ή πίσω δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα, οπότε πάλεψα κάμποσο με την μηχανή και αφού γκρίνιαξε λιγάκι, πάλι καλά, πήρε μπρος.

Απ ότι φαινόταν, ακόμα και ο κορμός που είχα τσουγκρίσει ήταν κατασκεύασμά τους…

Κάναμε όπισθεν και με ένστικτο πιο πολύ, παρά την ανάμνηση της διαδρομής όπως ήθελα να πιστεύω την προηγούμενη, βγήκαμε σύντομα στην πόλη. Θεέ μου, την προηγούμενη το απόγεμα ήμουν πάλι εδώ και ενώ όλα όσα είχαν συμβεί ήταν μόνο μέσα σε κάτι περισσότερο από είκοσι τέσσερεις ώρες, εμένα μου είχαν φανεί αιώνας!

Πήγαμε στο γνωστό μου καφέ…

Έπρεπε να πάρω τσιγάρα και να ξεπλυθώ από όλη την μπίχλα που είχα πάνω μου. Ο Ζιλερέλ το ίδιο. Και να φάμε κάτι της προκοπής, δεν υποτιμούσα τον φίλο μου, μα με φρίκαρε ακόμα η ιδέα ότι όλα όσα έτρωγα ήταν δημιουργήματά του!

«Θεέ μου! Τι πάθατε;» αναφώνησε η γνωστή σερβιτόρα, η οποία για κάποιο λόγο δούλευε βράδυ εκείνη τη μέρα.

«Άστα να πάνε.» της έκανα απλά και παρήγγειλα δύο καφέδες, δύο μπέργκερ και ένα πακέτο τσιγάρα. Λεφτά δεν είχα πάνω μου, μα δεν πειράζει να τα κράταγε στο τεφτέρι της για λίγο καιρό. Χέστηκα ήταν η αλήθεια, της είπα να τα γράψει στο όνομα του Άντριους, ένα γεύμα ήταν η μικρότερη χάρη που μου χρωστούσε έπειτα από όλα αυτά. Το κάθαρμα…

Ο Ζιλερέλ έπεσε βαριά σε μια καρέκλα και εγώ πήγα στο μπάνιο.

Πέταξα το πουκάμισό μου, το είχα σιχαθεί πια, πέταξα και το σκουφί μου, τα νεύρα μου με έκαναν να νιώθω γελοίος με αυτή τη μαλακία στο κεφάλι μου και έπλυνα τα χέρια μου. Τρεις φορές! Ξέπλυνα την μούρη μου και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Όλη αυτή η εμπειρία με είχε γεράσει πριν την ώρα μου που να πάρει!

Μέσα σε μία μέρα –γεμάτη τρόμους φυσικά- οι μύες μου ήταν πρησμένοι και τεντωμένοι σα να είχα πάρει βουνά αναβολικών, τα μαλλιά μου είχαν ασπρίσει και η μούρη μου είχε χαραχτεί βαθιά από ρυτίδες φρίκης!

Έβρεξα τον σβέρκο και το πρόσωπό μου και επέστρεψα στο τραπέζι μας. Το φαγητό ήταν εκεί και έφαγα σα το ζώο, όσο ο Ζιλερέλ μου εξηγούσε την φάση του εστιατορίου. Του είπα να μην σκέφτεται αλυσίδες και μαλακίες. Ένα βήμα την φορά, θα ξεκινούσαμε από το Τέξας του είπα, κάπου κοντά στο Μπράουνσβιλ, να είμαι δίπλα στην οικογένειά μου. Μετά βλέπαμε. Θεού θέλοντος που λένε…

Κατένευσε σοβαρά και έφαγε ήσυχα. Ήπιαμε τους καφέδες μας, κάναμε τα τσιγάρα μας και κινήσαμε για το εργοτάξιο.

Δεν με ένοιαζε αν ήταν αργά ή όχι.

Έπρεπε να πω κάποια πραγματάκια στον Άντριους…

Τον βρήκαμε στο γραφείο του φυσικά, με ένα μπουκάλι ουίσκι στο χέρι και με το πρόσωπο κομμένο και κατακόκκινο. Όχι μόνο από το αλκοόλ, αλλά και από τις τύψεις…

Το αμάξι ίσα που άντεξε. Όταν φτάσαμε έβγαζε καπνούς και έσκουζε σα γέρικο γαϊδούρι. Το ανέλαβαν δύο τυπάδες και δίχως να τους πω πολλά, απλά ρώτησα που είναι το αφεντικό μας και κίνησα προς τα εκεί, με τον Ζιλερέλ κατά πόδας και το τσεκούρι ανά χείρας.

Και τον βρήκαμε σε χειρότερο χάλι από εμένα!

«Άλεκ, δόξα τω θεώ!» αναφώνησε όταν με είδε και εγώ έκλεισα την πόρτα πίσω μου, κόβοντάς του την φόρα. Ίσως να ήθελε να με αγκαλιάσει, μα θα έτρωγε μπουκέτο αν το έκανε! Ήδη τον λυπόμουν λίγο για την κατάστασή του, μα η οργή μου ήταν μεγαλύτερη.

Άφησα το τσεκούρι μου δίπλα από την πόρτα, αν θόλωνα δεν θα ήθελα να το είχα στα χέρια μου βλέπεις και γύρισα προς το μέρος του.

«Τι στο πούτσο ρε Άντριους;» έκανα και έπλεξα τα χέρια μπροστά από το στήθος μου.

«Το ξέρω, το ξέρω, έχεις κάθε δίκιο να είσαι τσατισμένος…» είπε στο τσακ να κλάψει.

«Τσατισμένος; Τρελαμένος είμαι που να πάρει, εξηγήσου…» του φώναξα.

«Ναι, οκ, έχεις δίκιο. Αλλά με απείλησε και μου έδωσε ένα σκασμό λεφτά. Ο καθένας στην θέση μου… Κι εσύ θα δεχόσουν… Είμαι άνθρωπος εντάξει; Είναι σα να πήρα πρόωρη σύνταξη. Συγγνώμη, συγγνώμη.» πάλεψε να δικαιολογηθεί και όταν το γύρισε στα παρακαλετά δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του.

«Λοιπόν, άκου με και άκου με καλά παλιομαλάκα, κωλόγερε.» του έκανα αποφασιστικά.

«Πες μου Άλεκ, ότι θες.» είπε με σπασμένη φωνή.

«Πρώτον, θα μου δώσεις ότι μεροκάματα σου έχω δουλέψει και μόνο αυτά.»

Με κοίταξε παραξενεμένος.

Με την άκρη του ματιού μου είδα και τον Ματθαίο να κάνει το ίδιο.

«Εντάξει…» έκανε αποσβολωμένος.

«Δεύτερον: δεν θα πεις στον Μπαμπούσκα…»

«Νεκρόφσκι.» με διόρθωσε ο Ζιλερέλ.

«Σωστά, ναι, Νεκρόφσκι. Λοιπόν, δεν θα πεις στον Νεκρόφσκι λέξη και θα κρατήσεις κι εσύ τα λεφτά σου. Πες του ότι πέθανα, πες ότι θες.» του τόνισα.

Πάλι το ίδιο βλέμμα.

Και από τους δύο…

«Εντάξει…» με τον ίδιο τόνο. Ήταν λες και του μίλαγε εξωγήινος, δεν καταλάβαινα γιατί έστεκαν σαν βλάκες σε όσα έλεγα.

«Τρίτον και τελευταίο: δεν θα ξαναπεις τίποτα για εμένα σε κανένα, θρήνησέ με σα νεκρό αν θες, μα μείνε μακριά από την ζωή μου. Αλλιώς θα έχεις ένα ατύχημα στο εργοτάξιο και εμείς οι δυο ξέρουμε τι είδους ατύχημα θα έχεις που δεν θα είναι καθόλου ατύχημα. Έγινα κατανοητός;» τον απείλησα, μα δεν ήξερα αν με είχε καταλάβει.

«Απόλυτα.» είπε γνέφοντας και με το κεφάλι του.

«Εννοώ θα σε σκοτώσω.» είπα ψιθυριστά, πλησιάζοντας λιγάκι, μπερδεμένος και εγώ ο ίδιος με αυτό που είχα πει μόλις.

«Το κατάλαβα.» με επιβεβαίωσε.

«Μιλάμε για ατύχημα που δεν είναι ατύχημα, ξέρεις, εγώ θα το κάνω να φανεί σαν ατύχημα αλλά θα είναι φόνος.» διευκρίνισα περαιτέρω, για να σιγουρευτώ κι εγώ για όσα έλεγα.

«Το κατάλαβε Άλεκ.» μου έκανε ήρεμα ο Ζιλερελ.

«Κατάλαβες ρε;» ρώτησα απειλητικά κι εγώ, θέλοντας να το επιβεβαιώσω.

«Κατάλαβα, κατάλαβα.» μου είπε κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του με ζέση.

«Τέλεια, χαίρομαι που μιλάμε την ίδια λίνγκο, μαν μου.» είπα χαμογελαστός και τον χτύπησα απαλά στον ώμο. Τινάχτηκε από το άγγιγμα σα να απειλούταν η ζωή μου. Του γύρισα την πλάτη για να φύγω.

«Είσαι πολύ γενναιόδωρος μαζί μου Άλεκ. Έπειτα από όσα σου έκανα…» άρχισε να δικαιολογείται, μα τον έκοψα: «Ναι, βλέπεις εγώ ξέρω τι σημαίνει ανθρωπιά που να πάρει…»

«Ο θεός να σε ευλογεί Άλεκ, ο θεός να σε…» άρχισε πάλι.

Γύρισα απότομα.

Πάγωσε.

Του έδειξα τον αναπτήρα μου.

Σάστισε, έντρομος, δίχως να καταλαβαίνει.

Φίλησα τον αναπτήρα.

Άρχισε να τρέμει, μάλλον θα με πίστευε για τρελό…

Γύρισα και πάλι προς την πόρτα, ο Ζιλερέλ στο πλάι μου. Κοντοστάθηκα. Άρπαξα το τσεκούρι μου και το κοίταξα. Γύρισα και τον είδα να τρέμει και πάλι.

«Έχεις μια οφειλή στην Παχουλή Αρκούδα, μην την αφήσεις να εκκρεμεί…» του είπα σημαδεύοντάς τον με το τσεκούρι. Εκείνος έτρεμε σα φύλλο και με κοιτούσε με δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά του.

Μπίνγκο!

Ο εκφοβισμός είχε πιάσει!

Χαμογέλασα και πήγα να κάνω την τρομερή μου έξοδος, όταν ένιωσα το χέρι του συντρόφου μου στον ώμο μου.

«Εμ Άλεκ.» μου έκανε συγκρατημένος.

«Πες το…» του είπα ήρεμα.

«Τα λεφτά…» μου θύμισε.

«Πω ναι ρε πούστη μου!» είπα χτυπώντας το μέτωπό μου.

Το είχα ξεχάσει εντελώς…

Μόλις με πλήρωσε τα μεροκάματά μου και μου έδωσε και δύο εισιτήρια πληρωμένα από την εταιρία, φύγαμε μεμιάς και μας πήγε ένας πιτσιρικάς μέχρι το αεροδρόμιο. Στη διαδρομή καθάρισα το τσεκούρι μου και καβατζώσαμε και δύο μπουφάν της εταιρίας γιατί το είχαμε δαγκώσει. Πήραμε την νυχτερινή πτήση, πληρώσαμε για το φορτίο μας –οι σάκοι και το τσεκούρι- και στο αεροπλάνο, πάλι ξεραθήκαμε στον ύπνο.

Μας ξύπνησε η αεροσυνοδός την επόμενη…

Ήμασταν οι μόνοι μέσα στο αεροπλάνο και ο Ματθαίος είχε αποκοιμηθεί στο στήθος μου, ενώ εγώ τον είχα αγκαλιά. Τα σάλια μου είχαν κυλήσει στα μαλλιά του και τα δικά του στο μπουφάν μου. Η αεροσυνοδός μας χαμογέλασε με υπονοούμενο και τιναχτήκαμε και οι δύο σαν ένοχοι.

Μη τα ξαναλέμε: ομόφυλοι ναι, ομοφυλόφιλοι όχι!

Πήραμε ένα ταξί μέχρι το τροχόσπιτό μου και στο πορτ μπαγκάζ ίσα που χώρεσαν οι σάκοι. Όταν φτάσαμε, είπα στον Ματθαίο να με περιμένει έξω, ήθελα να τους κάνω έκπληξη. Η Νικόλ κοιμότανε και η μικρή μάλλον θα ήταν στην μητέρα της. Την ξύπνησα με ένα φιλί και άνοιξε τα μάτια απορημένη, όταν με είδε σάστισε και… καταλαβαίνεις τι ακολούθησε!

Κάναμε τα δικά μας, κάτσαμε για κάμποση ώρα γυμνοί και αγκαλιασμένοι λέγοντας τα βασικά –δεν είχα κάνει ακόμα λόγο για τα Τρουφ, τόσο καλά περνούσα- και μόνο όταν με ρώτησε αν επέστρεψα μόνος θυμήθηκα τον Ζιλερέλ! Τον είχα ξεχάσει εντελώς! Πετάχτηκα όρθιος, τύλιξα το ένα σεντόνι γύρω από την μέση μου και βγήκα να τον φωνάξω. Η Νικόλ ντύθηκε γρήγορα και αφού έκανα τις συστάσεις, της τα είπαμε όλα με το νι και με το σίγμα, με πολλούς καφέδες και πολλά τσιγάρα.

Είχε παγώσει και μας κοιτούσε λες και είμαστε εξωγήινοι.

«Μαλακίες!» έκανε τελικά εκνευρισμένη και συνέχισε μπαρουτιασμένη: «Αν απλά παράτησες τη δουλειά, με αυτό το ρεμάλι παρέα, δεν είναι ανάγκη να βρίσκεις δικαιολογίες. Διάολε, θα μπορούσες απλά να μου πεις ότι δεν αντέχεις άλλο τη ξενιτιά και να ψάχναμε για δουλειά εδώ, όχι να σκαρφίζεσαι ολόκληρες περιπέτειες λες και είσαι ο Κόναν του 2010.»

«Μωρό μου μην κάνεις σαν υστέρο, σου λέω αλήθεια, θα ορκιστώ σε ότι θες.» της έκανα κουρασμένος, μόνο αυτό δεν ήθελα από τον επαναπατρισμό μου.

«Υστέρο; Να ορκιστείς κιόλας; Το ξέρεις ότι αυτό είναι αιτία διαζυγίου;» μου έκανε ουρλιάζοντας και κοίταξα τον Ματθαίο όσο συνέχιζε να με βρίζει. Άρχισα να σιγοτραγουδώ κι εκείνη συνέχιζε, θεωρώντας ότι αδιαφορώ ή ότι την γράφω εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Όταν εμφανίστηκε το φανάρι πάνω στο τραπέζι από το πουθενά το βούλωσε επιτέλους.

Τα ξαναείπαμε όλα άλλη μια φορά.

Της έφτιαξε και ο Ζιλερέλ μία τάρτα με μια χούφτα χώμα από την αυλή.

Ε, μας πίστεψε…

Περάσαμε τα Χριστούγεννα οι τέσσερείς μας στο τροχόσπιτο, με τον Θείο-Ζιλερέλ, όπως τον λέγαμε στην μικρούλα μας, να μου σπάει τα νεύρα με την αγωνία του για τις τρούφες. Αν θα λήξουν, τι θα κάνουμε και μαλακίες… Η Νικόλ είχε ψηθεί με την όλη φάση και δεν ανησυχούσε για τα χρήματα που τέλειωναν γρήγορα. Περάσαμε όμως γιορτές βασιλικές. Μέχρι και δέντρο πήραμε και το φυτέψαμε έξω από το τροχόσπιτο. Ήταν όλα υπέροχα.

Μπήκε το 2011 λοιπόν.

Από την πρώτη μέρα ο Ματθαίος άρχισε να με πρήζει για το ότι θα λήξουν οι τρούφες, θα έπρεπε σύντομα να κάνουμε ταξίδια και τα ρέστα. Στρώθηκα κι εγώ στην δουλειά με τα λίγα λογιστικά που είχα μάθει από το εργοτάξιο και κάθε βράδυ έπεφτα νεκρός για ύπνο. Δεν το πίστευα ποτέ ότι οι δουλειές γραφείου σε κουράζουν τόσο. Σκέφτηκα ότι το πρώτο που έπρεπε να κάνουμε, αν πιάναμε την καλή, θα ήταν να πάρουμε μια γραμματέα.

Ο Ιανουάριος πέρασε με κουραστικά δρομολόγια στις πέριξ πολιτείες και απλή πώληση των τρουφών. Στην αρχή παράνομη, μα σύντομα βρήκαμε κάτι χαρτιά –φίλος φίλου του Ματθαίου, ποτέ δεν ρώταγα- και περνάγαμε στα μάτια του κόσμου για νόμιμοι. Βγάλαμε κάποια χρήματα και δεν το πίστευα ότι οι τρούφες είναι τέτοια γκουρμεδιά. Μοσχοπούλαγαν και μόλις οι σάκοι μας τέλειωσαν, μέσα Φλεβάρη, κάναμε άλλο ένα ταξίδι στον Καναδά. Μαζέψαμε πάλι τρούφες και επιστρέψαμε.

Δεν βρήκαμε ίχνος από εσάς εκεί…

Μα μέσα στο πανικό μας να βγάλουμε χρήμα δεν το σχολιάσαμε.

Το επόμενο βήμα στο σχέδιό μας ήταν να ανοίξουμε το πρώτο μας μαγαζί και τέλη Μάρτη ήταν τα εγκαίνια. Το όνομα το ξέρεις, φόρος τιμής στη φυλή σας ήταν… Το κάναμε το μαγαζάκι λίγο πιο έξω από το Μπράουνσβιλ και το διαφημίσαμε στο ίντερνετ με την βοήθεια ενός φίλου. Στην αρχή κουζίνα δούλευε ο Ματθαίος, κρατήσεις και πόρτα εγώ και σερβιτόρα η Νικόλ. Ήταν και μπαρ μαζί, μα οι καθώς πρέπει γευσιγνώστες ξίνιζαν από τους μπεκρήδες που έσκαγαν μύτη, οπότε το κόψαμε το μπαρ. Μόνο εστιατόριο…

Αρχίσαμε να δεχόμαστε καλές κριτικές και να έρχεται κατά συρροή ο κόσμος. Δεν το πιστεύαμε… Η τύχη πραγματικά μας είχε χαμογελάσει! Όσο γύρναγε, αποφασίσαμε να πάρουμε γραμματέα, σεφ και σερβιτόρα και να ηρεμήσουμε λίγο. Τα Χριστούγεννα λοιπόν του 2011, μετακομίσαμε στο πρώτο μας σπιτάκι, πάλι οι τέσσερείς μας. Μικρούλι ήταν, μη φανταστείς…

Ο Θείος-Ζιλερέλ ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της οικογένειάς μας πια. Η Κλάριτυ τον λάτρευε, η Νικόλ τον συμπαθούσε κι εμένα πέρα από συνέταιρος, στην καρδιά μου ήταν πάντα συνοδοιπόρος και αδελφός. Ναι, ήμασταν μια παράξενη οικογένεια!

Μπαίνει και το 2012 και χωνόμαστε και πάλι με τα μπούνια. Όσο η γραμματέας κανονίζει τα τραπέζια και κάθε βράδυ σχεδόν είμαστε φούλ, εγώ με τον Ματθαίο ψάχνουμε για περιοχή στις γύρω πολιτείες για επέκταση. Τέλη Μάρτη ανοίγει και το δεύτερο μαγαζί στη Νεμπράσκα και για κεφαλή εκεί βάζω τον κιθαρίστα της μπάντας μου.

Ακόμη δεν πίστευα ότι ο κόσμος αγόραζε τα πανάκριβα πιάτα μας…

Και δώσε πάλι δρομολόγια Καναδά και πίσω. Μια Νεμπράσκα, μια Τέξας, μια Καναδά και ξανά μανά. Αύγουστο ανοίγουμε το τρίτο μαγαζί στη Νέα Υόρκη και εδώ ας κάνω μια μικρή παύση.

Ο κόσμος των εστιατορίων δεν είναι τόσο ρόδινος όσο ίσως να νομίζεις. Εμείς είχαμε την τύχη τις τρούφες, που ήταν το βασικό συστατικό για τα πιάτα μας, να τις έχουμε τζάμπα. Από εκεί σώζαμε πολλά λεφτά. Μα πέρα από την αγορά του μαγαζιού και τον εξοπλισμό -δεν νοικιάζαμε βλέπεις, θέλαμε να ξεμπερδεύουμε με αυτά- έρχονται και πολλά άλλα. Γι αυτό και μέναμε σε εκείνο το διαμερισματάκι. Ζούσαμε σπαρτιάτικα, όλα τα λεφτά πηγαίνανε στις επεκτάσεις μας, δεν είχαν αλλάξει και πολλά στο πως ζούσαμε τώρα με πριν.

Μόνο το τροχόσπιτο είχε φύγει και η Νικόλ είχε μια νέα ιδιοτροπία: αγόραζε γαρδένιες. Ήταν το αγαπημένο της λουλούδι βλέπεις, οπότε τώρα που είχαμε χρήματα, πάντα στο σπίτι υπήρχε ένα βάζο με λευκές γαρδένιες.

Άκου τώρα τι συνέβη, εκείνο τον Αύγουστο κλείσαμε για ένα μήνα τα μαγαζιά, να κάτσουμε να σκεφτούμε τα επόμενα βήματά μας και να ξεκουραστούμε και λιγάκι. Βλέπεις, καλά τα χρήματα, μα θέλανε και άλλοι κομμάτι από την πίτα. Μας την σκάσανε μπράβοι και ντούκια και παίξαμε ξύλο αρκετές φορές εκείνο το καλοκαίρι. Εκείνο το καλοκαίρι μπήκαμε στο στόχαστρο και ειδικά με το μαγαζί στη Νέα Υόρκη.

Θα ψάχναμε για πορτιέρηδες και θα βλέπαμε τι θα κάνουμε με την προστασία που μας ζητούσαν, μα αυτό το νταβατζιλίκι παραήταν αγχωτικό και μακάρι να ήταν μόνο αυτό. Ήταν και κάτι ακόμα, που δεν ξεχνούσαμε ποτέ…

«Άλεκ, μην λησμονείς την δαμόκλειο σπάθη!» μου έκανε αινιγματικά εκείνο το βράδυ ο Ματθαίος. Καθόμασταν στην βεράντα κι εγώ έφερνα τις μπύρες μας, η Νικόλ είχε πάει με την Κλάριτυ σε μία φίλη της.

«Ποιο σπαθί;» απόρησα, καθώς μιλούσε ακόμα με την γλώσσα του μήτινγκ που είχαμε νωρίτερα. Ήταν περίεργο το πώς άλλαζε ο λόγος του με τον κάθε συνομιλητή του.

«Μην εθελοτυφλείς…» πρόσθεσε.

«Ματθαίο… πέσε λίγο στο λέβελ μου ρε μουνί, δεν σε πιάνω.» έκανα χαμογελαστός, έκατσα και του πάσαρα μια μπύρα.

«Ο Μπαμπούσκας ρε μαλάκα, θα περάσουμε και στο ραντάρ του σε λίγο. Αλυσίδα εστιατορίων δεν την λες και πτήση κάτω από το ραντάρ…» μου έκανε πελαγωμένος και κατένευσα.

«Τι λες να κάνουμε;» του έκανα σοβαρεύοντας.

«Ώρα να σου πω με πάσα ειλικρίνεια κάθε αλήθεια αδελφέ μου, ελπίζω να με πιστέψεις και να με συγχωρήσεις.»

«Ξεκόλλα ρε και μίλα, σε πιστεύω και σε έχω συγχωρήσει ήδη.» του έκανα μπέσα.

Και ξεκίνησε να μιλάει. Και όσο μιλούσε τόσο δεν πίστευα στα αυτιά μου, ακόμη κι αν ήξερα ότι κάθε λέξη είναι αλήθεια. Ο Ματθαίος βλέπεις ήταν το δεξί χέρι του Νεκρόφσκι. Αυτό ήταν το πρώτο σοκ, μα έπρεπε να το έχω υποθέσει, μιλούσε φαρσί πόσες γλώσσες. Οπότε το κομμάτι του γραμματέα το δέχτηκα. Το κομμάτι του ανακριτή με έκανε να παγώσω. Όχι μόνο δηλητηρίαζε ομόφυλούς μας, μα δημιουργούσε και γεύματα που έκαναν τον άλλον νοητικά ευάλωτο. Τι εννοώ; Μάσαγες ας πούμε εσύ μια τρούφα και με έβλεπες σα τη μάνα σου. Μου τα έλεγες όλα με το νι και με το σίγμα κλαίγοντας. Με χορτάτη την κοιλιά και την γλώσσα να τρέχει. Αυτό τον πονούσε πιο πολύ μου είπε, η γύμνια της ψυχής του άλλου. Ο θάνατος από δηλητηρίαση ήταν πάντα άσχημος, μα εκείνος δεν ήταν ποτέ στον ίδιο χώρο με τον σύντομα νεκρό. Για να πιάσει όμως η ανάκριση έπρεπε να είναι παρόν. Ήταν το κρυφό χαρτί του Νεκρόφσκι ο Ζιλερέλ, τέτοιος φλώρος όπως ήταν εμφανισιακά κανείς δεν τον είχε σε εκτίμηση, οπότε ο Μπαμπούσκας του τα έλεγε όλα. Ήταν ο έμπιστός του, γι αυτό και την είχε πληρώσει έτσι…

Και τότε ο Ματθαίος μου είπε για την Λενόρ Κορπς και για το κόλλημα του πρώην αφεντικού του με την πιτσιρίκα. Έμπαινε σε τρομερή ενδελέχεια για τη ζωή της μικρής και τον ρώτησα εκνευρισμένος σε κάποια στιγμή: «Πού κολλάει μωρέ τώρα αυτή;»

«Αυτό σου λέω, δεν πρέπει να πετάμε κάτω από το ραντάρ πια.»

«Τι εννοείς;»

«Μας κάνει η μικρή το λόγκο για την αλυσίδα και ξεμπερδεύουμε με τον Νεκρόφσκι. Είσαι έτοιμος για μία τελευταία μάχη;»

«Αν είναι να ξεμπερδέψουμε… Είσαι σίγουρος όμως ότι θα πιάσει;»

«Σου λέω, την παρακολουθεί μέρα και νύχτα.»

Κατένευσα και ήπια σκεπτικός την μπύρα μου.

Σεπτέμβρη ανοίξαμε τα μαγαζιά και εγώ έφτιαξα αυτό το ρημάδι, το facebook. Της έστειλα ένα μήνυμα για το λόγκο και μαλακίες και μέσα Οκτώβρη το είχαμε. Υπέροχο και μπόμπα, το έχεις δει… Η κοπέλα το είχε!

Αλλάξαμε όνομα σε ‘’ TRUF!’’ με την σημείωση από κάτω: ‘’The only original Truf!’’ και ξέρω ότι ίσως αυτό να σας εκνεύρισε περαιτέρω, μα τι να κάναμε, ξεπηδούσαν πολλά μαγαζιά που μας αντίγραφαν.

Και οι μήνες πέρασαν. Και μπήκε το 2013 και όσο ξεμπερδεύαμε με την μια μαφία εδώ, έσκαγε μύτη άλλη. Και οι πορτιέρηδές μας και οι μπράβοι πολλαπλασιάζονταν, μα πάλι καλά ήμασταν πάντα φίσκα από πελατεία. Ξέρεις πιο ήταν το μυστικό; Ήταν ακριβά τα πιάτα μας, μα δεν χρεώναμε τις τρούφες όσο τα άλλα μαγαζιά. Αφού τις παίρναμε τζάμπα γιατί να μην είμαστε έξυπνοι;

Με την Νικόλ και την Κλάριτυ ήμουν στο Παράδεισο! Σωστός οικογενειάρχης και χαρούμενος. Όλη τη σαπίλα της δουλειάς την ξεχνούσα στην αγκαλιά της γυναίκας μου και στα ακαταλαβίστικα πρώτα λογάκια της κόρης μου. Ήταν πραγματικά το καταφύγιό μου και ένιωθα θεός μαζί τους. Τις οικογένειές μας τις είχαμε ξεγράψει και ήταν και καλύτερα έτσι…

Όλα κύλαγαν μέλι.

Και Μάη του 2013 έσκασε η μέγιστη βόμβα φίλε μου!

Ήμουν στη Νέα Υόρκη και έμενα σε ένα μοτέλ με τον Ματθαίο, όταν χτύπησε η πόρτα. Ακόμα ζούσαμε φτωχικά και βάζαμε στην άκρη όπως σου είπα. Η Νικόλ παραπονιόταν μια στο τόσο γι αυτό, μα είχαμε πει ότι θα αράζαμε μόλις θα γινόμασταν αλυσίδα και όσο εκείνη είχε τις γαρδένιες της και ήμασταν αγαπημένοι ηρεμούσε. Δεν είχαμε μάθει και ποτέ στα λούσα για να μας πειράζει να ζούμε έτσι…

Χτυπάει η πόρτα λοιπόν και ήταν ένα δέμα για εμένα. Βάζω την τζίφρα μου απορημένος. Άλεκ Τίμπερ για τα καλά πια εδώ και χρόνια και χαιρετώ το παιδί του κούριερ. Μπαίνω μέσα και απορώ μαζί με τον Ματθαίο για το τι μπορεί να είναι. Ανοίγω…

Το κεφάλι της Νικόλ μου!

Άρχισα να τρέμω, ξέσπασα σε κλάματα, διέλυσα όλο το δωμάτιο και κατέρρευσα με το κεφάλι στην αγκαλιά μου και μέσα στην αγκαλιά του Ματθαίου. Δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό μου! Είπαμε να μας εντοπίσει ο Νεκρόφσκι μα αυτό πια παραπήγαινε…

Δεν μπορώ να σου περιγράψω την οδύνη μου, ήταν σα να μου ξέσκισαν την καρδιά μου και να την ποδοπάτησαν μπροστά μου…

«Τέρμα οι μαλακίες, τέρμα!» μονολόγησα και αποφάσισα όχι μόνο να μην πετάξω κάτω από το ραντάρ, μα να τους γαμήσω το ραντάρ ανάποδα! Του είπα ότι πάμε στην Μόσχα, μου είπε ότι ήμουν τρελός και μου ξαναθύμισε τον στρατό του Νεκρόφσκι. Του είπα να το αφήσει πάνω μου και ότι θα δρούσα αλλιώς.

Μέσα σε ένα μήνα πούλησα το μαγαζί στη Νέα Υόρκη, πούλησα το μαγαζί στη Νεμπράσκα, πούλησα το μαγαζί στο Τέξας, πούλησα το διαμερισματάκι μου και αγόρασα το πιο λουξ εστιατόριο στη Ουάσινγκτον. Το ισόγειο το έκανα ένα γαμιστερό εστιατόριο και ρεσεψιόν, πέντε όροφοι από πάνω ήταν ξενοδοχείο και στον έβδομο βρίσκονταν τα διαμερίσματα μου και του Ματθαίου, καθώς και το γραφείο μου. Το ονομάσαμε πάλι ΤRUF! και το εστιατόριο ήταν στο ισόγειο όπως είπα. Η μαφία όποτε έσκαγε μύτη της γάμαγα τον αδόξαστο και όλοι με φοβούνταν. Είχα λυσσιάξει. Ο Πρόεδρος και πόσες διασημότητες δειπνούσαν σε εμάς με σταθερή συχνότητα και σε κάθε εξώφυλλο φιγούραρε η μούρη μου και η μούρη του Ζιλερέλ.

Και στην κορυφή του κόσμου τον περίμενα.

Περίμενα τον Μπαμπούσκα να σκάσει μύτη και να τον ξεκάνω.

Όπως μπορείς να φανταστείς, ο Ματθαίος δεν συμφωνούσε. Μα δεν με ένοιαζε. Είχαμε λεφτά, στο προσωπικό μου γυμναστήριο έλιωνα κάθε μέρα αναμένοντας τη μάχη, οι μπράβοι ήταν πάντα κοντά μας και με τον Ζιλερέλ φεύγαμε πάντα μια στο τόσο για να φέρουμε κρυφά τις τρούφες μας. Με προσωπικό τζετ και πιλότο.

Ναι, τα λεφτά παραήταν καλά, μα το μίσος μου ήταν ασίγαστο.

Η Κλάριτυ ήταν πια τριών και μεγάλωνε σα πριγκιπισσούλα.

Μα δίχως την Νικόλ η ζωή μου ήταν άδεια.

Περίμενα και περίμενα όμως.

Και η μέρα κάποια στιγμή ήρθε…

Η αναμονή απλά έκανε το μίσος μου να βράζει και πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος και εφτά μήνες μέχρι να έρθει η ώρα να ξεσπάσω. Το ξενοδοχείο τα πήγαινε φίνα και εγώ έκανα και μαθήματα κιθάρας. Όχι για χόμπι βέβαια. Είχα καιρό να χρησιμοποιήσω το χάρισμα και ήξερα ότι η βοήθεια των έξι χορδών θα με έχωνε και πάλι μέσα στη φάση της ψυχοπλάνης πιο εύκολα. Αν δεν υπήρχε χρόνος για αυτοσυγκέντρωση και τα ρέστα…

Και Δεκέμβρη του 2014, μια εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα, άκουσα ένα χτύπημα στην πόρτα του γραφείου μου. Ήμουν στην κορυφή του κτιρίου μας, με την πόλη σκοτεινή και στολισμένη από κάτω μου, αράζοντας και παίζοντας με τον Ματθαίο. Με μάθαινε τάβλι: πόρτες για την ακρίβεια. Ομολογώ μου έσπαγε τα νεύρα αυτό το παιχνίδι, μα εκείνος το διασκέδαζε. Φορούσα ένα μαύρο κουστούμι και η αλήθεια να λέγεται: δεν με κολάκευε. Φουσκωμένος σα παλαιστής του RAW!, με μούσια μέχρι τον αφαλό –δεν είχα ξυριστεί βλέπεις από τότε που είχε πεθάνει η Νικόλ- και γλόμπος. Το κεφάλι το ξύριζα, ναι. Γομάρι κανονικό ήμουν ο κερατάς…

Ακούω λοιπόν το χτύπημα.

«Ναι…» έκανα αδιάφορα, θεωρώντας ότι θα ήταν κανένας από τους μπράβους μου.

Ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μια δίμετρη κοπέλα, που δε θα σου πω μαλακίες, ήταν μούναρος. Τα μαλλιά της ήταν ξυρισμένα στο πλάι και είχε μια ροζ κοτσίδα μέχρι τη μέση της, πράσινα μάτια και ξυρισμένα φρύδια και ενώ δεν μου αρέσανε αυτές οι γκόμενες ομολογώ έμεινα μαλάκας. Φορούσε άρβυλα και παντελόνι παραλλαγής, ένα κοντό μπλουζάκι που κάτι έγραφε στα ελληνικά, ενώ το μαύρο σουτιέν και το μαύρο στρίνγκ της φαίνονταν. Βέβαια, στα χέρια της είχε μία κατάνα και είδα από πίσω τα πτώματα των μπράβων μου, οπότε τινάχτηκα όρθιος.

Ξέρεις, ποτέ δεν είσαι απόλυτα έτοιμος όταν αναμένεις κάτι για πολύ καιρό. Θα ήθελα να είχα άλλα ρούχα, άλλο στυλ, να έχω κάνει προθέρμανση και τα ρέστα, μα απλά θόλωσα. Κοίταξα το τσεκούρι μου που ήταν στον απέναντι τοίχο, μα απόρησα με τον Ματθαίο.

«Θεέ μου!» τον άκουσα να αναφωνεί.

Εκείνη απλά χαμογέλασε.

«Καλησπέρα!» μας έκανε και έκλεισε την πόρτα πίσω της με το πόδι.

«Ρουσλάνα!» άκουσα τον Ζιλερέλ να μονολογεί.

«Την ξέρεις την πουτάνα;» ρώτησα και κίνησα προς τον τοίχο αργά.

«Είναι η κόρη του Νεκρόφσκι.» μου έκανε και σάστισα κι εγώ, για μια στιγμή μονάχα. Καταλαβαίνεις με τι άνθρωπο είχαμε να κάνουμε. Είχε στρατολογήσει την ίδια του την κόρη…

«Η Ρουσλάνα Πέτροβα είναι νεκρή, γαμημένε προδότη.» έκανε και τεντώνοντας το μπλουζάκι της, ο Ζιλερέλ διάβασε τι έγραφε εκεί.

«Μπέημπ Καρίσμα;»

«Σαν όνομα πορνοστάρ είναι.» έκανα εγώ και πήρα στα χέρια μου το τσεκούρι. Την είδα να ανασηκώνει ειρωνικά το φρύδι της και με την μία μου όρμησε.

Απέκρουσα τελευταία στιγμή την κατάνα και της έχωσα μια γροθιά στο στόμα και τότε ένιωσα μια αηδία όμοια με την πρώτη γροθιά που είχα χώσει στους δικούς σας. Μα εδώ για άλλο λόγο: το χέρι μου ρουφήχτηκε μέσα της και όταν το τράβηξα είδα το πρόσωπό της να παίρνει την προηγούμενη σύστασή του λες και δεν είχε δέρμα και κόκκαλα! Την χτύπησα στο στήθος με την άκρη του τσεκουριού και είδα το κόκαλο του στέρνου να κάνει το ίδιο.

Ήταν λες και ήταν ολόκληρη από γαμημένη τσιχλόφουσκα!

«Θεέ μου!» άκουσα πάλι τον Ματθαίο να λέει και την άκουσα να γελάει.

«Άσε τις προσευχές και τρέχα! Φώναξε τους άλλους!» του ούρλιαξα και αρχίσαμε έναν χορό από γροθιές και κλωτσιές, μαχαιρώματα και τσεκουριές. Ο Ματθαίος έφυγε για να φέρει κι άλλους μπράβους κι εμείς χτυπιόμασταν σα τα τραγιά. Σε μία φάση της έκοψα το ένα χέρι και η γαμημένη το πήρε και το ξανακόλλησε πάνω της σα να μην τρέχει μία! Όσες μου έχωνε όμως πονούσαν κανονικά και κάποιες ουλές είχαν αρχίσει να σχηματίζονται στα χέρια και στα πόδια μου.

Συνέχισα τα μπουκέτα και είχα ιδρώσει για τα καλά, όταν οι πόρτες έσπασαν!

‘’Επιτέλους ενισχύσεις…’’ σκέφτηκα και κοιτώντας προς την πόρτα, μόνο δικούς μας δεν είδα! Είχαν χρησιμοποιήσει σα πολιορκητικό κριό τον Ζιλερέλ και τώρα κειτόταν αιμόφυρτος στη μέση του δωματίου!

Μπήκαν καμιά εικοσαριά Ρώσοι μέσα, όλοι δίμετρα ντούκια γεμάτα μύες!

«Γαμώ τις μάνες σας!» είπα και τότε η Καρίσμα μου όρμησε και τελευταία στιγμή έφερα οριζόντια το τσεκούρι, πιάνοντάς το και με τα δύο χέρια μπροστά από το πρόσωπό μου και την απέκρουσα. Άρχισε να σπρώχνει και η πόρνη ήταν δυνατή… Είχα σχεδόν ξαπλώσει στο γραφείο και την έβλεπα να χαμογελά, καθώς το ξύλο του όπλου μου ροκανιζόταν σιγά σιγά από τις αντιστάσεις μας.

Την έσπρωξα προς τα πίσω, με αποτέλεσμα το τσεκούρι μου να κοπεί στα δύο.

Την είδα να παραπατά, μα το χαμόγελο ήταν ακόμα στα χείλη της.

«Τι στο πούτσο είναι τόσο αστείο;» την ρώτησα, πετώντας το άχρηστο κομμάτι του όπλου μου.

Είδα δύο μπρατσωμένους να φέρνουν την Κλάριτυ που ούρλιαζε και χτυπιόταν. Την κρατούσαν από τον σβέρκο και την έσπρωχναν προς τα μπρος και το καημένο το κοριτσάκι μου, τεσσάρων ήταν μόλις, είχε πλαντάξει στο κλάμα και στις κραυγές.

«Αν τολμήσεις…» πήγα να πω, μα τότε είδα τον Ρώσο να την σηκώνει από τον λαιμό και το σπαθί της Καρίσμα να διαπερνά από το μικρούλι στέρνο της Κλάριτυ!

Έπεσα στα γόνατα από το σοκ και είδα την πόρνη με τα ροζ μαλλιά να κατεβάζει τη λεπίδα της κατά μήκος της σπονδυλικής μέχρι ανάμεσα στα πόδια και να κόβει το σωματάκι της κόρης μου στα δύο!

Αίματα και άντερα έπεσαν στο πάτωμα και είδα να την πετάνε παραπέρα σα να ήταν ένα μάτσο πανιά και όχι το κοριτσάκι μου…

Θόλωσα!

Όρμησα με ότι είχε απομείνει από το τσεκούρι μου στους δύο κοντινότερους, στον έναν έκοψα τον λαιμό και στον άλλο το κεφάλι στα δύο. Η Καρίσμα έκατσε σε μια πολυθρόνα και παρατηρούσε, σιγοτραγουδώντας μια μαλακισμένη μελωδία. Είδα τους σωματοφύλακές της να βγάζουν όπλα, όρμησα στον κοντινότερο, του έχωσα ένα μπουκέτο στο λαιμό και του το βούτηξα. Τον πυροβόλησα στο κεφάλι και έριξα και σε άλλους δύο κατάστηθα πριν προλάβουν να αντιδράσουν. Έπεσα πίσω από το γραφείο και είδα τον Ματθαίο αναίσθητο, μα ανάσαινε αδύναμα. Οι σφαίρες έπεφταν βροχή προς το μέρος μου, μα εγώ έκλαιγα με λυγμούς για το κοριτσάκι μου.

«Δε τα κάνεις αυτά σε μένα ρε!» μονολόγησα και σηκώθηκα με λύσσα, εκτοξεύοντάς τους το γραφείο. Έτρεξα στον κοντινότερο και του έχωσα κουτούλι. Έπεσε κατά γης και πυροβόλησα άλλους δύο, μα τότε έσκασαν μύτη άλλοι δέκα από τις ανοιχτές πόρτες.

Πέταξα το περίστροφο και είδα δίπλα μου την κιθάρα. Την βούτηξα, έβγαλα το σκισμένο κουστούμι και πουκάμισό μου και με την πλάτη στο τοίχο άρχισα να παίζω.

Απόρησαν όλοι…

Το ριφ όμως ήταν βαρύ και δίχως ενισχυτή το δωμάτιο έτριζε ολάκερο!

Η Καρίσμα κάτι φώναξε και άρχισαν να με πυροβολούν, μα μια ασημιά ασπίδα ήταν σα να με είχε καλύψει και οι σφαίρες δεν με άγγιζαν. Το κομμάτι ήταν από Kyuss, το Gardenia…

Το αγαπημένο λουλούδι της Νικόλ!

Συνέχισα το ριφ και όσοι έτρεχαν κατά πάνω μου ήταν τώρα σα να συναντούν αντίσταση από ένα δυνατό αέρα. Έκρυβαν το πρόσωπό τους και πάλευαν με όλο τους το σώμα να με πλησιάσουν, μα μέσα μου ένιωθα να καίω από το μίσος!

«Οne blow till I take ya down, I’ll take ya down» τραγούδησα με το στόμα μου να πονάει από την λύσσα και τον λαιμό μου να χρωματίζεται με γρέζι οργής. Είδα την πρώτη σειρά να πέφτει προς τα πίσω με ανοιγμένα τα κεφάλια λες και τους είχα πυροβολήσει με καραμπίνα. Εφτά άτομα!

«Οne spoke and your head spins around and around» και τους είδα να παρασέρνονται λες και φυσούσε ανεμοστρόβιλος μέσα στο δωμάτιο. Ο Ζιλερέλ ξύπνησε και σύρθηκε στην άκρη του δωματίου, ενώ η Καρίσμα είχε έναν ασύρματο και ούρλιαζε εντολές.

«Chrome mags, a million drags, a never lags,» και από το στήθος μου πετάχτηκαν ολοστρόγγυλες ασημιές ζάντες αυτοκινήτων, σπάζοντας άλλα τέσσερα κεφάλια. Μπήκαν και άλλοι στο δωμάτιο και απόρησαν με το μακελειό. Η πουτάνα η Καρίσμα είχε φέρει έναν μικρό στρατό μαζί της, μα θα τους ξεπάστρεφα όλους!

«Αn old transform queen momma you’ve never seen» είδα την Νικόλ να εμφανίζεται και να παίρνει αγκαλιά την Κλάριτυ, να έρχεται στο πλάι μου και να με πιάνει από τον ώμο. Ήταν σαν άγγελος Κυρίου και άρχισα να κλαίω. Μα χώθηκα στο ρεφρέν, βλέποντας τα μουνόπανα να έρχονται προς το μέρος μου.

«Ηear a purrin motor/and she’s a burnin’ fuel» και από πίσω μου ο τοίχος έσπασε και εκατέρωθεν μου πετάχτηκαν δύο κατάμαυρες μάστανγκ πάνω από τους ώμους μου, που τους ποδοπάτησαν όλους, εκτός από την Καρίσμα φυσικά, που πήδηξε πάνω στο καπό τους και έφυγε τρέχοντας.

«Ρush it over baby/oh makin’ love (un)to you» έκανα κοιτώντας την να τρέχει και οι διπλές πόρτες του ασανσέρ στο τέλος του διαδρόμου στράβωσαν εγκλωβίζοντάς την στο έλεός. Γύρισε προς το μέρος μου τρομοκρατημένη.

«Ρower booster, I’m talkin’ to god and more» η Νικόλ άρχισε να την πλησιάζει και με κάθε βήμα πολλαπλασιαζόταν, διχοτομούταν. Μια στρατιά από Νικόλ, δημιουργημένη από την οργή μου κατευθυνόταν προς την πόρνη με το ροζ μαλλί.

«Crank it up and above my head» και της ορμούσαν μα εκείνη τις έκοβε με την κατάνα της.

«Smell my shit eatin grin on the skids of my world» και κάθε Νικόλ που έκοβε γινόταν μια ασημιά ομίχλη και στο τέλος της ουράς εμφανιζόταν άλλη και της ορμούσαν, μα η πουτάνα δεν έλεγε να ψοφήσει. Συνέχιζε ακούραστη!

«Six hundred sixty six miles per hour» και της όρμησαν όλες μαζί, μα εκείνη τινάχτηκε από πάνω τους και έκοψε κάμποσα κεφάλια. Άρχισε να τρέχει προς τα εμένα και κάτι ούρλιαξε στον ασύρματό της.

«Ηear a purrin motor» και άκουσα έλικες έξω από το παράθυρο καθώς οι Νικόλ τραβούσαν μέσα στις μάζες τους την κόρη του Νεκρόφσκι.

«and she’s a burnin’ fuel» στράφηκα και είδα δύο ελικόπτερα.

«push it over baby» άρχισαν να ανοίγουν πυρ, μα οι σφαίρες τους έκαναν τα πάντα λαμπόγυαλο στον όροφο εκτός από εμένα.

«oh makin’ love…..» δεν μπορούσα να δω πουθενά τον Ματθαίο, μα βλέποντας το κοριτσάκι μου στα πόδια μου, να γίνεται κομμάτια από τις σφαίρες, ξαναούρλιαξα το ρεφρέν!

«Ηear a purrin’ motor» και τα αμάξια που είχα δημιουργήσει, άρχισαν να κάνουν κωλιά, δίχως οδηγό, αφήνοντας μαύρα σημάδια στο πάτωμα του ορόφου.

«and she’s a burnin’ fuel» τα οχήματά μου στράφηκαν προς τα ελικόπτερα και μάρσαραν προς τα εκεί.

«oh baby burnin’» όρμησαν προς τα μπρος με τα λάστιχα να στριγκλίζουν και εκτοξεύτηκαν έξω από τον όροφο.

«push it over baby» είδα τους πολυβολητές και τους πιλότους να παγώνουν, όσο τα αμάξια τους πλησίαζαν εν πτήσει.

«oh makin’ love (un)to you» και η πρώτη έκρηξη με το ένα ελικόπτερο να οδηγείται προς τα κάτω.

«makin’ love (un)to you» και η δεύτερη έκρηξη με το επόμενο ελικόπτερο να καταρρίπτεται κι αυτό.

Η Καρίσμα ξεπάστρεφε τις Νικόλ, μα το χαμόγελο επιτέλους είχε φύγει από τα χείλη της. Πολεμούσε με μανία και είδα μια έκρηξη στο τέλος του χωλ. Έδωσα όλο μου το πάθος στην κιθάρα και τα σαγόνια μου πονούσαν από το σφίξιμο.

Έρχονταν κι άλλοι!

Αν ήταν δυνατόν!

Ε, ας έρχονταν λοιπόν…

Μακελειό ήθελε ο Νεκρόφσκι;

Μακελειό θα είχε!

«Get back, get back a rolling» και άρχισα να τους πλησιάζω με την κιθάρα στα χέρια και τα αίματα της κόρης μου να με έχουν ποτίσει ολόκληρο.

«get back, get back a rolling» και οι ψεύτικες Νικόλ να εξαφανίζονται και όλοι να ανοίγουν πυρ κατά πάνω μου, μα οι σφαίρες να μη με αγγίζουν.

«get back, get back a rolling» και ο αέρας να τους σπρώχνει προς το φρεάτιο από την κιθάρα και την φωνή μου, μα δεν θα πέθαιναν από την πτώση. Όχι!

«get back,get back the motherfucker» και λεπίδες να φεύγουν από το στήθος μου, μεγάλες και στρογγυλές σα ζάντες και να κόβουν κορμιά στα δύο.

«get back, get back a rolling» και η Καρίσμα να αποφεύγει τις λεπίδες και να φεύγει προς τα πίσω, με το φόβο να έχει δώσει την θέση του στο πρόσωπό της και την αλαζονία της να έχει χαθεί πια για τα καλά.

«get back, get back the motherfucker» και όλο το χωλ γεμάτο πτώματα και αίματα, μα εκείνη να αποφεύγει τις λεπίδες με τους ελιγμούς της και με την κατάνα της.

«get back, get back the motherfucker» και ένα τελικό κύμα από χιλιάδες λεπίδες εκτοξεύτηκε κατά πάνω της και εκείνη όρμησε μέσα στο φρεάτιο και χάθηκε.

Αν δεν την είχε σκοτώσει η πτώση, τότε σίγουρα είχε χεστεί πάνω της. Πέταξα στην άκρη την κιθάρα και πήρα στα χέρια μου το κατακρεουργημένο κορμάκι της Κλάριτυ. Όλες οι Νικόλ είχαν χαθεί και ένιωσα απόλυτα μόνος και δυστυχισμένος όσο ποτέ στο παρελθόν.

Έκλαψα όπως ποτέ πριν.

Γύρω μου ήταν ένα μακελειό και διστακτικά πλησίασε ο Ζιλερέλ. Μου είπε να φύγουμε γιατί ερχόταν η αστυνομία και κατένευσα, βουβός σα νεκρός. Άφησα την Κλάριτυ και τον είδα με έναν σάκο που έμαθα μετά ότι ήταν γεμάτος χρήματα.

Ακολουθούσα βουβός, βγήκαμε από την πίσω πόρτα, με σουλούπωσε όπως όπως και με έντυσε, μπήκαμε στο αμάξι του και φύγαμε. Πήραμε τη πρώτη πτήση που βρήκαμε και ήρθαμε στην Ελλάδα.

Ο Ματθαίος την επόμενη με έβαλε σε ένα καράβι για Κρήτη και έφυγε για Αμερική και πάλι. Επέστρεψε δύο εβδομάδες μετά με όλα μας τα χρήματα. Εγώ ήμουν σε ένα άθλιο ξενοδοχείο και μπεκρόπινα μέρα και νύχτα. Δεν έβγαινα καν για βόλτα η για να πάρω λίγο αέρα. Μου είπε ότι για ένα διάστημα θα ήμασταν καλά χωρίς δουλειά και τα ρέστα και μου είπε για τον πανικό στις εφημερίδες και το πώς όλα εξηγήθηκαν από τα μέσα σαν αποτυχημένη επίθεση προς τον Πρόεδρο.

Δεν μιλούσα.

Πέρασαν τρεις μήνες μέχρι να ξαναμιλήσω.

Μα ο Ματθαίος ήταν εκεί, με πίεζε να φάω, μου έπαιρνε το αλκοόλ όταν το παράκανα και παρά τις βρισιές και τις μπουνιές που είχε φάει στα ξεσπάσματά μου ήταν πάντα εκεί.

Ανοίξαμε ένα εστιατόριο μικρό και το έτρεχε εκείνος.

Στο τέλος του 2015 αρχίσανε οι επιθέσεις από εσάς. Το πρώτο κύμα ήταν δέκα Τρουφ και ήταν το ξέσπασμα που ζητούσα. Έγινε στο εστιατόριό μας, όπου το κάψατε συθέμελα και σας βρήκα να μας κοιτάτε με μίσος. Όταν σας σκότωσα ακολούθησε ένα διάστημα σχετικής γαλήνης.

Μα τα χρόνια πέρασαν έτσι.

Να αλλάζουμε περιοχές στην Ελλάδα και να αντιμετωπίζουμε τις επιθέσεις σας. Με κάθε επίθεση ευχόμουν να πεθάνω, μα η οργή μου και η λύσσα μου πάντα έβγαιναν στην επιφάνεια.

Έπειτα από χρόνια μάθαμε από πηγές του Ματθαίου για το θάνατο του Μπόρις και της Καρίσμα, μα ξέρεις τι; Δεν είχε σημασία πια, δεν το χάρηκα στο ελάχιστο. Ότι είχε σημασία για εμένα είχε χαθεί. Ο Ματθαίος παντρεύτηκε την σερβιτόρα από τον Καναδά, όταν κατάφερα κι εγώ να ορθοποδήσω και ήμουν πια πενήντα κάτι όταν το ποτό άρχισε να είναι ευχαρίστηση και όχι εθισμός. Το περιόρισα πολύ και πρόσεχα τις επιχειρήσεις μου, μα όχι αλυσίδες πια. Μικρά πράγματα, πτήση κάτω από το γαμημένο το ραντάρ, ακόμη και αν το ραντάρ δεν υπήρχε πια…

Ένα βράδυ στα εξήντα κάτι μου, ζούσαμε στα Τρίκαλα τότε, πήγα βράδυ στο εστιατόριο και βρήκα νεκρό τον Ματθαίο. Έκλαψα και πολέμησα, μα η φλόγα μέσα μου πια αργόσβηνε.

Οπότε έφυγα και πάλι, όπως κάναμε πάντα και κατέληξα Μυτιλήνη. Έμαθα για το παρελθόν ψυχοπλάνης που υπήρχε εδώ και το σκηνικό με εκείνους τους φοιτητές, μα δεν τα σκάλισα και πολύ. Γενικά δεν είχα και πολλά να ασχοληθώ και το διάβασμα πάντα με έριχνε.

Έφτιαξα έναν ωραίο κήπο όμως και τον φροντίζω και είμαι σίγουρος ότι τον θαύμασες ερχόμενος.

Για τους ανθρώπους που έχασα δεν σου είπα πολλά, είναι κομμάτια της ψυχής μου που δεν θέλω να μοιράζομαι και εγώ ξέρω πόσα σημαίνουν για εμένα. Αυτοί οι άνθρωποι και οι ψυχοπλάνοι είναι τα πιο βαθιά κομμάτια της ταυτότητάς μου, δεν πολυμιλάω γι αυτά…

Ήμουν όμως καλός άνθρωπος, στενόμυαλος ίσως, μα είχα πάντα την ηθική και της αρχές μου. Και όσο ταξίδεψα έμαθα να μην κρίνω και να μην λέω πολλά. Μπορεί να σε έχω πάρει μονότερμα τόση ώρα, μα είχα καιρό να μιλήσω τόσο. Ε, έκανα και τις φιλανθρωπίες μου και η κληρονομιά μου θα πάει στους απόρους και μακάρι όλοι να με ξεχάσουν. Μια ζωή λάθος επιλογές έκανα ή αν δεν τις έκανα εγώ με έκαναν εκείνες. Η τύχη και η ατυχία μου ήρθανε σε ίσες δόσεις και από πόνο χόρτασα, όσο χόρτασα όμως και από χαρά.

Δεν παραπονιέμαι πια, πράξε όπως νομίζεις.

Σφάξε με αν θες ή άσε με, έτσι κι αλλιώς δεν αργεί η μέρα μου.

Τα νιάτα φίλε μου σπαταλιούνται στους νέους…

Οι επιλογές μας όμως είναι αιώνιες!

Άσε με να τελειώσω το ποτό μου και κάνε ότι θες.

Ένα ακόμα θα πω, ένα τελευταίο και δεν σε κουράζω άλλο: εις υγείαν!

Ο Άλεκ Τίμπερ ήπιε με μια γουλιά το ελάχιστο ουίσκι που του είχε μείνει και κοίταξε θαρραλέα τον Τρουφ κατάματα. Εκείνος σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του. Στα χέρια του Τρουφ ένα σπασμένο κομμάτι από καθρέφτη, στα χέρια του Άλεκ μια λευκή γαρδένια. Το πλάσμα πλησίασε με την άκρη του γυαλιού να σημαδεύει τον λαιμό του σα μαχαίρι. Ο Άλεκ έκλεισε τα μάτια χαμογελαστός και σκεπτόμενος την κόρη και την γυναίκα του.

Ο Τρουφ έκοψε τον λαιμό του γενναίου γέρου με μία κίνηση.

Είδε τον Άλεκ να πέφτει στο πάτωμα και να ξεψυχά, είδε τη γαρδένια στα χέρια του από λευκή να βάφεται άλικη…

Στάθηκε να παρατηρεί το πτώμα θλιμμένος και σκεπτικός.

Είτε του άρεσε είτε όχι, ήταν ο όρκος που είχε δώσει στους δικούς του.

Εκπληρωμένος…

Έκοψε με μία κίνηση και δίχως συναίσθημα τον ίδιο του τον λαιμό.

Ο Άλεκ ήταν ο τελευταίος μέγας πολεμιστής…

Ο ίδιος ήταν ο τελευταίος Τρουφ!

Ήταν ο όρκος που είχε δώσει όσο άκουγε τη διήγηση στον εαυτό του.

Εκπληρωμένος…

ΤΕΛΟΣ

(21/3/2016 | art by Vangelis Sazanides)

(η νουβελίτσα αφιερώνεται στον Πατέρα μου, στους Παππούδες μου και σε κάθε χειρώνακτα…)

By | 2018-11-26T19:12:29+00:00 Μάιος 11th, 2018|