‘’Κόψε τα σάπια, μωρή… σάπια;!’’ – ΤΡΟΥΦ! (3/4)

//‘’Κόψε τα σάπια, μωρή… σάπια;!’’ – ΤΡΟΥΦ! (3/4)

‘’Κόψε τα σάπια, μωρή… σάπια;!’’ – ΤΡΟΥΦ! (3/4)

Σε ευχαριστώ που τόση ώρα με ακούς, να σου βάλω ένα ποτήρι ουίσκι; Ένα ποτηράκι βρε αδελφέ; Ρακή; Μπέρμπον; Όχι; Καλά… Δεν έχει πολύ ακόμα η ιστορία μου. Μου είπες, με σπασμένη τη φωνή και μπασταρδεμένη τη γλώσσα, ότι θα με ακούσεις τιμώντας με σαν ‘’μέγα πολεμιστή’’ και το εκτιμώ αυτό. Όσο μεγαλώνεις κάποια πράγματα τα παίρνεις πιο χαλαρά, όχι με τόση σοβαρότητα ξέρεις, οπότε δεν μπορώ να σου πω ότι αυτή η τιμή δεν με προβληματίζει ή δεν μου φαίνεται αστεία με την βαρύτητά της, αλλά ίσως να έχεις και δίκιο. Ίσως να είμαι μέγας πολεμιστής. Δεν ξέρω αν κάποιος άλλος θα μου έδινε αυτή την ευκαιρία, μιλάμε για γενοκτονία εδώ και γι αυτό έχεις και τον σεβασμό μου. Σου έχω ήδη πει ότι δεν θα σε σταματήσω όταν έρθει η ώρα να με σκοτώσεις.

Βαρέθηκα να πολεμάω.

Μα τότε ήταν η πρώτη φορά και το βάπτισμα του πυρός, που λένε, ήταν κυριολεκτικά μέσα στις φλόγες και αιματοβαμμένο.

«Τι είναι αυτές οι μαλακίες που τρώνε;» είχα ρωτήσει το προηγούμενο βράδυ τον Ματθαίο, κόβοντας για λίγο την αφήγησή του.

«Τρούφες. Μην μου πεις ότι δεν το περίμενες… Δεν λένε και τίποτε άλλο!» μου έκανε και γέλασε ξεψυχισμένα με το κωμικοτραγικό της όλης κατάστασης.

«Τρουφ!» μουρμούρισα και χτύπησα το μέτωπό μου, ήταν ολοφάνερο πια. Να από πού πήγαζε η γλώσσα και το παραλήρημά τους.

«Ήταν το μόνο που βρήκαν όταν τους άφησε ο δημιουργός τους εδώ. Ξέρεις του έχουν κάνει και βωμό του κερατά. Αυτός έσπαγε πλάκα και εμάς κινδυνεύει η ζωή μας να πούμε…» πρόσθεσε, μα όταν τον ρώτησα για εκείνον, πέρα από το ότι ήταν ψυχοπλάνος και νεκρός, μου απάντησε έντιμα ότι δεν ήξερε τίποτε άλλο. Και τον πίστεψα. Μου είχε κρύψει βέβαια κάτι ως προς τις διατροφικές συνήθειές τους, όπως θα μάθαινα αργότερα, μα ήταν ντόμπρος πέρα από αυτά. Μου είχε πει κιόλας ότι δεν θα μου τα έλεγε όλα…

«Και εκείνα τα ντερέκια τι είναι; Αυτά τι κάνουν; Το γαμάνε στις τρούφες;» ρώτησα σοβαρά, δίχως να με απασχολεί πια το σουρεάλ της όλης φάσης.

«Αυτά τρώνε ελάχιστα. Είναι νεογέννητα.» μου έκανε απλά.

«Κάτσε ρε. Πώς νεογέννητά; Αφού είδα και πιτσιρίκια…»

«Είναι όσα νεογέννητα θηλάζει η Μάνα.»

Αυτά τα δύο ντερέκια λοιπόν, αυτά που με τσίγλαγαν το προηγούμενο βράδυ από εδώ κι από εκεί λες και ήμουν βόδι, ήταν και τα πρώτα πράγματα που είδα όταν ξύπνησα την επόμενη. Προσπάθησα να μην πολυσκέφτομαι ότι οι δεσμοφύλακές μου ήταν τα παιδιά του συγκρατούμενού μου και πάλεψα να μην αρχίσω πάλι τον πανικό.

Ξύπνησα από το μεταλλικό μάνταλο που σηκωνόταν και από την πόρτα που άνοιγε με βία. Κοιτώντας ενστικτωδώς, είδα ότι το φανάρι που είχα δημιουργήσει το προηγούμενο βράδυ είχε χαθεί. Μας είχε πάρει ο ύπνος όταν κάτω από τις πόρτες μας αχνοφαινόταν η χαραυγή, μα τώρα δεν είχα ιδέα τι ώρα της ημέρας ήταν. Ήταν όμως περίεργο το πώς ξεχώριζε το φως από το φανάρι από το φως του ήλιου, ήταν λες και το φως της ψυχής μου ήταν το πραγματικό και το φυσικό φως το ψεύτικο…

Α, δεν μπορώ να δώσω κάποια εξήγηση σε αυτά…

Τόσα χρόνια έχουν περάσει και ακόμα δεν έχω βγάλει άκρη!

Όπως και να έχει, άνοιξαν την πόρτα το λοιπόν κι εγώ έριξα μια ματιά στο δίπλα κελί. Ο Ζιλερέλ με κοίταξε κι εκείνος, κουρασμένα και αγουροξυπνημένος, βλέπεις δεν φοβόταν πια τους Τρουφ και φυσικό ήταν. Τρεις μήνες ήταν μαζί τους… Του έκλεισα το μάτι όλο νόημα και ξανακοίταξα τους φρουρούς μου.

Αν όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν, σε λίγες ώρες θα φεύγαμε από εκείνη την σάπια κατάσταση που είχαμε βρεθεί εν αγνοία μας και οι δύο…

Έκανα να σηκωθώ οικειοθελώς και ο ένας από τους δύο μου έριξε μια κανάτα νερό στη μούρη. Έπεσα προς τα πίσω και έχοντας ξυπνήσει για τα καλά, τρελάθηκα: «Ρε μουνιά! Θα ερχόμουν μόνος μου, τι στο πούτσο; Με είδατε ότι είμαι ξύπνιος!»

Οι φωνές μου ήταν λες και είχαν πάει στο βρόντο. Με σήκωσαν εκείνοι, λες και θα έφερνα καμιά αντίρρηση πιο πριν και που να πάρει, τώρα θα έφερνα. Πριν με το ήρεμο δεν γούσταραν, οπότε τους έσπρωξα και τους έριξα κάμποσα καντήλια, μα τότε κάτι έκανε την εμφάνισή του που μου έκοψε την φόρα. Το έπιασες: οι βουκέντρες!

Με τις μαλακο-βουκέντρες και πάλι λοιπόν με οδήγησαν στην Μάνα.

Ο μικρός διαδρομάκος που διασχίσαμε με βεβαίωσε ότι ήμασταν όντως σε σπηλιές, μα μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ότι δεν υπήρχαν άλλοι φυλακισμένοι, πέρα από εμένα και τον Ζιλερέλ! Αν είχε τόσα κελιά ελεύθερα, γιατί να μας βάλλουν δίπλα δίπλα;

«Ήθελε να ηρεμήσω η βρώμα μπας και καυλώσω ε;» ρώτησα τον μεγαλόσωμο φρουρό μου και εκείνος αποκρίθηκε απλά: «Τρουφ!»

«Δε λες τίποτα τζιμάνη μου…» συμφώνησα, λες και ο συνομιλητής μου είχε πράγματι πετάξει την μεγαλύτερη σοφία.

Έξω από τις σπηλιές, περίμενα να με τυφλώσει ο μεσημεριανός ήλιος του Τέξας για κάποιο λόγο, μα σάστισα όταν κατάλαβα ότι ήταν και πάλι νύχτα. Λες και δεν είχα ξυπνήσει ακόμα, τώρα θυμόμουν ότι δεν ήμουν στο Τέξας και η ψύχρα με έκανε να ανατριχιάσω, ειδικά το πρόσωπό μου που ήταν υγρό. Όχι, δεν ήμουν στο Τέξας, ήμουν στο γαμημένο το περιβολάκι του διαόλου στον κωλο-Καναδά! Νύχτα λοιπόν… Όχι μόνο είχαμε ξεραθεί στον ύπνο με τον Ζιλερέλ, μα υπέθεσα και ότι ίσως τα Τρούφ να φοβόντουσαν τον ήλιο της μέρας! Ίσως αυτός να επιτάχυνε την σήψη τους ή δεν ξέρω κι εγώ τι… Το σημείωσα στην άκρη του νου μου μπας και μου φανεί χρήσιμο στο μέλλον, μα δεν μου χρειάστηκε. Όλα θα γίνονταν πουτάνα σε λίγα λεπτά. Και όλα στο κάτω κάτω ήταν εικασίες.

Δεν ήξερα τότε, τώρα ξέρω ότι οι εικασίες μου ήταν σωστές.

Επίσης, με την έξοδό μας από τις σπηλιές, ήρθε και η απάντηση που ήθελα ως προς τους υπόλοιπους φυλακισμένους: είδα κάμποσα βουναλάκια από κόκαλα και έναν μεγάλο τύμβο στο κέντρο τους. Το Μανιταροχωριό δεν ήταν πολύ μακριά, μα αυτός ο τύμβος ήταν που είχε σημασία, ο τάφος του νεκρού ψυχοπλάνου –όπως μου είχε πει ο Ζιλερέλ. Εγώ είχα φανταστεί ένα μνηματάκι της κακιάς ώρας, μα αυτά τα ζώα… να που έπιαναν τελικά τα χέρια τους! Εμ, παιδιά καλλιτέχνη αγόρι μου…

Ήταν σαν ένα μενίρ, ξέρεις, αυτά στον Οβελίξ και τα ρέστα; Τρία μέτρα ψηλό, με χαραγμένη την μορφή ενός κοτσονάτου μεσήλικα πάνω του. Για την ακρίβεια ήταν ένα τέλειο άγαλμα, απλά η πέτρα φαινόταν ότι ήταν ακατέργαστη μέχρι ένα βαθμό, καθώς βρύα έκαναν την εμφάνισή τους εδώ κι εκεί. Στα πόδια του είχε την Μάνα, ξαπλωμένη και μουνάρα να αράζει, ενώ τα κόκκαλα που είχαν στιβαχτεί ολόγυρα, έφταναν μέχρι τη μέση του αγάλματος.

«Να, αν ήταν έτσι και τώρα, θα την έσκιζα, χεχε» έκανα στον φρουρό μου, προσπαθώντας να διώξω την ζαλάδα που μου προκαλούσε η θέα των οστών. Η Μάνα στο άγαλμα είχε βυζάρες, μπουτάρες, κωλάρα… Δεν είχε ρέψει! Φυσικά, τι κι αν μίλαγα στο άγαλμα τι κι αν μίλαγα στο πλάσμα με την βουκέντρα.

Η απάντηση ήταν πάντα η ίδια…

«Τρουφ!» και ένα σπρώξιμο με την βουκέντρα.

Συνεχίσαμε το περπάτημα και γρήγορα μπήκαμε στην πόλη. Το κρύο έδωσε την θέση του σε μία ευχάριστη ζεστούλα, η οποία συνεχώς και δυνάμωνε. Πραγματικά περιβολάκι του διαόλου, έσκαγες εκεί πέρα μετά από λίγο, ήταν λες και ήσουν όντως στην κόλαση! Προχωρήσαμε στο ανθοστόλιστο μονοπάτι με τα φαναράκια και τις κρήνες, προσπεράσαμε τα μανιταρόσπιτα και τις παρέες που με κοίταζαν σα να ήμουν εξωγήινος, και όπως φαντάζεσαι, πήγαμε γραμμή στο τεράστιο παλάτι της Μάνας.

Μόλις μπήκαμε στο εσωτερικό, σκάναρα με το βλέμμα μου τα βουνά από σαβούρες και δεν μπορείς να φανταστείς την έκπληξή μου, φίλε μου, όταν εντόπισα το τσεκούρι. Ήταν σα να μου χαμογελά κουρασμένα, σα παλιός γνώριμος που είχε βρεθεί στην ίδια κατάσταση με εμένα. Και μου έκανε τόση εντύπωση που δεν το είχα δει το προηγούμενο βράδυ… Ήταν μπροστά μπροστά, μα μέσα σε όλο το πανικό και τον τρόμο που να το δω ο δύσμοιρος.

Εκείνο το βράδυ όμως ήμουν ντάξει, ήμουν πιο κουλ! Όσο τρελό και αν σου ακούγεται, είχε περάσει το πρώτο σοκ και είχα ψιλοσυνηθίσει την όλη φάση. Ήξερα με τι είχα να κάνω και κάθε πρόβλημα έχει και μια λύση, αν ξεμπέρδευα με την βρώμα, μετά θα την πάλευα.

Εκείνη όμως ήταν το αφεντικό.

Και μόνο που ήμουν πάλι στο χώρο της, ένιωθα κάτι να γίνεται κόμπος μέσα μου…

«Μπορούμε να σου δέσουμε τα μάτια, αν δεν αντέχεις να με κοιτάς.» άκουσα πρώτα την φωνή της και μετά την είδα να βγαίνει μέσα από τις σκιές.

Αχ, το πρόσωπο ήταν τόσο πανέμορφο… Γιατί να είναι έτσι το σώμα ρε γαμώτο; Πραγματικά φίλε μου, ήταν πανέμορφη γι αυτό που ήταν, αλλά το σώμα… χέσε μέσα!

«Έχεις τον Ζιλερέλ για να σε γονιμοποιεί, εμένα τι με θες;» ρώτησα κουρασμένα, ξαφνικά ένιωθα κούραση με όλες αυτές τις μαλακίες που ζούσα. Μπορεί η νυχτερινή ψύχρα και έπειτα η είσοδος στη πόλη-καμίνι να είχε στεγνώσει το νερό από το πρόσωπό μου, μα ίσως αυτή η μίξη κρύου με ζέστη να με νύσταζε κιόλας. Ένιωθα μια ντάγλα λες και ακόμα δεν είχα ξυπνήσει αρκετά για να νιώσω την γνώριμη οργή. Ήταν σα να ονειροβατώ ακόμα, η κατάσταση ήταν τόσο περίεργη, μα μετά το χτεσινό σοκ τόσο γνώριμη, που ένιωθα λες και ακόμη κοιμόμουν και το όνειρό μου συνεχιζόταν, απλά πιο ζωντανό.

Όχι όνειρο, μπαρντόν, εφιάλτης με τα όλα του…

«Α, ώστε γνωριστήκατε!» μου έκανε και έκατσε στο κρεβάτι, κοιτώντας με.

«Εσύ τι λες; Δίπλα δίπλα μας έβαλες…» της έκανα και ο εκνευρισμός ξυπνούσε και πάλι.

«Ήθελα να χαλαρώσεις, να ηρεμήσεις για να είσαι σε θέση να κάνεις αυτό που πρέπει απόψε.» είπε και χάιδεψε την θέση πλάι της.

Γύρισα γελώντας και έριξα ένα φιλικό, ανάποδο χαστούκι στον ώμο του φρουρού μου. «Δε στο είπα ρε μουνι; Δε στο είπα;» του έκανα και τον είδα να υψώνει την βουκέντρα του για να μου επιτεθεί. Δε καταλάβαινε ότι ήταν φιλική η χειρονομία μου το ζώο!

«ΜΗ!» είπε δυνατά η Μάνα και εκείνος κατέβασε το όπλο του μεμιάς.

«Τρουφ!» μου έκανε αγριεμένα.

«Ξέρω, ξέρω…» αποκρίθηκα βαριεστημένα.

Την είδα να τους κάνει νόημα να πάνε στην πόρτα και εκείνη σηκώθηκε και με πλησίασε. Ακόμη μου έκανε εντύπωση η δύναμη που απέπνεε, η αυτοπεποίθησή της, η ύπαρξή της γενικά… Μα πάνω από όλα μου έκανε εντύπωσε η ικανότητά της να μιλάει κανονικά και όχι σα τους καθυστέρες τους υπόλοιπους. Εντάξει, συγνώμη, το παίρνω πίσω αυτό.

Με γυρόφερνε που λες, ρίχνοντάς μου ένα κεφάλι όπως και οι φρουροί μου, μα ένιωθα ότι ήταν αδύναμη σα κλαράκι. Ήταν οστεώδης και αδύνατη, δεν θα ήταν δύσκολο να την σπάσω, αυτό σκεφτόμουν. Μα πάγωνα, όσο την άκουγα να μου μιλάει…

«Ο Ζιλερέλ θα πεθάνει αν αποδειχθείς ο ικανός πατέρας. Και θα φαγωθεί όπως όλοι οι προηγούμενοι…» μου είπε με αργό ρυθμό και στόμφο, τονίζοντας κάθε λέξη σα να είχε ιδιαίτερη σημασία.

Και τι σημασία!

Σοκ!

«Τι; Μα έχετε τις τρούφες σας που να πάρει! Μη μου πεις ότι είστε και ανθρωποφάγοι!» ούρλιαξα και ναι, τώρα είχα ξυπνήσει για τα καλά. Δεν ξέρω γιατί ο Ζιλερέλ είχε αποφασίσει να μου το κρύψει αυτό το κομμάτι, μα αν γνώριζα κάτι τέτοιο νωρίτερα, θα ορμούσα με το που μπήκαμε στο παλάτι της Μάνας.

«Είμαστε κυρίως ανθρωποφάγοι. Οι τρούφες και η συνεχής βρώση τους βλέπεις τι μας κάνει… Μας δηλητηριάζει!» μου είπε και τότε όλα έβγαλαν ξαφνικά νόημα, η εμφάνιση και η σαπίλα τους. Δεν ξέρω γιατί τα μοιραζόταν όλα αυτά μαζί μου, μα ήταν η ώρα να μάθω κάποια πράγματα.

«Μίλα μου λίγο για τους Τρουφ και μετά θα κάνω ότι θες. Αν θες θα σκοτώσω εγώ ο ίδιος τον Ζιλερέλ για να γλιτώσει την τελευταία φρίκη…» είπα με όση εντιμότητα μπορούσα, αν και μπλόφαρα φυσικά. Ήμασταν ομόφυλοι εδώ –όχι ομοφυλόφιλοι τονίζω- και ήταν ο μόνος μου σύμμαχος. Απλά καθυστερούσα και αυτή εδώ μιλούσε πολύ καλύτερα από όλους τους άλλους. Αυτή φαινόταν πανέξυπνη, ειδικά σε σχέση με τους υπόλοιπους μπετόβλακες του χωριού. Οπότε θέλησα να μάθω λίγα ακόμη για την απειλή που αντιμετώπιζα. Και μετά… καλό βράδυ!

Η οργή μου ακόμη ήταν σε λήθαργο, οπότε μια συζήτηση δεν θα ήταν και άσχημη μέχρι να ξυπνήσω για τα καλά, όπως κι εκείνη δεν ήταν άσχημη συνομιλήτρια, αρκεί να μην κατέβαζα το βλέμμα μου στον λαιμό της και πιο κάτω φυσικά.

«Είχα την τιμή να γνωρίσω τον δημιουργό μας, ήμουν η πρώτη του είδους μας. Χα, τον γνώρισα από πρώτο χέρι κυριολεκτικά, εκείνος με έπλασε. Τον έλεγαν Πιερ Κιούτι και ήταν Βέλγος. Το 1958 ήρθε εδώ, έχοντας αποτύχει να εκδώσει τα παιδικά του παραμύθια στο Βέλγιο και όντας ήδη πενηντάρης, ένιωθε ότι είχε αποτύχει γενικά στη ζωή. Ήταν για ένα διάστημα ξυλοκόπος όπως εσύ, μα μια μέρα μου είχε πει, τα παράτησε όλα και άρχισε να περπατά. Έφτασε εδώ και αποφάσισε να πεθάνει. Άρχισε να γράφει ένα τελευταίο παραμύθι και έβλεπε όλα όσα έγραφε να παίρνουν μορφή γύρω του. Μια φυλή με μπλε ανθρωπάκια στη μέση του πουθενά. Στην αρχή η έκπληξή του ήταν μεγάλη, μα με τον καιρό, οι δημιουργίες του άρχισαν, σα μικρά παιδιά, να είναι απαιτητικά, δεν είχαν να φάνε και πεινούσαν όσο και αυτός. Έφτιαξε κι εμένα και αποφάσισε να θυσιαστεί για εμάς. Μας είπε να τον φάμε κι εγώ τρώγοντας την καρδιά και το μυαλό του πήρα όλη την νόησή του, εξ ου και το λέγειν μου, αν απορείς. Με άφησαν οι υπόλοιποι, μου έκαναν την υπέρτατη αυτή τιμή. Φάγαμε τον δημιουργό μας και ήταν σαν έκσταση, σκέψου αντί για θεία κοινωνία να μάσαγες τον Χριστό… Έκσταση πραγματικά. Με έκαναν ηγέτιδά τους και αρχίσαμε να μεγαλώνουμε σα κοινότητα και τώρα πια, πενήντα δύο χρόνια μετά, κοίτα μας. Είμαστε μια μεγάλη οικογένεια!» μου έκανε και χαμογέλασε πλατιά, νιώθοντας περηφάνια θα έλεγε κανείς.

«Μια μεγάλη σάπια οικογένεια!» είπα και τρελάθηκα με τον τόνο της. Τα ακόντια βρέθηκαν μεμιάς στον λαιμό μου και άκουσα το γέλιο της, καθαρό και λάγνο σα να ήταν μια γυναικάρα του παλιού σινεμά.

«Πες το κι έτσι!» μου έκανε και πρόσθεσε αινιγματικά: «Μα όχι για πολύ ακόμη.»

«Σιχαμένη πόρνη!» είπα και ένιωσα τις άκρες από τις βουκέντρες να ξύνουν τον λαιμό μου. Τα ντούκια ήταν και πάλι στο πλευρό μου και αναθεμάτισα τις καύλες του Ζιλερέλ που ευθύνονταν για τους φρουρούς μου…

«Τι εννοείς ‘’όχι για πολύ ακόμα’’;» ρώτησα και ένιωθα μέσα μου να κοχλάζει η οργή.

«Αν το σπέρμα σου έχει την ίδια φλόγα με τον χαρακτήρα σου, θα φτιάξουμε μια φυλή πολεμιστών μαζί. Θα σε στραγγίξω μέχρι να κάνω τον στρατό μου κι έπειτα θα βγούμε στον κόσμο. Όλοι θα μάθουν για τον Πιερ Κιούτι και για τα Τρουφ του. Νόμιζαν ότι ο Χίτλερ έκανε κακό στον κόσμο τους; Που να δουν τι θα γίνει μόλις εμφανιστούμε εμείς!» κόμπασε και εγώ απλά έμεινα σα παγοκολόνα από το σοκ. Δεν ήταν δυνατόν να πιστεύει όλα όσα έλεγε! Και ξέρεις ποιο είναι το περίεργο; Την πίστευα, είχα αρχίσει ήδη να τρέμω από το χτύπημα των λόγων της πάνω μου. Οι γέροι θα έφευγαν από καρδιακά μόνο που θα έβλεπαν αυτά τα τέρατα, τα παιδιά και οι γυναίκες θα πέθαιναν εύκολα, δίχως να μπορούν να αντιμετωπίσουν το σοκ των αισθήσεών τους με αυτό που θα αντίκριζαν και οι άντρες… Οι άντρες που δεν θα πέθαιναν θα συνέχιζαν να την πηδάνε και να διαιωνίζουν αυτή την αρρώστια!

Απλά την κοίταζα και είμαι σχεδόν σίγουρος ότι το στόμα μου είχε κρεμάσει κιόλας!

«Είτε σου δέσουμε τα μάτια είτε όχι θα με γονιμοποιήσεις σήμερα!» μου έκανε με μια σιγουριά που με συνέφερε.

Ακούγοντας αυτά τα λόγια τρελάθηκα!

«Θα σε γαμήσω, μώρη σάπια, άλλα όχι με τρόπο που θα σου αρέσει.» μούγκρισα και άρπαξα τις άκρες από τα ξύλα που σημάδευαν τον λαιμό μου. Μεμιάς τα έσπρωξα μακριά και κλώτσησα τον κοντινότερο Τρουφ κατάστηθα. Ούρλιαξε με απίστευτη δύναμη, δίχως να καταλαβαίνω τον λόγο, μα τον αγνόησα. Έτρεξα προς το τσεκούρι μου, το βούτηξα και γύρισα τελευταία στιγμή για να αποφύγω ένα χτύπημα από την βουκέντρα του άλλου που με είχε πάρει στο κατόπι. Έσπρωξα μακριά με το όπλο μου το κοντάρι του αντιπάλου και κάρφωσα το τσεκούρι μου στο κεφάλι του κερατά με το που είδα το άνοιγμα στην άμυνά του. Είδα τη λάμα να βυθίζεται μέσα στο κρανίο με ευκολία και ακούγοντας μια αναμπουμπούλα από έξω, έτρεξα προς την πόρτα.

Το ουρλιαχτό του Τρουφ που είχα κλωτσήσει δεν ήταν από πόνο, ήταν σύνθημα, έκκληση βοήθειας και ενισχύσεων!

Είδα την πόρτα να ανοίγει αργά, μα έπεσα με το βάρος μου πάνω της, ακούγοντας τα άκρα οποιουδήποτε ατυχή Τρουφ ήταν στην άλλη μεριά, να θρυμματίζονται και να αποκόβονται. Ασφάλισα την πόρτα με το μάνταλο και είδα το κομμένο χέρι με το σκούρο μπλε αίμα στο πάτωμα δίπλα από τα πόδια μου. Προτού προλάβω να απορήσω με το χρώμα του αίματος, ένα ακόντιο καρφώθηκε δίπλα από το κεφάλι μου. Γύρισα μεμιάς και κλώτσησα τον Τρουφ στα αρχίδια, ευχόμενος να έκανε ότι και στους ανθρώπους. Δεν είχα χρόνο να σαστίσω με την κωλοφαρδία μου ως αναφορά τη βουκέντρα και το σημάδι του…

Ήμουν τυχερός, είχε ότι αντίκτυπο θα είχε και στους ανθρώπους τελικά! Επέστρεψα τρέχοντας στο πτώμα του πρώτου μου θύματος και πήρα το τσεκούρι. Προτού συνέλθει από τη κλωτσιά ο Τρουφ στην πόρτα, του έκοψα το κεφάλι με ένα καθαρό χτύπημα. Κύλησε λίγο πιο πέρα και το σώμα σωριάστηκε μπρούμυτα στην γη, με το μπλε αίμα του να βάφει το έδαφος.

Γύρισα λαχανιασμένος και είδα την Μάνα να με κοιτά έκπληκτη.

Κοπανήματα άρχισαν να ακούγονται στην πόρτα και οι μεντεσέδες έτριζαν. Δεν θα άντεχε για πολύ! Κάρφωσα πάνω στο κουφάρι το τσεκούρι μου και κοίταξα σα τρελός γύρω μου για κάτι, κάτι να φρακάρω την πόρτα. Και τότε το εντόπισα! Τράβηξα από τις σαβούρες ένα πιάνο και το έσπρωξα στην πόρτα. Με την λύσσα μου, ούτε που κατάλαβα το βάρος του, ούτε που πρόλαβα να απορήσω που σκατά το είχαν βρει αυτό το ρημάδι! Ποιος κουβαλά στις ερημιές ένα πιάνο μαζί του; Φαντάσου τι είχε εκεί μέσα μαν μου, της Παναγίας τα ιμάτια!

Στράφηκα και πάλι προς την Μάνα, μα αυτή την φορά την είδα να χαμογελά!

«Τι στο διάολο σου φαίνεται τόσο αστείο;» ρώτησα λαχανιασμένος, παίρνοντας και πάλι στα χέρια μου το τσεκούρι μου.

«Η βεβαιότητα σου ότι θα μας νικήσεις…» μου είπε και την είδα να βουτά στο κρεβάτι και να εξαφανίζεται! Έτρεξα προς τα εκεί και άρπαξα τα σεντόνια, ξεστρώνοντάς το με μία κίνηση, μα δεν είδα καμία τρύπα και κανένα λαγούμι εκεί… Μόνο το στρώμα!

«Τι στο πούτσο πια!» αγανάκτησα με την τρέλα της όλης κατάστασης και με αυτή την καινούρια έκπληξη. Τα κοπανήματα συνέχιζαν στην πόρτα και εγώ προσπάθησα να διώξω το σοκ μου. Αν με έπιαναν θα έχανα οποιαδήποτε μελλοντική ευκαιρία! Το τσεκούρι στα χέρια μου με βεβαίωνε πως αν δεν τα κατάφερνα τώρα δε θα το ξαναέπιανα ποτέ. Θα με κρατούσαν γυμνό και δέσμιό της, να την πηδάω και μετά πάλι στις σπηλιές. Όχι, δεν έπρεπε να σκαλώνω με αυτά τα νέα μάγια. Έπρεπε να επιστρέψω στο παρελθόν και να τα κάνω όλα μπουρδέλο…

Και θα της ξηγιόμουν αργότερα της σκύλας!

Προσπάθησα να ηρεμήσω, παρά τα αγχωτικά βροντήματα στην πόρτα και να βάλω την σκέψη μου σε μια σειρά. Τι να έκανα;

Και τότε μου έσκασε!

Λίγο φως μέσα στο χαομένο κεφάλι μου…

Τώρα έπρεπε να τσεκάρω αν όντως είχα τις δυνάμεις που ισχυριζόταν ο Ζιλερέλ! Αν όλο το σκηνικό με το φανάρι ήταν απλά τύχη, ήμουν σίγουρα εγκλωβισμένος για πάντα και ίσως και νεκρός. Αν είχα τις δυνάμεις μου ίσως και να είχαμε και μία ευκαιρία απέναντι στην φυλή!

Αγνόησα τα χτυπήματα στο ξύλο και πήρα μία από τις καρέκλες που ήταν στο βουνό με τα τρόπαια. Την τοποθέτησα έτσι ώστε κοιτώντας μπροστά να βλέπω την πόρτα και στην πλάτη μου να έχω το κρεβάτι. Να μου έσκαγε χουνέρι η πουτάνα από τα νώτα, ήταν κομματάκι χλωμό. Με το τσεκούρι και τους φόνους είχε κλάσει μαλλί και γεια σας. Θα την έκανα σένια μετά όμως, έγνοια σου…

Προσπάθησα να ηρεμήσω λοιπόν, να γαληνέψω την καρδιά μου και την αναπνοή μου. ‘’Άσε τους μαλάκες που κοπανάνε να κουρεύονται, μέχρι να περάσουν το πιάνο έχω χρόνο…’’ σκέφτηκα και έκλεισα τα μάτια μου. Έπρεπε να πάω αλλού για να κάνω τα χτεσινά, με άγχος και πίεση το ήξερα ότι δεν θα τα κατάφερνα. Θυμόμουν την άνεση του Ματθαίου για να κάνει την μηλόπιτα και αυτήν είχα σαν οδηγό. Πάλεψα να σκεφτώ το σπίτι και την αγκαλιά της γυναίκας μου, την Κλάριτι στην κούνια της και όλα όσα μου είχαν λείψει. Πάλεψα να χαθώ σε κάποια μελωδία…

Μα σιωπή!

Τίποτα δεν ερχόταν από την άκρη του μυαλού μου στο προσκήνιο για να με βοηθήσει…

Προσπάθησα και πάλι, μα φαινόταν μάταιο, δεν θα τα κατάφερνα! Δεν γίνονταν έτσι με την πρώτη αυτά, άλλο η τύχη του πρωτάρη και άλλο να το ξανάκανα κάτω από αυτές τις συνθήκες…

Άνοιξα τα μάτια και είδα την πόρτα να συσπάται βίαια, μα οι γδούποι δεν με απασχολούσαν πια. Ήταν πιο βουβοί, σχεδόν δεν τους άκουγα. Ας ήμουν ρεαλιστής: δεν ήμουν ο Κόναν! Ήμουν ο Άλεκ Τίμπερ και ήμουν χαμένος από χέρι. Ας μην είχα αυταπάτες…

Ένιωθα ο πιο τελειωμένος και αποτυχημένος γονέας και οικογενειάρχης του κόσμου. Τι θα έκαναν αν χανόμουν;

Βούρκωσα όσο σκεφτόμουν τα μωρά μου, μου είχαν λείψει που να πάρει, όχι μόνο το γυναικάκι μου, αλλά και το κοριτσάκι μου. Δεν θα ντραπώ να το πω, αλλά αγνοώντας τα ‘’Τρουφ! Τρουφ! Τρουφ!’’ έξω από την πόρτα, δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά μου.

Αντρίκια δάκρυα όμως, δεν ήμουν ποτέ φλώρος!

Δίχως να θέλω όμως να σκέφτομαι τα μετά του θανάτου μου και την κατάσταση της οικογένειάς μου, μεταφέρθηκα σε εκείνο το βράδυ που την είχα προσέξει: πίσω από τους καπνούς και το πώς λικνιζόταν ώρες πριν καταλήξουμε να το κάνουμε στο αμάξι μου.

Η Νικόλ μου…

Και τότε, μέσα στις αναπολήσεις μου και στην στεναχώρια μου ότι δεν θα είχαν ούτε το ηλεκτρικό να πληρώσουν, κάτι παίχτηκε στο κεφάλι μου, κάποιες συνδέσεις ανεξήγητες. Και άνοιξα το στόμα μου και ένα τραγούδι που ξεκινούσε χωρίς μουσική, μα κατ’ ευθείαν με λόγια, ξεχύθηκε με πόνο και αντρίλα από τα χείλη μου.

«Well you made me weep and you made me moan/when things caused me to leave, child, my happy home/But someday, baby, you’ll be back in my life…» και σκεπτόμενος την κιθάρα να μπαίνει, άνοιξα τα μάτια μου ελπίζοντας να έχει πιάσει το κόλπο…

Και πίσω από ένα πέπλο δακρύων, με την μελωδία μέσα στο κεφάλι μου να δυναμώνει, την είδα να χορεύει μπροστά μου!

Τα ντραμς επιταχύνουν, της χαμογελάω και μου κλείνει το μάτι και με την κιθάρα να μπαίνει, η πόρτα σπάει σε χίλιες σκλήθρες και εγώ σηκώνομαι από την καρέκλα μου. Η Νικόλ –ή ο κλώνος που είχα δημιουργήσει τέλος πάντων- άρπαξε ένα φτυάρι από την στοίβα με τις σαβούρες και επιτέθηκε στον πρώτο που πέρασε πάνω από το πιάνο.

«I get satisfaction everywhere I go.» τραγούδησα και όρμησα κι εγώ με το τσεκούρι μου στα πλάσματα που στριμώχνονταν και έμπαιναν μέσα στο δωμάτιο, ζητώντας εκδίκηση για την μητέρα όλων τους, την θεά τους.

«Where I lay my head – that’s where I call home.» τα λόγια όχι μόνο μου έδιναν ρυθμό, μα πίστευα ότι έτσι κρατούσα ζωντανό και το δημιούργημά μου! Ήταν σαν ένας παιάνας και πραγματικά κατάλαβα πως μπορεί να συμβάλλει η μουσική στη μάχη, εκείνη την στιγμή…

«Whether barren pines, or the mission stare,» η Νικόλ που είχα φτιάξει είδα ότι τα κατάφερνε μια χαρά και εγώ επίσης μαγάριζα κάμποσους, μα η μάζα πέρναγε το πιάνο και πήγα να ανησυχήσω. Δεν είχα ιδέα πόσοι ήταν οι αντίπαλοί μας…

«Take tomorrow’s collar and give ’em back the glare.» απ ότι φαινόταν όλο το χωριό ήταν εναντίον μας, μα δεν σκεφτόμουν εκείνη την στιγμή, προσπαθούσα να χαθώ στον πανικό της μάχης. Στα πετσοκόμματα της λεπίδας μου…

Και βλέποντας την Νικόλ να πετά στην άκρη το φτυάρι και δύο ομίχλες από ασημένιο χρώμα να σχηματίζονται γύρω από τις παλάμες της και να σημαδεύει μπροστά, κατάλαβα τι συνέβαινε με το που μπήκα στο ρεφρέν.

«Bang, bang, bang, bang!» τέσσερεις πυροβολισμοί από το μωρό μου και οι σφαίρες της να καταλήγουν στα μέτωπα των αντιπάλων της, στέλνοντάς τους νεκρούς στην γη.

«Vamanos, vamanos.» και τρέξαμε πάνω στο πιάνο.

«Bang, bang, bang!» άλλοι τρεις τέζα.

«Vamanos, vamanos.» και βγήκαμε έξω στο χωριό.

Με την φυσαρμόνικα μέσα στο κεφάλι μου να με τρελαίνει, τρέξαμε, μα μας έκοψαν τον δρόμο λίγο πιο κάτω. Ήταν άλλο ένα τσούρμο και έβγαιναν συνεχώς και άλλοι από τα σπίτια τους. Μας περικύκλωσαν ενώ κάποιοι ούρλιαζαν για να έρθουν περισσότεροι από όλο το χωριό. Δεν είχαμε που να πάμε, οπότε απλά συνέχισα.

Ήμουν σε νιρβάνα, δεν άφηνα τον τρόμο να με ζώσει.

Είχα το μωρό μου δίπλα μου και αυτό μου έδινε δύναμη!

«You told everybody in the neighborhood» έκανα κοιτώντας την Νικόλ και με κοίταξε και αυτή παιχνιδιάρικα.

«what a dirty mistreater. That I was no good.» συνέχισα και κούνησε το κεφάλι της σα να το αρνείται. Έπαιζε με τους στίχους και χαμογελούσε, λες και όλο αυτό δεν ήταν πραγματικό μα το γύρισμα κάποιου βίντεο κλιπ. Χαμογέλασα κι εγώ…

«But someday, baby, you’ll be back in my life» έκανα αλλάζοντας και πάλι τον στίχο όπως πριν και πήραμε μία ανάσα.

Ορμήσαμε.

«Doctor or lawyer, I’ll never be.» εκείνη με τα πιστόλια της κι εγώ με το τσεκούρι. Πτώματα να σωριάζονται και πάλι και για κάποιο λόγο δεν με κούραζε καθόλου να τραγουδάω… Ίσως να ήταν κι αυτό μία από τις δυνάμεις μου ως ψυχοπλάνος. Δεν λαχάνιαζα και οι μύες μου δούλευαν μαζί με την λύσσα μου, στον ρυθμό που άκουγα μέσα στο κεφάλι μου. Τόσα χρόνια κάπνισμα τελικά δεν με είχαν επηρεάσει όπως πίστευα.

«Life of a drifter – only life for me,» και τα κύματα των Τρουφ να έρχονται και πουθενά δείγμα της Μάνας, μα δεν με ένοιαζε. Πραγματικά ήταν πολύ εύκολοι αντίπαλοι και για κάποιο λόγο τα ντούκια έμεναν στα μετόπισθεν.

«You can have your riches, all the gold you saved.» το μόνο που τους έκανε να μας δυσκολεύει κάπως ήταν η λύσσα τους, που ήταν όμως ίδια με την δικιά μας. Όρμαγαν προς το μέρος μας με αυτοθυσία, κάποιοι ίσως να μας παρέσερναν κιόλας, μα ήταν εύθραυστα τα οστά τους σα τσόφλια αυγών, οπότε γρήγορα το τοπίο κάπως ξεκαθάρισε.

«Cause’ ain’t room for one thing in everybody’s grave.» μα να που έρχονταν τα ντούκια και είπα να πάρω μια ανάσα πριν ορμήσω.

«Bang, bang, bang, bang!» τραγούδησα και τέσσερις από την Νικόλ στο χώμα.

«Vamanos, vamanos!» όρμησα στον κοντινότερο και του χτύπησα με το τσεκούρι μου το δόρυ του, κόβοντάς το στα δύο.

«Bang, bang, bang!» τρεις ακόμα από πυροβολισμό, το μωρό μου είχε πάρει φωτιά!

«Vamanos, vamanos!» ο Τρουφ μου έπιασε το τσεκούρι με το χέρι και το πέταξε μακριά. Με το άλλο χέρι μου έριξε ένα χαστούκι και η μελωδία έσβησε από το κεφάλι μου όταν μου επιτέθηκε ο πόνος.

Μούγκρισα και είδα την Νικόλ να τρεμοπαίζει, μα τα όπλα της να έχουν χαθεί από τα χέρια της! Ένα ογκώδες θηλυκό Τρουφ την γράπωσε από τον λαιμό και σκεπτόμενος ότι ήταν η πραγματική Νικόλ και όχι κάποιο δημιούργημά μου, σηκώθηκα και κλώτσησα στην κοιλιά τον αντίπαλό μου.

Η Νικόλ ξανάπαιρνε δύναμη από εμένα και τύλιξε με μία κίνηση τα πόδια της γύρω από τον λαιμό της αντιπάλου της. Όσο το σφίξιμό της γινόταν δυνατότερο τόσο χαλάρωνε και η λαβή γύρω από τον λαιμό της. Άφησε την αντίπαλό ζαλισμένη και έπεσαν μαζί στη γη. Της έπιασε το κεφάλι και με το τσεκούρι μου της το έκοψε στα δύο.

Αυτά τα έβλεπα βέβαια με την άκρη του ματιού γιατί ο δικός μου αντίπαλος με είχε ταράξει στις φάπες και εγώ εκείνον στις γροθιές! Η Νικόλ μου πέταξε το τσεκούρι και του το έχωσα με μία ρευστή κίνηση στο στήθος.

Προσπάθησα να βρω την αναπνοή μου γιατί είχα λαχανιάσει.

Η Νικόλ με πλησίασε και με χάιδεψε.

Την κοίταξα μέσα στα μάτια και περίμενα να πει κάτι. Ήταν σα να ανησυχούσε, μα το ότι ήταν βουβή και όχι η γνωστή γλωσσού που ήξερα από το Τέξας, με βεβαίωσε ότι δεν ήταν εκείνη, μα κάτι που εγώ είχα πλάσει. Το τοπίο όχι μόνο δεν είχε καθαρίσει, μα μας πλησίαζαν διστακτικά κι άλλοι. Για κάποιο λόγο μας φοβόντουσαν, έρχονταν αργά. Τα ντούκια μόνο, οι υπόλοιποι δεν ήξερα που είχαν πάει, μα σίγουρα δεν τους είχαμε καθαρίσει όλους…

Αναστέναξα βαριά, η μάχη όχι μόνο δεν είχε τελειώσει, ήταν λες και δεν είχε καν αρχίσει!

«If I had money, like Henry Ford,» της είπα σιγοτραγουδώντας και με αγκάλιασε. Το άγγιγμά της ήταν ίδιο με αυτό της γυναίκας μου και Θεέ μου το πόσο μου είχε λείψει δεν λέγεται…

«Lord, I’d have me a woman, yeah on every road.» και με αυτό τον στίχο μου έριξε μια φάπα και δάγκωσε το κάτω χείλος της όταν την κοίταξα περίεργα. Απλά αντιδρούσε σε όσα έλεγα σα να είμαστε σε κάποιο βίντεο κλιπ που να πάρει! Η φάπα όμως είχε τσούξει κανονικά!

«But Someday, baby, you’ll be back in my life.» με φίλησε στο στόμα με πάθος και ακούσαμε ποδοβολητά. Γυρίσαμε και είδαμε κι άλλα νεογέννητα νταμάρια να μας ζυγώνουν περισσότερο και να ορμάνε.

Της έκλεισα το μάτι και στα χέρια της οι ασημιές ομίχλες εμφανίστηκαν και πάλι!

«Invocation of the dummies, requiem for a head,» και ένας πυροβολισμός που όντως ήταν το ρέκβιεμ για το κεφάλι του αντιπάλου της.

«Cash in at the corner, piles of street cred.» χώθηκα κι εγώ στον κοντινότερο, απέφυγα την γροθιά του σκύβοντας και έχωσα το τσεκούρι μου στην κοιλιά του.

«I get satisfaction everywhere I go.» φώναξα και έσκισα το σώμα του στα δύο. Προχώρησα στον επόμενο.

«One day baby I ‘ll fuck you like a dog!» και έσπρωξα το Τρουφ για να του κόψω το κεφάλι. Τους υπόλοιπους εφτά τους άφησα στην Νικόλ. Τα κατάφερνε τέλεια με τα όπλα της.

«Bang, bang, bang, bang!» τέσσερις και πάλι. Άψογος στόχος.

«Vamanos, vamanos!» της έδειξα προς τις σπηλιές.

«Bang, bang, bang!» οι τελευταίοι τρεις, αν και κάτι μου έλεγε ότι σύντομα θα ξεπηδούσαν κι άλλοι.

«Vamanos, vamanos!» και τρέξαμε.

Η μελωδία άρχισε να σβήνει μέσα στο κεφάλι μου και όταν σίγασε εντελώς, η σπηλιά ήταν μπροστά μας και απ’ ότι φαινόταν το πεδίο ελεύθερο. Η ψύχρα εδώ ήταν δυνατή και η πόλη ήταν κάμποσο πίσω μας. Χιόνι έπεφτε σιγά και το σκοτάδι μακριά από τα φαναράκια ήταν βαθύ και σχεδόν απόλυτο, όταν κοιτούσα μέσα στις σπηλιές ειδικά έβλεπα το βαθύτερο μαύρο να με κοιτά κι εκείνο.

Σταματήσαμε και κοίταξα την Νικόλ.

Την είδα να τρεμοσβήνει μπροστά μου…

Μου χαμογελούσε όμως, γλυκόπικρα. Ίσως επειδή έβλεπε ότι είχα βουρκώσει. Της χάιδεψα το μάγουλο και της είπα: «Θα σε δω σύντομα κούκλα.» κι εκείνη απλά κατένευσε και χάθηκε μέσα σε μια ασημένια ομίχλη.

Έμεινα για λίγες στιγμές να κοιτάω το κενό και πήγα προς τις σπηλιές. Ξανάφτιαξα το φαναράκι μου με την χτεσινή μέθοδο και μπήκα στο εσωτερικό. Για κάποιο λόγο όλη αυτή η μαγεία δεν με κούραζε, σε λίγο θα το έκανα και μηχανικά αστειεύτηκα και προχώρησα με επιφύλαξη όλο και βαθύτερα.

Για κάποιο περίεργο λόγο δεν βρήκα κανέναν φρουρό, ίσως να ανασυγκροτούσαν τις δυνάμεις τους για μια τελική απόπειρα επίθεσης, μα δεν ήθελα να χάνω χρόνο. Όλα είχαν πάει αρκετά καλά. Θα έπαιρνα τον Ματθαίο και θα φεύγαμε από εκεί!

Έσπασα την πόρτα του κελιού του και με κοίταξε έκπληκτος.

«Όλα πήγαν καλά λοιπόν!» μου έκανε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά και ήρθε δίπλα μου. Ένα τσιγάρο κρεμόταν από τα χείλη του και του ένευσα καταφατικά. Ήρεμος, ούτε λαχάνιασμα ούτε τίποτα, μόνο τα μπλε αίματα πάνω μου. Κατά τα άλλα ήμουν κυριλέ…

«Σου κράτησα το τελευταίο.» μου έκανε και απόρησα.

«Τα έκανες όλα ρε μαλάκα;» του έκανα καθώς άναβα το τελευταίο και ρουφούσα βαθιά. Το είχα τόσο ανάγκη ένα τσιγάρο…

«Δεν είχε πολλά…» μου δικαιολογήθηκε ντροπαλά, δίχως να με κοιτά στα μάτια.

«Δεν πειράζει, πάμε να φύγουμε.» είπα και κίνησα προς την πόρτα.

«Σκότωσες την Μάνα;» με ρώτησε δίχως να ακολουθήσει.

«Όχι, χάθηκε μέσα στο κρεβάτι…» του είπα και τον είδα να ξαναμπαίνει στο κελί και να κάθεται στη γη.

«Εγώ θα μείνω εδώ λοιπόν και θα περιμένω. Κάνε δουλειά σου…» μου είπε έντρομος και ήθελα να τον χαστουκίσω. Άκου ‘’κάνε δουλειά σου’’! Θα έκανα όλη τη μανούρα εγώ κι εκείνος θα άραζε δηλαδή;

«Τι σκατά λες;» του ούρλιαξα.

«Αν δεν πεθάνει η Μάνα, ο δρόμος θα κλείνει συνέχεια από δέντρα… Είμαστε καταδικασμένοι μέχρι να ψοφήσει το μωρό μου.» μου είπε ανασηκώνοντας κουρασμένος τους ώμους. Όχι κουρασμένος, αποκαμωμένος, παραιτημένος!

«Πρώτον: μην την λες έτσι που να πάρει. Και δεύτερον: πώς το ξέρεις αυτό;» απόρησα αγανακτισμένος.

«Είχα κάνει μια απόπειρα πριν ένα μήνα. Πριν με χώσουν εδώ με άφηναν να σουλατσάρω, ξέρεις, ο γαμιάς της μαμάς και τα ρέστα… Είχα φτιάξει ένα ομοίωμά μου από χώμα για να το φάνε, άμα ήθελαν, που λες και την έκανα. Όταν βγήκα από το χωριό βρήκα μόνο δέντρα και δέντρα και δέντρα. Η Μάνα μου είπε ότι όσο εκείνη ζούσε δεν θα μπορούσα να φύγω. Ε, μετά με χώσανε στα κελιά.» μου είπε και θόλωσα.

«Αυτό δηλαδή δεν μπορούσες να μου το πεις χτες! Έτσι δεν είναι ρε χαφιέ του Μπαμπούσκα; Ότι είναι ανθρωποφάγοι και τα τέτοια! Έπρεπε να το μάθω σήμερα και να φρικάρω…» του φώναξα.

«Σου είπα…» έκανε να ξεκινήσει πάλι περί εντιμότητας και διστακτικότητας και τον έκοψα: «Ναι, ναι, ναι. Ξέρω… Και τι να κάνουμε τώρα ρε; Ξέρεις πού είναι η βρώμα;»

«Λογικά θα είναι στο μαυσωλείο του δημιουργού της, αφού έχει μέσα της την ουσία του.» μου έκανε, κλασικά, γνωρίζοντας τα πάντα γι αυτό το μέρος.

«Πάμε.» του έκανα ήρεμα.

«Όχι, δεν πειράζει, θα περιμένω.» επέμεινε, με τον τρόμο να εκφράζεται με άνεση. Απέφευγε την μάχη και μιλούσε λες και ήμουν το παιδί για όλες τις δουλειές!

«Ξεκόλλα ρε και πάμε που να πάρει!» του φώναξα, πέταξα το φανάρι και το τσεκούρι στην άκρη και τον σήκωσα στα πόδια του με ένα τράβηγμα. Το φανάρι δεν θα χάλαγε ούτε θα έσβηνε, ενώ το δώρο της Νικόλ είχε αποδείξει ότι άντεχε. Τον έπιασα από τους γιακάδες και με το τσιγάρο ανάμεσά μας, να ορίζει τις αποστάσεις και να φωτίζει τα πρόσωπά μας, είπα: «Θα πάμε μαζί, δεν σε αφήνω μόνο εδώ και δεν πρόκειται να επιστρέψω αν πάω μόνος.»

«Καλά, καλά.» μου έκανε χεσμένος από την επίθεσή μου και τον άφησα. Του είπα να πάρει το φανάρι και αφού το έκανε με ακολούθησε βαρύς.

«Πως πήγε; Το έχεις τελικά;» με ρώτησε κάποια στιγμή, όταν η σιωπή αμηχανίας, μετά το ξέσπασμά μου, έδωσε την θέση της στη βαρεμάρα.

«Φίλε δε μπορείς να φανταστείς, ήταν υπέροχα.» του έκανα ενθουσιασμένος. «Γιατί δε μου είπες όμως ρε ότι είναι ανθρωποφάγοι και θα σε έτρωγαν αν την πηδούσα;»

«Αν αποτύχουμε τώρα, είναι σίγουρος ο θάνατος έτσι κι αλλιώς. Μια στο τόσο κατεβαίνουν στην πόλη και αρπάζουν άντρες ξέρεις. Εμένα μου έχουν χαριστεί πολλές φορές, μα δεν είναι και ζωή αυτό που ζω. Αν δεν πεθάνω τώρα, δε θα είχα πρόβλημα να πεθάνω και να πάρεις εσύ την θέση μου.» είπε παραιτημένος και δίχως να βγάζει κανένα νόημα στα αυτιά μου.

«Θα σε έτρωγαν που να πάρει!» του θύμισα.

«Ε, αφού δεν θέλανε το χωμάτινο ομοίωμά μου, ίσως να μην ήθελαν κι εμένα…» είπε και ήταν στο τσακ να αρχίσει το κλαψούρισμα. Ή το παραλήρημα, καθώς πρόσθεσε με κενό βλέμμα, λες και τρελαινόταν πια: «Αν δεν πεθάνει η Μάνα θα μας βρουν τα δέντρα! Είναι το περιβολάκι του διαόλου εδώ…»

«Πάμε ρε.» μούγκρισα, δίχως να μπορώ να ακούω άλλες κουταμάρες.

Η αλήθεια είναι ότι φοβόμουν για τον χοντρούλη φίλο μου. Είχε περάσει πολλά και ώρες ώρες δε καταλάβαινα τι έλεγε και τι σκεφτόταν. Δε τον ήξερα χρόνια, μα σε ένα βράδυ είχαμε δεθεί σα μια γροθιά και ναι: τον είχα ανάγκη. Τα λογικά μου έμεναν στην θέση τους με την σκέψη της οικογένειάς μου και με την ιδέα ότι έχω ένα στήριγμα, έναν ακόμη μέσα σε όλη αυτή την τρέλα. Μα όταν το παραέπαιζε άνετος ή όταν άδειαζε το βλέμμα του, ανατρίχιαζα ολόκληρος…

Είναι σαν αρρώστια η τρέλα φίλε μου και καλό είναι να την φοβάσαι γιατί είναι κολλητική!

Φτάσαμε στο μενίρ-άγαλμα και κάναμε στην άκρη τα οστά, προσπαθώντας να μην σκεφτούμε την βεβήλωση ή την ιεροσυλία. Δεν ξέρω αν υπήρχε στην δική μας περίπτωση, μα ήταν γαμημένα ανατριχιαστικό που να πάρει. Και εκεί είδαμε την ταφόπλακα που του είχανε κάνει. Πάλι με τραχιά πέτρα, μα το όνομα ήταν εκεί. Ο Πιερ ο Γλυκούλης μη χέσω. Κοίταξα τον Ματθαίο και μου είπε να κάνουμε την πέτρα στην άκρη, τον κοίταξα με μισό μάτι, μα με βεβαίωσε ότι ήξερε τι έλεγε. Ήρθε στο πλάι μου και αρχίσαμε να σπρώχνουμε.

Ο τύμβος τελικά, όταν ανοίξαμε το καπάκι, είδαμε ότι οδηγούσε σε σκαλοπάτια προς το έρεβος. Εκεί θα ήταν το μαυσωλείο λογικά και εκεί θα βρίσκαμε την Μάνα. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε, προσέχοντας τα νώτα μας για τυχόν Τρουφ. Δεν βρήκαμε κάποιον ούτε στα πέριξ ούτε στην ακτίνα που φώτιζε το φανάρι μας.

«Πες μου κάτι ρε.» είπα ξαφνικά και η φωνή μου δημιούργησε μια ηχώ μέσα στο μαυσωλείο που μας τίναξε όρθιους.

«Έλα.» μου έκανε ψιθυρίζοντας και αποφάσισα να μιλήσω κι εγώ έτσι… Ήταν καλή ιδέα! Δεν ξέραμε τι μας περίμενε εκεί κάτω…

«Τι παίζει με τα νεογέννητα και τα μικρά; Αν τα νεογέννητα είναι τα ντούκια τότε πως εξηγούνται τα πιτσιρίκια;» ήμουν ακόμα μπερδεμένος.

«Είναι από το ποιο θα θηλάσει την Μάνα. Σου το είπα και χτες… Τα κτήνη που είδες είναι τρία από κάθε γέννα, τα οποία τα επιλέγει για να τα θηλάσει. Πρέπει να την δεις όσο είναι έγγυος και για ένα μήνα μετά. Στήθη και κοιλιά τούρλα να πούμε, πρησμένη σα μπαλόνι. Όσα δεν πίνουν από το γάλα της μεγαλώνουν σα παιδιά. Δεν ξέρω άλλα πάνω στο θέμα. Γιατί ρωτάς;» μου έκανε και σταματήσαμε να κατεβαίνουμε. Με κοιτούσε περίεργος.

«Ρε συ, δεν έχω θέμα να σφάξουμε όλα τα Τρουφ, όλους, μέχρι τον τελευταίο. Μα τα παιδιά μου φαίνεται κακό ρε φίλε, μου φαίνεται… λάθος. Δεν ξέρω, έχω κι εγώ μια κόρη και δεν μου κάθεται καλά… Εσύ τι λες;» του έκανα μπέσα και προβληματισμένος και τον είδα να το σκέφτεται.

Τελικά κατένευσε απλά συμφωνώντας.

Και αυτό ήταν το λάθος μας…

Εξ αιτίας αυτού είσαι τώρα εδώ και ζητάς εκδίκηση. Ήταν η αλήθεια όμως, τα μικρούλια ήταν απροστάτευτα, δεν είχα σκεφτεί εκείνη την στιγμή ότι θα μεγάλωναν και θα μας κυνηγούσαν, μα δεν μου καθόταν καλά, δεν ήταν σωστό. Αν τους ενήλικες τους είχα μια μπουνιά τα πιτσιρίκια με ένα χάδι θα πέθαιναν, ήταν άδικο. Αν μας έβαζες σε ζυγαριά ισχύος, ήταν μαγκιά κλανιά. Εγώ τα σέβομαι μια ζωή αυτά, ακόμη κι αν το λούστηκα το ήθος μου μέσα στα χρόνια… Αν είσαι ο τελευταίος, τότε είχαμε αφήσει ζωντανά κάπου στα εβδομήντα παιδιά εκείνο το βράδυ βλέπεις, απ’ ότι μπορώ να υποθέσω από…

Ας μην προτρέχω.

Κατεβήκαμε το λοιπόν τα σκαλιά που έμοιαζαν ατέλειωτα, για να βρούμε έναν μικρό χώρο που έμοιαζε με βιβλιοθηκούλα. Μάλλον εδώ κατέληγαν τα βιβλία που ξεσκάρταρε η Μάνα από τις σαβούρες του δωματίου της, μα δεν ξέρω για ποιο λόγο. Ένα γραφείο ήταν στο κέντρο του χώρου και ένα κρανίο με σπασμένη την κορυφή του βρισκόταν πάνω του. Από πίσω καθόταν η Μάνα και έγραφε.

Μας κοίταξε και χαμογέλασε, μα η έκφρασή της ήταν διαφορετική. Λες και δεν ήταν η ίδια, λες και ήταν άλλο Τρουφ ή κάτι εντελώς ξένο. Ήταν υπεροπτική μα σχεδόν αρρενωπή. Και όταν μίλησε ανατρίχιασα, βέβαιος ότι το φάντασμα του Γλυκούλη ήταν μέσα της!

«Ξέρετε, ποτέ δεν πέθανε το πνεύμα μου, ενσαρκώθηκα μέσα στην Μάνα και να ‘μαι και πάλι. Αυτό εδώ το κρανίο μπορεί να ήταν κομμάτι από το προηγούμενο σώμα μου, μα η ψυχή μου μεταφέρθηκε μέσα στο πρώτο θηλυκό Τρουφ εκείνο το βράδυ και όποτε θέλω μπαινοβγαίνω μέσα της. Θυμάμαι μετά από τον πόνο κάθε δαγκωνιάς να σβήνω και όταν άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα το σώμα μου είδα το υπέροχο γαλάζιο κορμί της Μάνας και χαμογέλασα. Φυσικά το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να με δαχτυλώσω…» είπε με ανδρική φωνή η στοιχειωμένη Τρουφ και ζάρωσα από το σοκ. Η φωνή σε σχέση με το πρόσωπο ήταν τόσο αποπροσανατολιστική και φρικιαστική που ήθελα απλά να τρέξω.

Δεν ήμουν φλώρος όμως!

Έσφιξα το τσεκούρι στα χέρια μου, για να διώξω τον τρόμο και την αηδία που ένιωθα και απευθύνθηκα στον Πιερ.

«Σε σιχαίνομαι ακόμα περισσότερο που να πάρει…» μουρμούρισα και τον είδα να χαμογελά.

«Πάντα ήθελα να είμαι γυναίκα ξέρεις, από πιτσιρίκι ακόμα, πάντα πίστευα ότι είναι ανώτερα όντα από εμάς τους άντρες. Δεν ξέρω βέβαια γιατί υποφέρουν όσα υποφέρουν, θα μπορούσαν να μας εκμηδενίσουν, μα δεν έχει σημασία, το όνειρό μου πραγματοποιήθηκε εδώ. Και έκτοτε έχω φάει αρκετό πούτσο για να ξέρω ότι και στο σεξ έχουν το πάνω χέρι ως αναφορά την απόλαυση. Τι να σου κάνει ένας οργασμός όταν σα Μάνα έχω άπειρους…» μου έκανε και ανασηκώνοντας τους ώμους πρόσθεσε: «Εσύ έχασες που δεν με γάμησες.»

«Σου είπα ότι θα σε γαμήσω και θα το δεις. Μην μιλάς άλλο!» του είπα, δίχως να πιστεύω τι ακούω, που βρίσκομαι και τι ζω και ζύγωσα με το τσεκούρι μου σηκωμένο.

Ύψωσε το χέρι του και για κάποιο λόγο πάγωσα στην θέση μου. Κάθε αντίδραση από αυτό το ον, αυτό το υβρίδιο, με έκανε να θέλω να ξεράσω. Αηδία και τρόμος συνεχώς και πάντα στο φούλ!

«Άκου τι θα γίνει: θα σας πω κάποια πράγματα για την ψυχοπλάνη και μετά θα σας αφήσω να φύγετε. Δεν είναι ανάγκη να σκοτώσεις άλλους από εμάς. Ήδη εσύ και το δημιούργημά σου ξεκληρίσατε λιγότερους από τους μισούς από εμάς…» μου έκανε η ανδρική φωνή που έβγαινε από το γυναικείο σώμα και τώρα σάστισα πραγματικά.

«Λιγότερους από τους μισούς;» απόρησα και δίχως να θέλω να το πω δυνατά, όντως είχε ακουστεί δυνατά.

«Ναι, έχουμε σπηλιές, λαγούμια και στα σπίτια ζει το μισό χωριό μόλις. Γι αυτό σου το ζητάω σα χάρη. Είμαι καιρό με αυτό το χάρισμα, μπορώ να σου πω όλα όσα θες να μάθεις. Νομίζω ότι ξέρω πολλά. Αν νιώσεις ότι θες να φύγεις χωρίς να ακούσεις άλλα απλά πες το μου, θα σε αφήσω να φύγεις. Μόνο μη μας μοιράσεις άλλο πόνο.» μου έκανε θλιμμένα.

«Και ο Ζιλερέλ;» ρώτησα.

«Και ο Ζιλερέλ μπορεί να σε ακολουθήσει, θα βρούμε άλλον γονιμοποιητή.» μου έκανε απλά και κατένευσα.

«Καλώς.» είπα και έκατσα, δείχνοντας και στον Ματθαίο την καρέκλα στο πλάι μου. Ήταν λες και είμαστε σε δικηγορικό γραφείο που να πάρει…

Έκατσε κι εκείνος.

Και δεν πιστεύω ότι αξίζει να σου μεταφέρω ακριβώς τι ειπώθηκε. Η ψυχοπλάνη είναι η κληρονομιά μου και απλά θα σε κουράσω με ονόματα και πληροφορίες που δεν έχουν καμία σχέση με εσένα. Ξέρε μόνο ότι υπήρχαμε από την αρχή του κόσμου, μα ο πρώτος γνωστός και καταγεγραμμένος είναι ο Όμηρος. Ότι πλάθουμε υπάρχει και σπάνια εξακολουθεί να υπάρχει και ο Πιερ ήταν ένας από εμάς. Σας έκανε όπως σας έκανε, αυτό το χάρισμα δεν μπορεί να εξηγηθεί ακριβώς, μα αν ήταν θεός για εσάς, θεοί θα έπρεπε να είμαστε και εγώ με τον Ζιλερέλ.

Τέλος πάντων…

Ας πάμε στο τελικό μακελειό φίλε μου.

Θα μας αφήνατε να φύγουμε, όντως, γι αυτό κιόλας με έζωσαν οι τύψεις τόσα χρόνια. Ο Πιερ θα σήκωνε τα εμπόδια και δεν θα έπλαθε δέντρα και τον πίστευα πραγματικά. Παρά την ανωμαλία του φαινόταν ντόμπρος. Δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα μιλάγαμε. Μα ήξερα ότι θα συνέχιζε τις μαλακίες και το σχέδιο που μου είχε αποκαλύψει η Μάνα δεν μπορούσε παρά να είναι και σχέδιο του ιδίου.

«Παγκόσμια κυριαρχία… ποτέ δεν μου καθότανε καλά!» του είπα και τον είδα να απορεί μέσα στο πρόσωπο της μάνας, με την σάρκα της να γίνεται η εκφραστικότερη μάσκα για τα συναισθήματά του. «Πόσο μάλλον από γαλάζια αρχίδια!» και με μία κίνηση σήκωσα το τσεκούρι μου.

Άκουσα την Μάνα να ουρλιάζει με δυο φωνές, την δική της και του Πιερ.

Αστραπιαία έκοψα το κεφάλι από τον λαιμό!

Το κεφάλι έπεσε στην μία άκρη του δωματίου και το σώμα πάνω στο γραφείο. Ο Ματθαίος είχε ζαρώσει και τον έπιασα από τον ώμο για να του κάνω νόημα να φύγουμε. Μα τότε…

Ξαφνικά άρχισε να τρέμει όλο το μαυσωλείο και στο εσωτερικό του μικρού χώρου, το σώμα της Μάνας έσπασε σα να ήταν ένα μπαλόνι γεμάτο με μπλε μπογιά και μας έλουσε με σάρκες και αίμα.

Από μέσα τινάχτηκε το φάντασμα του Πιερ και μία ήταν διάφανο, μία πεντακάθαρο και μία αναβόσβηνε γεμάτο ουλές και μαγαρισμένο από την τελευταία του κατάσταση. Αναβόσβηνε σε αυτά τα τρία στάδια σα χαλασμένη τηλεόραση, μα πίσω από τα αναβοσβησίματα μπορούσα να δω ότι ήταν ένας κοτσονάτος πενηντάρης, μυώδης και με όμορφο πρόσωπο, μα τα φιλήδονα χείλη του τον έκαναν να μου μοιάζει λιγάκι γυναικωτός. Σχώρα με, δε κρίνω ούτε είμαι ομοφοβικός, μα η αγορίνα μας ίσως να τον αμπάρωνε τον σύρτη. Δεν ήταν κραγμένη, αλήθεια, αλλά ο άντρακλάς μας ίσως να το έσπαγε το χεράκι.

Τέλος πάντων…

Άρχισε να ουρλιάζει και να πετάει βιβλία και να τα κάνει όλα ένα μπουρδέλο από πανικό και από βαβούρα, μα δεν ξέρω τι με έπιασε ρε συ, από το πουθενά, όσο καλυβόμουν μαζί με τον Ματθαίο για να αποφύγουμε τα βιβλία που έσκαγαν ολόγυρα μας, άρχισα να γελάω. Μιλάμε για νευρικό γέλιο έτσι… Ο Ζιλερέλ να λέει προσευχές, ο Πιερ να λυσσομανάει, το μαυσωλείο να καταρρέει ολόγυρα κι εγώ να κλαίω από τα γέλια.

«Τι είναι τόσο αστείο πια;» με ρώτησε ο Ματθαίος.

«Τον λένε Κιούτι! Γλυκούλη…» του εξήγησα και άρχισε να γελάει και εκείνος.

Ο ορυμαγδός σταμάτησε και είδαμε το φάντασμα του Πιερ να μας κοιτά παραξενεμένο.

«Απέτυχα…» έκανε και κατανεύσαμε.

«Μα ξέρεις τι Πιερ; Αυτό σηκώνει ένα τραγουδάκι…» του έκανα αλαζονικά και δίχως να ξέρω αν οι δυνάμεις μου θα είχαν επίδραση σε ένα πνεύμα ξεκίνησα να τραγουδάω.

Τον είδα να απορεί, δεν ήξερε ποια ήταν η δική μου ιδιότητα σα ψυχοπλάνος…

«A bout of deep depression.» είπα και σηκώθηκα. «Can’t seem to move it forward.» πρόσθεσα κουνώντας το κεφάλι μου, ήμουν πάλι μέσα στο κομμάτι. «My lying eyes lie awake.» δεν μπα να είχα μπροστά μου ένα γαμημένο φάντασμα; «Not sure what I am after.» εγώ θα έδινα όλη μου την ψυχή πάλι.

«I never died before.» του φώναξα και άκουσα τους πέτρινους τοίχους πίσω από τα σημεία που έστεκαν οι βιβλιοθήκες να ραγίζουν. Ήταν σα να του την λέω με αυτό τον στίχο, μα κάτι άλλο σκεφτόμουν.

«Can’t help what happened yesterday.» τραγούδησα με το ίδιο πάθος και οι τοίχοι έτριξαν δυνατά και είδα το φάντασμα να τρομάζει και να μαζεύεται από το σοκ.

«I never stoned the crow, no.» ούρλιαξα και οι τοίχοι έσπασαν και ένα τεράστιο μεταλλικό κοράκι βγήκε από μέσα τους, αρπάζοντας στο ράμφος του το πνεύμα λες και ήταν από ύλη και όχι άυλο!

Έφυγε προς τον ουρανό και όλα γύρω μας άρχισαν να καταρρέουν.

Βούτηξα τον Ματθαίο από τον σβέρκο και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τα σκαλιά, καθώς όλα πίσω μας κατέρρεαν. Τον είδα να απορεί και εγώ πρόλαβα να ανασηκώσω τους ώμους. Μέσα στο μυαλό μου, αντί για λιθοβολώ, είχα δώσει άλλη σημασία στο ρήμα και το τραγούδι πάλι με είχε βοηθήσει να σολάρω.

Αν δεν ήταν αυτό ποιητική αδεία, δεν ξέρω κι εγώ τι ήταν δηλαδή…

Βγήκαμε στην επιφάνεια και είδαμε το κοράκι μου να ανεβάζει στα ουράνια το πνεύμα, γδέρνοντας και ραμφίζοντάς το. Από πίσω μας η γη βυθίστηκε με θόρυβο στα έγκατα, θάβοντας το μαυσωλείο και από πάνω μας ακούστηκε ένα μεταλλικό κρώξιμο πουλιού και είδαμε μια τεράστια ασημιά και μπλε έκρηξη να σχηματίζει δαχτυλίδι πάνω από το Μανιταροχωριό…

Ο Πιερ ήταν νεκρός…

Μα τα Τρουφ ζούσαν ακόμα!

Είδα τον Τρουφ γέροντα να πλησιάζει από την πόλη και πίσω του μια λαοθάλασσα από τους υπόλοιπους της φυλής του. Κρατούσε στα χέρια του έναν αναμμένο πυρσό και τα κόκκινα ρούχα του φώτιζαν στο φως. Από πίσω του ορδές ολόκληρες, πολλοί από αυτούς με δάδες επίσης και με δικράνια και βουκέντρες… Κάτι μου έλεγε ότι είχαν μαζευτεί όλοι για ένα τελικό ντου.

«Με δουλεύεις έτσι;» άκουσα τον Ματθαίο από το πλάι μου. Κοίταζε την λαοθάλασσα που ανέβαινε το δρομάκι και ερχόταν προς τις σπηλιές και ο τρόμος είχε χαράξει το πρόσωπό του.

«Το έχω.» του έκανα αλαζονικά, νιώθοντας σίγουρος πια για τις δυνάμεις μου.

«Θνητοί ήρθε το τέλος σας!» μου ούρλιαξε ο γέρος της φυλής και σκέφτηκα: ‘’Κάνε όνειρα μπάρμπα-Τρουφ!’’.

«The angels, would speed me away!» είπα μελωδικά, σκεπτόμενος το τραγούδι που είχε ξεκλειδώσει τις δυνάμεις μου. Και τους είδα να τρέχουν κατά πάνω μου!

Μάλλον ήξεραν τι συνέβαινε όποτε τραγουδούσα πια…

Μα φώναξα με όλη μου την δύναμη: «Dream With The Feathers Of Angels Stuffed Beneath Your Head.» και από τον ουρανό άρχισαν να πέφτουν ολόλευκα πούπουλα και δεν ήταν από το κοράκι μου αυτή την φορά.

Είδα όλα τα Τρουφ να στρέφουν το κεφάλι τους προς τον ουρανό και ο Ματθαίος έκανε το ίδιο, μα ήξερα τι έβλεπαν, γιατί εγώ το έβλεπα μέσα στο κεφάλι μου πριν δώσω ζωή στους στίχους.

Μία ολόκληρη λεγεώνα από αγγέλους κατέβαινε με ρομφαίες στα χέρια!

«The Regulator’s Swinging Pendulum!» πρόσθεσα και ένα τεράστιο, ασημένιο εκκρεμές, με την άκρη του ακονισμένη και γυαλιστερή, ξεπετάχτηκε από την άκρη των χειλιών μου και έκοψε τους πρώτους της ομάδας τους στα δύο.

Οι Άγγελοί μου και το εκκρεμές μου σε λίγες στιγμές τους είχαν αποτελειώσει όλους. Κομμένα άκρα και κεφάλια, ρημαγμένα σώματα αντρών και γυναικών Τρουφ βρίσκονταν παντού ολόγυρα, μέχρι να τελειώσω το τραγούδι είχε έρθει και το τέλος ολόκληρης της φυλής. Και όσο για το Μανιταροχωριό; Όσοι έτρεξαν να γλιτώσουν ή δέχτηκαν το τελικό χτύπημα κατά το φευγιό τους και είχαν πυρσούς στα χέρια τους…

Ναι, κάηκαν όλα!

«Πάμε.» έκανα κουρασμένος στον Ματθαίο, αφού κοιτάξαμε για λίγη ώρα αποσβολωμένοι το όλο χάος που είχα κάνει.

«Άλεκ…» μου έκανε διστακτικά, με τις φλόγες να μας πυρώνουν τα πρόσωπα.

«Πες το.» αποκρίθηκα απλά.

«Έχω μια ιδέα…» μου είπε και με κοίταξε με ένα παράξενο χαμόγελο στα χείλη. Ένα χαμόγελο το οποίο η πορτοκαλιά λάμψη του χάους που είχε εξαπολυθεί το έκανε απίστευτα μακάβριο και δυσοίωνο για το καλοπροαίρετο πρόσωπό του.

Αυτό που μου είπε ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενα να ακούσω εκείνο το βράδυ…

(15/3/2016 | art by George Pagkakis)

By | 2018-05-11T10:39:26+00:00 Μάιος 11th, 2018|